Χαλανδρίτσα (Μερικά σημαντικά ιστορικά στοιχεία).

Σε συνέχεια ανάρτησης στο παρόν blog από 3 Αυγούστου 2018, προσθέτω τα εξής:

Στις 25 Ιανουαρίου 1820 ο Αλιάμπεης [Ισλάμπεης] Κονιντζέντης[;] υπέγραψε ομολογία ότι έλαβε δάνειο 7.415 ταλήρων από τον Ιωάννη. Παπαρρηγόπουλο με την υπόσχεση να του τα πληρώσει μετά ένα χρόνο, και έβαλε υποθήκη το χωριό του Χαλανδρίτσα που βρισκόταν στην Παλαιά Πάτρα. Επίσης υπήρξε όρος πριν πωλήσει τα λάδια, τη σταφίδα κ.λ. να ρωτάει τον Ι. Παπαρρηγόπουλο αν επιθυμεί να τα αγοράσει.

Στις 16 Μαΐου 1829 ο Ι. Παπαρρηγόπουλος έστειλε επιστολή προς τον προσωρινό Κόνσολα της Ρωσίας Κ. Καλογεράκη, με την οποία τον καθιστά επίτροπόν του δια να ζητήσει τα δικαιώματά του από το χωρίον Χαλανδρίτσα το οποίο ανήκει σ’ αυτόν, επειδή του το παρεχώρησε ο χρεώστης του Ισλάμπεης [Αλιάμπεης;] και του χαρεμιού του.

Στις 16 Μαΐου 1829 ο Καλογεράκης έστειλε επιστολή προς τον Προσωρ. Διοικητή Πατρών, γνωριζοντάς ότι είναι επίτροπος του Παπαρρηγόπουλου, και ζητεί να δώσει ο Διοικητής διαταγές στους προεστώτας του χωριού Χαλανδρίτσα ώστε ν’ αναγνωρίσουν τον Παπαρρηγόπουλο ως κύριο του χωριού και να διαφυλαχθούν τα εισοδήματα και τα δέντρα αυτού του χωρίου.

Ο Διοικητής Αξιώτης στις 17 Μαΐου ανέφερε προς τον Κυβερνήτη όλα τα παραπάνω με την προσθήκη ότι κατά τη γνώμη του η Χαλανδρίτσα δόθηκε στον Παπαρρηγόπουλο για νοίκιασμα έως να εξοφλήσει το χρέος και όχι για ιδιοκτησία του.

Αναφορά προς τον Κυβερνήτη έστειλε και ο Ι. Παπαρρηγόπουλος στις 16/28 Οκτωβρίου, αναφέροντας όλο το ιστορικού του δανείου και της υποθήκης, και ζητεί την άδεια να παραλάβει την Χαλανδρίτσα, και αν αυτό δεν αρκούσε για την εξόφληση του δανείου να μπουν σε μεσεγγυούχο τα κτήματα του Ισλάμπεη στη Βοστίτσα.

Στις 16/18 Ιουλίου 1830 εδόθη έγγραφο από τον Μουλαφάμπεϊ Καπουντζίμπαση και Βοεβόδα των Πατρών, εις το οποίον φανερώνει ότι επειδή απέθανε ο Αλή Ναϊλήμπεης εις εκ των προκρίτων της Ναυπάκτου και εξουσιάζων το ήμισυ του τσιφλικιού Χαλανδρίτσα, οι κόρες του Χατζιτζέ και Χαββά έλαβαν 15 χιλιάδες γρόσια διαδοχικώ δικαιώματι δια τους τόπους περίπου οκτώ ζευγαριών στο μισό του αναφερομένου τσιφλικιού, το οποίο δόθηκε σε αυτές.

Έγγραφο με την ίδια ημερομηνία 16/28 Ιουλίου το οποίο υπογράφει ο Σουλεϊμάν Σαδική Σιλιχδάρης, αποδεικνύει ότι οι κυρίες Χατζιτζέ και Χαββά κόρες του αποθανόντος Αλήμπεη, οι οποίες πήραν διαδοχικώ δικαιώμαται το ήμισυ του κτήματος ονομαζομένου Χαλανδρίτσα, επλήρωσαν τα βασιλικά δικαιώματα και είναι ελεύθερες να το νέμωνται.

Σε διακοίνωση με ημερομηνία 20 Αυγούστου 1830 η Γερουσία αναφέρει προς τον Κυβερνήτη τη γνώμη της για το χωριό Χαλανδρίτσα. Ζητάει δηλαδή μέχρι να συσταθεί η περί των εθνικών κτημάτων επιτροπή να εξετάσει η Κυβέρνηση αν ο Οθωμανός ήταν κύριος της Χαλανδρίτσας και την γνησιότητα της υποθήκης και των λοιπών εγγράφων του Παπαρρηγόπουλου. Στη συνέχεια να θεωρείται ο Παπαρρηγόπουλος απλός επιστάτης στο κτήμα αυτό, να πληρώνει τη «δεκάτη» και τα υπόλοιπα δύο δέκατα να μένουν ως υποθήκη στην Εθνική Χρηματ. Τράπεζα.

17 Δεκεμβρίου 1830. Έγγραφο του Διοικητή Πατρών Αξιώτη προς τον Κυβερνήτη, αναφέρει ότι από πληροφορίες που πήρε από τους κατοίκους της Χαλανδρίτσας, το χωριό ήτο μερική ιδιοκτησία, το ένα μέρος της οποίας ανήκε στον Διαμάντμπεην Ναυπακτίτη, άλλο μέρος ανήκε στον Σουλουμπαϊράμη Πατραίο και το υπόλοιπο μέρος στον Τζιτζίμπεη Πατραίο επίσης. Είχαν δε και οι Χριστιανοί μια μικρή ιδιοκτησία. Περιγράφει δε τα σύνορα του χωριού, την έκταση και τα προϊόντα και αναφέρει ότι απ’ όσα του μετέφεραν οι κάτοικοι, οι εν λόγω οθωμανοί ιδιοκτήτες δεν είχαν πρόθεση να το πωλήσουν.

Πηγή: ΓΑΚ.

Σημείωση: Το κείμενο υπόκειται στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί πνευματικής ιδιοκτησίας.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Πως οι έσχατοι…. παραμένουν έσχατοι…

Αγαπητοί φίλοι αναγνώστες, παρακαλώ δώστε την προσοχή σας σε όσα παρακάτω παραθέτω.

Στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» το οποίο έχει εκδοθεί πριν 6 χρόνια, στο λ. Μονή Μεγάλου Σπηλαίου και σε 40 πυκνογραμμένες σελίδες έχω καταγράψει μεταξύ άλλων και εκατοντάδες ονόματα μοναχών αυτού, μεταξύ των οποίων και όσους επολέμησαν, διακρίθηκαν, ζήτησαν ή και έλαβαν και κάποιο αριστείο, αναφέροντας ότι για καθένα εξ αυτών έχει γραφεί και ιδιαίτερο λ(ήμμα).

Παράδειγμα:

«….Όπως προκύπτει από έγγραφο με ημερομηνία 8.12.1836, η μονή Μ. Σπηλαίου υποβάλλει κατάσταση από 12 μοναχούς της για να λάβουν το Αριστείο (Γερμανό Περλέγκα, Συμεών Κοσέρη, Παφνούτιο Δημητριάδη, Ιερόθεο Πετρόπουλο, Νεόφυτο Ρούβαλη, Δαμασκηνό Παπαγεωργόπουλο, Γεράσιμο Τορολό, Ιωνά Κανελλόπουλο, Αρσένιο Γεωργιάδη, Ιωνά Μακρυγένη, Σαμουήλ Δημόπουλο και Παφνούτιο Χριστοδούλου), και παράλληλα ζητάει (αρ. πρωτ. 315/5.12.1836) τον Μεγάλο του Τάγματος του Σωτήρος Σταυρό για τις μεγάλες υπηρεσίες που η ίδια η μονή προσέφερε στο έθνος….».

 Παραθέτω δε ενδεικτικά τις αναφορές στα ιδιαίτερα λ. των τριών πρώτων:

«Γερμανός Περλέγκας:…. Σε κατάσταση εχόντων το δικαίωμα να λάβουν Αριστείο Μεγαλοσπηλαιωτών, με ημερομηνία 20 Αυγούστου 1836, αναφέρεται ο Προηγούμενος Γερμανός Περλέγκας από την Περιστέρα, ετών 55 (Γ.Α.Κ. Αρχείο Γραμματείας/ υπουργ. Εκκλ. και Δημοσίου Εκπαιδ./ σειρά001/ Εκκλησ., φ. 486, λ. 106).

Κοσέρης Αναγνώστης: μοναχός Μ. Σπηλαίου με το διακριτικό όνομα Συμεών. Σε κατάσταση εχόντων το δικαίωμα να λάβουν Αριστείο Μεγαλοσπηλαιωτών, με ημερομηνία 20 Αυγούστου 1836, αναφέρεται ο Προηγούμενος Συμεών (Αναγνώστης Κοσέρης) από την Περιστέρα, ετών 63 (Γ.Α.Κ. Αρχείο Γραμματείας/ υπουργ. Εκκλ. και Δημοσίου Εκπαιδ./σειρά001/Εκκλησιαστικών, φ. 486, λ. 106).

Δημητριάδης Παφνούτιος: αναφέρεται σε κατάσταση χωρίς ημερομηνία (αλλά εικάζω ότι είναι του έτους 1835), καταγόμενος από Μεσορρούγι, ηλικίας, 61 ετών, άγαμος, ιερομόναχος, επιτίδευμα (-), με τόπο διαμονής Μ. Μ. Σπηλαίου, της επισκοπής Κυναίθης (Γ.Α.Κ. Αρχ. Γραμμ./ Υπουργ. Εκκλησ. και Δημοσ. εκπαιδ./ φ. 505). Δημητριάδης Παφνούτιος: μοναχός του Μ. Σπηλαίου από το Μεσορούγι, αγωνιστής κατά τον ιερό αγώνα του 1821 για τον οποίο η μονή εζήτησε επίσημα αριστείο(Παπανδρέου: Επαρχία…, σ. 99). Σε κατάσταση Μεγαλοσπηλαιωτών εχόντων το δικαίωμα να λάβουν Αριστείο, με ημερομηνία 20 Αυγούστου 1836, αναφέρεται ο Προηγούμενος Παφνούτιος Δημητριάδης από το Μεσορούγι, ετών 69 (Γ.Α.Κ. Αρχείο Γραμματείας/ υπουργ. Εκκλ. και Δημοσίου Εκπαιδ./σειρά001/Εκκλησιαστικών, φ. 486, λ. 106).

κ. ο. κ.

Όπως διαπιστώνετε σε κάθε λ. υπάρχει η πλήρης διεύθυνση στα Γενικά Αρχεία ώστε να μπορεί ο καθείς να διαπιστώσει την αλήθεια όσων καταγράφω, να για να έχει την επιστημονική οντότητα που απαιτείται το έργο αυτό, και όχι με θράσος να πάει κάποιος, με βάση την υπόδειξή μου αυτή, στη σελίδα να την βρεί και να παριστάνει τον ερευνητή, τον ιστορικό κ.λ. Και εσείς αγαπητοί μου αναγνώστες μπορείτε να πάτε στα ηλεκτρονικά αρχεία των ΓΑΚ και να βρείτε τη σελίδα. Γι’ αυτό έβαλα, όπως και σε όλα τα άλλα τις ακριβείς διευθύνσεις τους.

Η σελίδα με την πλήρη διεύθυνσή της (την οποία δεν έχω κρύψει και εμφανίζεται στο τέλος της φωτογραφίας) είναι η παρακάτω:

Αν τυχόν τη δείτε να κυκλοφορεί και να πλασάρεται ως εύκολο «εύρημα» και ως φόρος τιμής στους αγωνιστές μοναχούς, τώρα που η ρόδα για το 21 γυρίζει, να θυμηθείτε τα παραπάνω. Επίσης να ξέρετε ότι ο «ευρών» είναι παρόσεκτος… Οι μοναχοί αυτοί δεν αναφέρεται στον κατάλογο αυτό ότι πήραν αριστείο αλλά ότι προτάθηκαν για αριστείο από το Μ Σπήλαιο , όπως ακριβώς το αναφέρω παραπάνω στο Λεξικό.

Αυτή αγαπητοί μου φίλοι είναι η εικόνα μας…

Υ.Γ.: Χωρίς περιαυτολογία… Για να περάσει κάποιος μπροστά απ’ αυτό το έργο, πρέπει πρώτα να λιώσει τον πισινό του ψάχνοντας τα αρχεία (όχι βρίσκοντάς τα έτοιμα) και αυτό θα του πάρει πάνω από 15 χρόνια αν τυχόν είναι και άσχετος… Μέχρι τότε θα παραμένει δεύτερος και ενεργώντας έτσι, θα εκτίθεται συνεχώς…

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Αναφορές στα γεγονότα του 1821 και μέσω της έντυπης δημοσιογραφίας…

(Εκφράζω τις ευχαριστίες μου στην εφημερίδα ΓΝΩΜΗ ένθετα της οποίας είναι η «Βοστίτσα» και ο «Οδοντωτός», για τη φιλοξενία και στον δημοσιογράφο κ. Παναγιώτη Σακελλαρόπουλο, για την επιμέλεια αυτών.)

(Με κλικ στην εικόνα, το κείμενο μεγαλώνει και γίνεται ευανάγνωστο)

Αθ. Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην επαρχία Καλαβρύτων.

6.

(Συνέχεια από προηγούμενα…)

Πως οι Τούρκοι έβλεπαν τα πράγματα…

Οι ημερομηνίες που προσδιορίστηκαν στη συνέλευση αυτή (της Βοστίτσας), για την έναρξη της επανάστασης ήσαν οι εξής: η 25 Μαρτίου ή η 23 Απριλίου του Αγίου Γεωργίου, ή η 21 Μαΐου του Αγίου Κωνσταντίνου και αυτό διότι τις ημερομηνίες αυτές μπορούσαν να γίνουν συγκεντρώσεις λόγω των θρησκευτικών αυτών εορτών.

Όπως ο Νικηφ. Μοσχόπουλος (Ιστορία της Ελλην. Επαναστ…, 115) αναφέρει, «… οι Έλληνες ίδρυσαν εις πλείστα όσα μέρη μεγάλα και μικρά σχολεία κατά το ευρωπαϊκόν σύστημα (αλά – φράγκα, κατά την έκφρασιν του Δζεβδέτ, όστις εκθέτει ενταύθα τα πράγματα αρκετά συγκεχυμένα), διδάσκοντες εις ταύτα υπό τα όμματα των κρατούντων, ότι οι Έλληνες, έχοντες άλλοτε ένδοξον και μέγα κράτος περιέπεσαν σήμερον εις πενίαν και ταπείνωσιν. Διέδιδον βιβλία και περιοδικά ικανά να εξεγείρουν τα πνεύματα των ραγιάδων, εν γένει δε εγίνοντο πράγματα τα οποία ουδεμία κυβέρνησις θα επέτρεπε. Εις τους ναούς οι παπάδες δεν έκαμνον άλλο παρά να κυρύττουν υπέρ της ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Αλλά πάσα έρευνα εις τας εκκλησίας θα εθεωρείτο ως επέμβασις εις τας θρησκευτικάς υποθέσεις. Δεν ηδύνατο άραγε η τουρκική κυβέρνησις να επιβλέπει τα ελληνικά σχολεία; Ηδύνατο και ώφειλε να τα επιβλέπει. Αλλά πως και δια ποίων μέσων; Οι μουσουλμάνοι δεν εγνώριζον την ελληνικήν και τας ευρωπαϊκάς γλώσσας. Ήτο τότε εποχή φανατισμού και οι σπουδάζοντες ξένας γλώσσας εθεωρούντο άθρησκοι. Θα έπρεπε και η επίβλεψις των σχολείων να γίνεται δια των Φαναριωτών. Αλλ’ οι πλείστοι εξ αυτών ευρίσκοντο εντός της επαναστατικής αυτής κινήσεως. Οι δε Έλληνες δεν ηρκούντο εις την ίδρυσιν σχολείων εις πλείστα όσα μέρη της Τουρκίας, αλλ’ απέστελλον πολλούς νέους εις την Ευρώπην, όπου εσπούδαζον τα επιστήμας και τας τέχνας. Πολλοί μάλιστα εξ αυτών ελάμβανον ενεργόν μέρος εις τους κατά ζηράν και θάλασσαν πολέμους των ευρωπαϊκών κρατών, τελειοποιούμενοι ούτως εις τα του πολέμου, επανερχόμενοι δε εις την πατρίδα των ήσαν έτοιμοι να χρησιμοποιηθούν εν ανάγκη. Έχοντες δε συχνά σχέσεις μετά των Ευρωπαίων και μιμούμενοι τα ήθη και έθιμά των ήσαν γνωστοί και εξετιμώντο, αναζωπυρούντες την περί τα γράμματα και την φιλοσοφίαν φήμην των αρχαίων Ελλήνων…».

Ο Νικηφ. Μοσχόπουλος (σ. 156) αναφέρει ότι σύμφωνα με τον Δζεβδέτ πασά, οι Έλληνες αρχηγοί είχαν σχεδιάσει να επιτεθούν παντού κατά των μουσουλμάνων την νύκτα του Πάσχα[1] και να τους σφάξουν όλους. Αν το κίνημα αυτό δεν είχε επιτυχία θα απέδιδαν τα γεγονότα αυτά στον Αλή πασά Τεπελενλή[2]. Το μυστικό είχαν αναλάβει να το κοινοποιήσουν στις πόλεις και τα χωριά παπάδες[3], οι οποίοι είχαν αρχίσει να ορκίζουν προεστώτες ότι δεν θα εφανέρωναν σε κανένα αυτό το μυστικό πριν παρέλθει ορισμένος χρόνος.

Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα (Νικηφ. Μοσχόπουλο, 102), οι Τούρκοι πρόκριτοι της Πελοποννήσου εγγράφως ζήτησαν από τον Χουρσίτ πασά να στείλει στην Τριπολιτσά επειγόντως 5.000-6.000 στρατό για να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενο ξεσηκωμό των Ελλήνων, αλλ’ εκείνος έστειλε από τη Λάρισα όπου βρισκόταν μόνο 300 άνδρες με λίγους αξιωματικούς.

Το αίτημα αποστολής στρατιωτικής δύναμης επανελήφθη μετά από 25 ημέρες, αλλά ο Χουρσίτ απάντησε με τον ταχυδρόμο του «ότι δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλουν ότι, αν εκραγεί το ελάχιστο κίνημα των ραγιάδων, θα στείλει στρατόν, «του οποίου κάθε πετριά θα στοιχίσει έναν άνθρωπον». Εν τω μεταξύ όμως πρέπει να λάβουν όλα τα μέτρα προς περιφρούρησιν της τάξεως εν Πελοποννήσω…». Οι Τούρκοι με έκπληξη διάβασαν αυτή την απάντηση γνωρίζοντες ότι οι Έλληνες ήσαν αριθμητικώς ανώτεροι και μέχρι ο πασάς να στείλει το στρατό που ανέφερε οι Έλληνες θα τους είχαν εξολοθρεύσει. Έτσι το αίτημα αποστολής στρατού επανελήφθη. Και ο Νικηφ. Μοσχόπουλος συνεχίζει: «… Αυτό ήτο, γράφει ο Δζεβδέτ πασάς, το πρώτον λάθος του Χουρσίτ, όστις υπετίμησε τας δυνάμεις του εχθρού. Ο Χουρσίτ ενόμιζεν, ότι οι Έλληνες της Πελοποννήσου ήσαν οι παλαιοί εκείνοι ραγιάδες, οίτινες έκυπτον την κεφαλήν εις εν μόνον νεύμα, ενώ τώρα αυτοί, ετοιμάζοντες μεγάλην επανάστασιν, ήθελον να κερδίσουν καιρόν, προσπαθούντες να εξαπατήσουν την κυβέρνησιν. Όπως προκαλέσουν ακόμα μεγαλυτέραν σύγχυσιν πνευμάτων, ο διερμηνέας της γενικής διοικήσεως του Μωρέως Στεφανάκης και μερικοί από τους προεστώτας, επισκεφθέντες τον τοποτηρητήν του βαλή Σαλίχ Αγάν, ανέφερον προς εξαπάτησιν, ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος φυγών εις Ζάκυνθον τα μέσα του 1820, κατά την εποχήν του πρώην βαλή Μωρέως Οσμάν πασά Δζεμπετζή, επροτίμησε την αγγλικήν ιθαγένειαν, ως και οι εκ Καλαβρύτων Πετμεζάς, Χρήστος και Νικηταράς ήλθον εις Πελοπόννησον και ευρίσκονται παρά τω Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Μπασμπόγ[4] της Μάνης, και πρέπει να επιβλέπωνται, όπως διαπιστωθεί κατά πόσον ούτοι μένουν πιστοί. Προσέθετον δε ότι συνελήφθη πλαστόν γράμμα του Πετιμεζά προς τον εν Νιαούση ευρισκόμενον πρώην υπηρέτην του, παραγγελλον εις αυτόν να στρατολογήσει εμμίσθους χριστιανούς Αλβανούς και ότι πρέπει να κληθεί ο Πετμεζάς. Προς εξέλεγξιν των πληροφοριών τούτων εστάλησαν ταχυδρόμοι εις τον ηγεμόνα της Μάνης, συγχρόνως κληθείς ο πρώην υπηρέτης του Πετμεζά εις Τρίπολιν και εξετασθείς ενώπιον των Τούρκων προκρίτων, κατέθεσεν, ότι έλαβε πράγματι κάποιαν τοιαύτην επιστολήν, αλλά δεν γνωρίζει τι τρέχει. Επειδή δε επέμενεν αρνούμενος να ομιλήσει, εφυλακίσθη. Εν τω μεταξύ επέστρεψεν ο εις τον ηγεμόνα της Μάνης αποσταλείς ταχυδρόμος κομίσας επιστολήν, εις την οποίαν ελέγοντο τα εξής: «Γενομένων μυστικών και φανερών ερευνών δια τους «ληστάς» περί των οποίων ερωτάτε, διεπιστώθη ότι δεν διήλθον ούτοι δια Πελοποννήσου, είναι δε απίθανον το ότι πέρασαν. Αλλά προς διασκέδασιν των υπονοιών αποστέλλω ως ομήρους τον γραμματέαν μου και δεκαπέντε περίπου εκ των πιστών ανθρώπων μου. Αν και εις αυτό δεν δοθεί πίστις, θα έλθω εκεί ο ίδιος». Επί τούτου μετεκλήθησαν ο υιός του και μερικοί εκ των ανθρώπων του εις Τρίπολιν, όπου και εκρατήθησαν[5].

————————————————————————–


[1] [Το ίδιο υποστηρίζει και ο Τούρκος Γιουσούφ Μπέης σε αφήγησή του, ότι οι άπιστοι «… είχαν αποφασίσει από πριν μεταξύ τους να οργανωθούν από κοινού με τους αντάρτες του Μοριά και τη νύχτα του κόκκινου αυγού [του Πάσχα] να επιτεθούν σε μικρούς και μεγάλους, να πιάσουν τους μουσουλμάνους στον ύπνο της άγνοιας και να τους επιτεθούν ξαφνικά στα σπίτια και στα άλλα μέρη όπου θα βρίσκονταν, με μαζική σφαγή να εξοντώσουν όλους τους μουσουλμάνους και έτσι να πετύχουν τους σκοπούς τους…» (Σ. Λαΐου – Μ. Σαρηγιάννη: Οθωμανικές αφηγήσεις…, 102).]

[2] [Ο ίδιος ο Γιουσούφ Μπέης αναφέρει: «…Είχαν σκεφθεί επίσης το εξής τέχνασμα: αν μέσα στο παραπάνω διάστημα εμφανίζονταν στρατιωτικές ενισχύσεις και διέλυαν τις συναθροίσεις τους, τότε να φορτώσουν όλη την ανταρσία στον Αλή πασά, θυμίζοντας τους ληστές που [υποτίθεται ότι] είχε στείλει στο Μοριά ο Αλή Πασάς για να φέρουν αναστάτωση, όπως είχε συζητηθεί προηγουμένως στη συνάντηση στο ιεροδικείο της Τριπολιτσάς. Με τον τρόπο αυτό θα άφηναν εντελώς κατά μέρος κάθε μοχθηρή πράξη που είχαν ξεκινήσει και θα επέστρεφαν στην προηγούμενη υποταγή τους σώζοντας έτσι τις ψυχές και τα κεφάλια τους…» (Σ. Λαΐου – Μ. Σαρηγιάννη: Οθωμανικές αφηγήσεις…, 103).]

[3] [Ο Γιουσούφ Μπέης (Σ. Λαΐου -Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις…, 87) αναφέρει:«Με τέτοια άτοπα και αδιανό­ητα λόγια και φήμες βρήκαν ευήκοον ους στους ανόητους ραγιάδες. Τόσο πολύ τους τρομοκράτησαν, ώστε μέρα νύχτα, όποτε έβρισκαν ευκαιρία, κρυφά ή φανερά εγκατέλειπαν τους καζάδες και τις πόλεις, ανά δέκα ή δεκαπέντε οικογένειες, και διέφευγαν στα χωριά, για να εγκατασταθούν από κει στα βουνά…». Ο ίδιος σε άλλο σημείο (σελ. 84-86) αναφέρει: «…οι άθλιοι άπιστοι είχαν συμφωνήσει να εκδηλώσουν σε πρώτη ευκαιρία τη φυσική εχθρότητα που υπήρχε στα διεφθαρμένα μυαλά τους και να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή με μυστικότητα. Στο πλαί­σιο αυτό, οι πλανημένοι μοναχοί και οι καταραμένοι παπά­δες τους ταξίδευαν κρυφά, τρεις τρεις ή πέντε πέντε, στις μουσουλμανικές πόλεις διάφορων περιοχών, ξεσηκώνοντας τους ραγιάδες των χωριών και των κωμοπόλεων με διάφο­ρα ψέματα και συκοφαντίες για να κρατήσουν κρυφές αυτές τις σφαλερές πράξεις τους χρησιμοποιούσαν την απειλή του αφορισμού σύμφωνα με τις τελετές τους. Στο τέλος, είχαν φυ­τέψει τον σπόρο της ανταρσίας σε όλους τους ραγιάδες και με τον καιρό τούς είχαν μαζέψει όλους στη συνωμοσία τους. Όταν κάποιοι από αυτούς τελικά αποτραβήχτηκαν και απεί­χαν από την προσπάθεια, [οι συνωμότες] σοφίστηκαν τη δια­βολική κακία να σκοτώσουν μυστικά πάνω από εφτακόσιους, άλλους στον ύπνο τους και άλλους με δηλητήριο, όπως μου είπαν κάποιοι έντιμοι αρχηγοί και όπως αποδείχτηκε.* Οι προαναφερθέντες καταραμένοι παπάδες σκορπίστη­καν στην επικράτεια και προσεταιρίστηκαν τους εξέχοντες και επικεφαλής κοτζαμπάσηδες και προύχοντες του Μοριά, κάνοντάς τους μετόχους στο μυστικό και υπαινισσόμενοιτις υπόλοιπες διαβολιές τους…»]

*«Η αναφορά του Γιουσούφ Μπέη σε ιερείς που διέδωσαν την ιδέα της Επανάστασης μπορεί να εκληφθεί είτε ως έχει είτε να θεω­ρήσουμε ότι αναφέρεται στους «ιερείς» της Φιλικής Εταιρείας, ένας από τους βαθμούς των μελών της, οι οποίοι, κατά τον Φιλήμονα, απο­τελούσαν την πλειονότητα της εταιρείας. Υπέρ της δεύτερης εκδοχής συνηγορούν τα παρακάτω: ο Γιουσούφ Μπέης γράφει το κείμενό του αρκετά χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης, βασιζόμενος σε πλη­ροφορίες που συγκέντρωσε τόσο κατά τον εγκλείσμό του στο Ναύπλιο όσο -κυρίως- μετά την απελευθέρωσή του και κατά τη διαμονή του στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Τότε πλέον η οθωμανική διοίκηση έχει εμπεριστατωμένη εικόνα των συνωμοτικών ενεργειών που έλαβαν χώρα πριν το 1821. Επιπλέον, η δυνατότητα του Γιουσούφ Μπέη να επικοινωνεί στα ελληνικά, και οι σχέσεις του με κάποιους από τους επαναστάτες ενδεχομένως να τον βοήθησαν να έχει εκ των υστέρων πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση της Επα­νάστασης στην Πελοπόννησο. Επίσης η δράση του αρχιμανδρίτη Γρη­γόριου Δικαίου, του Παπαφλέσσα, ως κατηχητή της Φιλικής Εταιρείας και οργανωτή της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, καθώς και η ορμή και ο ενθουσιασμός που τον χαρακτήριζαν δικαιολογούν τα λεγόμενα του Γιουσούφ Μπέη, που αναφέρεται σε ιερείς. Όταν, μάλιστα, ο Παπα­φλέσσας ρωτήθηκε από τον καπουδάν πασά στην Κωνσταντινούπολη σε τι αποσκοπεί περιφερόμενος, απάντησε ότι κατηχεί τους χριστια­νούς (Νικολάου Σπηλιάδη, Απομvημοvεύματα διά να χρησιμεύσωσιv εις τηv vέav ελληvικήv ιστορίαv (1821-1843), τ. Α, Αθήνα, 1972, σ. 9-10). Η αναφορά, μάλιστα, του Γιουσούφ Μπέη στις δολοφονίες ανθρώπων που αποφάσισαν να απέχουν από την ετοιμασία της Επανάστασης ή φανέρωσαν το μυστικό, παραπέμπει στη δράση της Φιλικής Εταιρείας, βλ. Ιω. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί τrις Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο, 1834, σ. 151-169, 229-230. Ο αριθμός των εφτακοσίων, όμως, είναι σαφέστατα υπερβολικός- ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο τον Παπαφλέσσα ως τέχνασμα για να πείσει ή και να τρομοκρατήσει τους διστακτικούς προεστούς του Μοριά, και έτσι να μεταφέρθηκε στον Γιουσούφ Μπέη».

[4] «Μπασμπόγ» (σύνθετον εκ του «μπας»=κεφαλή και του «μπογ»=αρχηγός) ωνόμαζον οι Τούρκοι τους ηγεμόνας της Μάνης. Την τουρκικήν αυτήν λέξιν, η οποία σημαίνει «αρχικαπετάνιος», π Τρικούπης γράφει «μπας – μπογούς».

[5] «Ταύτα προσεγγίζουν πολύ όσα γράφει ο Σ. Τρικούπης, τον οποίον έχει υπ’ όψιν του ο Δζεβδέτ πασάς εν μεταφράσει».

[Ο Ν. Σπηλιάδης (Απομνημ. τ. Α΄, 116) αναφέρει ότι ενώ η επανάσταση κάθε ημέρα εκτεινόταν, ο Π. Μαυρομιχάλης ευρισκόμενος στην Καλαμάτα έστειλε στη Τριπολιτσά τον δάσκαλο Γεράσιμο για να διαπιστώσει αν ζούν και σε τι κατάσταση ευρίσκοντο οι εκεί φυλακισθέντες προεστώτες και αρχιερείς, μεταξύ των οποίων ευρίσκετο και ο γιός του. Οι Τούρκοι τον δέχθηκαν αλλά τον παραπλάνησαν. Έβγαλαν από τη φυλακή τους φυλακισθέντες, τους έβαλαν σε ένα δωμάτιο ευπρεπές και του επέτρεψαν να τους επισκεφθεί παρουσία δύο-τριών Τούρκων οι οποίοι γνώριζαν τα ελληνικά. Οι προύχοντες και αρχιερείς κάτω από το φόβο και τις οδηγίες που πιθανόν πήραν από τους Τούρκους του είπαν ότι ώφειλαν ευγνωμοσύνη στους Τούρκους για τις πολλές περιποιήσεις τους. Ο Γεράσιμος διαβεβαίωσε τους Τούρκους ότι ο Π. Μαυρομιχάλης θα έκανε τα πάντα για να σβήσει την πυρκαϊά η οποία είχε φουντώσει και ζήτησε μόλις ησυχάσουν τα πράγματα να γράψουν οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη αναφέροντες τις εκδουλεύσεις του Μαυρομιχάλη. Επίσης ο Γεράσιμος μετέφερε στους Τούρκους ότι ο Π. Μαυρομιχάλης θα συνεννοείτο με τους Καλαβρυτινούς για ανταλλαγή των αιχμαλώτων Τούρκων που είχαν συλληφθεί στα Καλάβρυτα και εκείνων που ο ίδιος είχε αιχμαλώτους στην Καλαμάτα, με Έλληνες αιχμαλώτους. Οι Τούρκοι υποκρινόμενοι, δέχθηκαν τις προτάσεις του Γερασίμου, τον περιποιήθηκαν και τον «απέπεμψαν φιλοφρόνως» και αμέσως μετά ξανακατέβασαν τους ιερείς και προεστώτες στα μπουντρούμια της φυλακής. Ο Γεράσιμος ανακοίνωσε στο ελληνικό στρατοπεδο ότι ο Μαυρομιχάλης τον έστειλε να προτείνει στους Τούρκους ανταλλαγή των φυλακισθέντων μεταξύ των οποίων και ο γιός του, με αιχμαλώτους Τούρκους της Καλαμάτας και άλλων μερών της Πελοποννήσου.].

[Ο ίδιος (Ν. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα…, τ. Α΄, 127) αναφέρει για την αποφυλάκιση των αρχιερέων και προεστώτων: «… ο Κεχαγιάς [Τούρκος κεχαγιάς του Κιοσέ Μεχμέτ πασά] εισελθών εις Τριπολιτσάν, διέταξε και απεφυλακίσθησαν [μετά από πέντε ή έξη μήνες] οι αρχιερείς και προεστώτες, τους ωμίλησεν με πολλήν ηπιότητα, τους υπεσχέθη εντελή αμνηστίαν, και τέλος τους υπεχρέωσε και έγραψαν εις τας επαρχίας ν’ αφήσωσι τα όπλα, να ζητήσωσι την συγχώρησιν παρά της εξουσίας, και να ησυχάσωσιν εν τη ασφαλεία της ζωής και της ιδιοκτησίας των ως και πρότερον…».]

Πηγή: Το «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» όπως επανασυντάσσεται.

Σημείωση: Τα παραπάνω υπόκεινται στην περί πνευματικών δικαιωμάτων νομοθεσία.

(Συνεχίζεται…)

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην επαρχία Καλαβρύτων.

5.

(Συνέχεια από προηγούμενο…)

«… Αλλά και οι ίδιοι οι Τούρκοι σε έγγραφό τους προς τον πρεσβευτή της Ρωσίας Στρογγανώφ, στις αρχές Ιουλίου 1821, το οποίο πραθέτει σε περίληψη ο Σπηλιάδης (Απομνημ…, Α΄, 201-2), αναφέρουν μεταξύ άλλων: «… Και μ’ όλον τούτο εύσπλαχνος πάντοτε και γενναία [η Υψηλή Πύλη], έσπευσε αύτη να στείλη επιστολάς τω Βεζύρη προς τον Πατριάρχην, δι’ ων προσεκαλείτο να συμβουλεύση το έθνος του να υποταγή αποπνίγων τον σπόρον της αποστασίας, τον οποίον έτρεφον αποπλανημένοι ρεαγιάδες τόσον εις την μητρόπολιν όσον εις τ’ άλλα μέρη της επικρατείας. Αλλ’ ο Πατριάρχης έπραξε τουναντίον, φανερός ων αρχηγός του έθνους, ήτον εν ταυτώ και αφανής αρχηγός των συνωμωτών. Δια τούτο εις τα Καλάβρυτα της Πελοποννήσου, ένθα εγεννήθη, και εις άλλα μέρη, όπου εδημοσίευσε τ’ αναθέματά του, οι ρεαγιάδες ήσαν οι πρώτοι οίτινες επανέστησαν και εφόνευσαν τους Μουσουλμάνους. Η Υψηλή Πύλη εβεβαιώθη ότι ο Πατριάρχης έλαβε μέρος ενεργόν εις την συνωμοσίαν, και ότι ήτον έργον του η εις τα Καλάβρυτα επανάστασις καθώς και άλλων τοιούτων συμβούλων…».[1]

Ενδεικτικά παραθέτω την αναφορά της 25ης Μαρτίου σε διάφορες ομιλίες: Ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων Ρήγας Παλαμήδης, στον εκφωνηθέντα λόγο του κατά την εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου 1846, μεταξύ των άλλων, αναφέρει και τα εξής: «… Ταύτα [τα έπη] προπαρεσκεύασαν την αξιομνημόνευτον εκείνην ημέραν της 25 Μαρτίου του 1821, καθ’ ήν, ευλογούντος του αοιδίμου αρχιερέως Γερμανού Παλαιών Πατρών, και πρωταγωνιζομένων των εκεί παρευρεθέντων προκρίτων, ανεπετάσθη εις τα ερείπια της αρχαίας Κυναίθης, εν τη ιερά μονή της αγίας Λαύρας, η σημαία της ελευθερίας, ήτις προσεκάλει άπαν το ελληνικόν έθνος εις τον κατά της τυραννίας προκείμενον ιερόν αγώνα, αρξάμενον ήδη και πέραν των του Ίστρου ρείθρων υπό του αρειτόλμου και γενναιόφρονος Αλεξάνδρου Υψηλάντου, όστις μετά του ιερού λόχου το πρώτον εις τον βωμόν της ελευθερίας προσήνεγκεν ολοκαύτωμα…». Ο Μ. Δημητριάδης (Ο νεκρός του στρατηγού Ανδρέα Λόντου εν Αιγίω, Πάτραι 1846, σ. 7) αναφέρει: «Την 25 Μαρτίου όταν εις τα ερείπια των Καλαβρύτων υψώθη η σημαία του ιερού πολέμου, ο Ανδρέας Λόντος μετ’ ολίγων ημιθέων ως αντιπρόσωπος της επαρχίας ταύτης ώμοσε φοβερόν όρκον, και ησπάσθη γενικήν απόφασιν της ελευθερίας ή του θανάτου». Στον επιτάφιο λόγο εκφωνηθέντα παρά του Στεφάνου Ι. Μυρτίλου, Λεσβίου, κατά την κηδείαν του αειμνήστου υποστρατήγου της Ελλάδος Ανδρέου Λόντου, την 21 Ιανουαρίου 1851 εν Αιγίω (σ. 9), αναφέονται τα εξής: «… και ιδού ευθύς την 25 Μαρτίου του αυτού έτους [1821] … εν πρώτοις εν τη Αγία Λαύρα… πρώτος ο περιώνυμος ήρως Ανδρ. Λόντος, και οι περιφανείς εκείνοι και ηρωϊκοί άνδρες, Ανδρέας ζαΐμης, Σωτήριος χαραλάμπης, Φωτήλας και λοιποί, ευλογούντος του αειμνήστου και περιωνύμου εκείνου ιεράρχου Γερμανού, ανύψωσαν την Ιεράν υπέρ της ιεράς ελευθερίας σημαίαν…». Ο Γ. Κονδής, (Πανηγυρικός, Ναύπλιο 1848, σ. 13), αναφέρει: «Η λάμψις του πυρός εξαστράπτει εις άπασαν την Ελληνικήν γην και η θεά ελευθερία, η πρωτότοκος κόρη του Ουρανού, η νύμφη του Χριστού περιβεβλημένη της θρησκείας τα άγια σύμβολα, κατά την αείμνηστον ταύτην ημέραν εξέρχεται από της ιεράς μονής της Αγίας Λαύρας, ευλογούντος του αρχιερέως Γερμανού, συμπορευομένων των προκρίτων της Πελοποννήσου Α. Ζαΐμη, Α. Λόντου, Σ. Χαραλάμπους και λοιπών και επευφημούντος του πλήθους…». Στο διαβιβαστικό αποστολής της ομιλίας του στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1861, προς το ηγουμενοσυμβούλιο της Αγίας Λαύρας, ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, αναφέρει: «… εν τω μέσω ευρεθείς της κλαγγής και του καπνού αυτών των ιδίων Τουρκοφάγων όπλων, των υπό του Ιερού λόφου αντηχησάντων και υπό τον κυματισμόν αυτής της παρά του ιεράρχου Γερμανού υψωθείσης Σημαίας του Σταυρού, εν τη αυτή [25η Μαρτίου] του 1821 ημέρα…». Αλλά και στην κύρια ομιλία του αναφέρει: «… και ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εδώ επάνω, εις τούτον τον ιερόν λόφον εις τον οποίον ιστάμεθα, ο αείμνηστος Ιεράρχης Γερμανός, με την αριστεράν κρατών τα πρακτικά της προ μικρού αποτελεσθείσης μυστικής εν Αιγίω συνελεύσεως, και με την δεξιάν χείραν υψόνων την Σημαίαν ταύτην του Σταυρού, αναγεγραμμένην έχουσαν την Κοίμησιν της Θεοτόκου, και υπέρ ταύτην ανηρτημένον το σύνθημα «Ανάστηθι Ελλάς, Ελευθερίαν ή Θάνατον ομνύομεν επί τω Ονόματί Σου»… κατηλέκτρισεν άπασαν την Ελληνικήν φυλήν…». Σε ομιλία πανηγυρική του Αρχιεπισκόπου Σύρου και Τήνου Αλεξάνδρου Λυκούργου, την 25 Απριλίου 1871, στο ναό της Μητροπόλεως δια την πεντηκονταετηρίδα του υπέρ ανεξαρτησίας ιερού αγώνος και δια την εξ Οδησσού εις Αθήνας ανακομιδήν του λειψάνου του πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής: «… Από της Δακίας η επανάστασις μετεπήδησεν εις το άλλο άκρον της Ιλλυρικής χερσονήσου, εις την Πελοπόννησον, όπου ακριβώς μετά ένα μήνα, ήτοι την κβ΄, Μαρτίου του 1821 η περί τον αοίδημον Γερμανόν αχαϊκή τριανδρία ανεπέτασε την σημαίαν της ελευθερίας. Μετά τρεις δε ημέρας επανέστη η Μάνη και η Μεσσηνία υπό τον ηγεμόνα Πέτρον τον Μαυρομιχάλην και τον αοίδιμον Θεόδωρον τον Κολοκοτρώνην, και εντός τριών εβδομάδων ολόκληρος η Πελοπόννησος…».

Στο υπ’ αριθ. 22 του έτους 1872 ψήφισμα του ηγουμενοσυμβουλίου της Αγίας Λαύρας για το θάνατο στο Αίγιο του Βασιλείου Πετιμεζά, αναφέρεται ότι το λάβαρο της επανάστασης υψώθηκε στις 22 Μαρτίου: «Έχον υπ’ όψιν (το Ηγουμενοσυμβούλιον) τους αγώνας ους ο μακαρίτης προσήνεγκε, υψώσας πρώτος, μετά και των κατά την 22 Μαρτίου του 1821 παρευρεθέντων αειμνήστων ανδρών την σημαίαν της Ελληνικής Επαναστάσεως εν τη μονή ταύτη, ήτοι του Αρχιεπισκόπου Παλαιών Πατρών, Ανδρέου Ζαΐμη και λοιπών…». Ο υιός του ήρωα Αναγνώστη Στριφτόμπολα, Γεώργιος, αγωνιστής και δήμαρχος Καλλιφωνίας, σε ομιλία του την 25ην Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα, αναφέρει και τα εξής: «… Αλλ’ ευτυχώς κατά τον αυτόν χρόνον [1821] επί του λόφου της Αγίας Λαύρας, του σπηλαίου τούτου της Βηθλεέμ, ανεπετάσθη η χρυσοκέντητος σημαία της Ελληνικής εθνεγερσίας, ευλογηθείσα υπό του ιεράρχου Πατρών Γερμανού, και οι ανδρείοι αρματωλοί και κλέπται καθαρίσαντες τα καρυοφύλλια αυτών και ακονίσαντες τα ξίφη των δια τον μέγαν υπέρ πίστεως και ελευθερίας αγώνα, ετάχθησαν υπό την ιεράν εκείνην σημαίαν … Πρώτοι οι πατέρες ημών, Κύριοι, εκ της επαρχίας Καλαβρύτων, καθοδηγούμενοι υπό των ορεσιβίων ηρώων Στριφτόμπολα, Πετιμεζά, Σκαλτσά και Σολιώτου, επολιόρκησαν και υπέταξαν τους εν Καλαβρύτοις Οθωμανούς…». Και στον πρόλογο της κατά την εκτύπωση σε τευχίδιο, ομιλίας του αυτής την 1η Φεβρουαρίου του επομένου έτους 1890 εκ Κερτέζης Καλαβρύτων σημειώνει: «.. Εν τω… λόγω θα ίδωσιν οι αναγνώσται ημών πως αληθώς ήρχισεν η μεγάλη ελληνική επανάστασις, εις ην οφείλομεν την ελευθερίαν ημών και την συνταγματικήν βασιλείαν, και πως σήμερον έτι μετά 62 ετών ελευθερίαν παραμελείται υπό των αντιπροσώπων του έθνους και της κυβερνήσεως το πλείστον της Πελοποννήσου, και ιδίως τα ηρωϊκά Καλάβρυτα, όπου ανεπετάσθη κατά πρώτον η ιερά σημαία της επαναστάσεως και οπόθεν ο επαναστατικός σπινθήρ διεδόθη ως ακατάσχετος πυρκαϊά καθ’ όλην την Ελλάδα, αποτεφρώσασα την Τουρκικήν παντοδυναμίαν…». Ο Τ. Κανδηλώρος (Ανάλεκτα – Δημητσάνα, εν Αθήναις 1897), αναφέρει: «Την 25ην Μαρτίου ανεπέτασσε (ο Γερμανός) την σημαίαν της Αναστάσεως του γένους από της Αγίας Λαύρας. Εξεφώνησε δ’ ευθύς εκεί τον Δημοσθένειον εκείνον λόγον, ον απηθανάτισεν ο Πουκεβίλ…».

Ο Αγαπητός Σ. Αγαπητός (Οι ένδοξοι Έλληνες του 1821, εν Πάτραις 1887, 36) αναφέρει: «Πρώτος λοιπόν ύψωσε, και ηυλόγησεν, ο κλεινός ιεράρχης (Γερμανός) την ιεράν της ελευθερίας σημαίαν ιερουργήσας δε εν κατανύξει εν τω μέσω του φρίσσοντος εξ’ ενθουσιασμού, και δακρύοντος εκ συγκινήσεως πλήθους, και ευχηθείς υπέρ της ευοδόσεως του αγώνος, ερρίφθη πρώτος εν τω μέσω της οποίας ήναψε φοβεράς πυρκαϊάς…». Ο Γ. Δ. Κορομηλάς (Γερμανός ο Π. Πατρών, στη Μεγ. Ελλην. Εγκυκλ. «Πυρσός», τ. 8., 249) αναφέρει, τοποθετώντας το γεγονός στις 13 Μαρτίου: «Ούτως οι προύχοντες της Αχαΐας, βραδυπορούντες έφθασαν την 10 Μαρτίου 1821 εις το Μοναστήριον της Αγίας Λαύρας. Εκεί την 13 Μαρτίου, κατά την λειτουργίαν της Κυριακής, ο Γερμανός Παλαιών Πατρών, εν βαθυτάτη κατανύξει απέσπασε το πέτασμα της ωραίας πύλης του παλαιού και έκτοτε καταστραφέντος ναϊσκου της μονής και ανύψωσεν αυτό ως λάβαρον της Εθνεγερσίας…». Επίσης, ο Ιάκωβος Ραγκαβής στα «Ελληνικά»[2] αναφέρει τα εξής: «… Διέμεινε δε η Πελοπόννησος υπό την Οθωμανικήν εξουσίαν μέχρι του έτους 1821 ότε αφ’ ού δια της εν Μολδαβία εισβολής του Αλεξάνδρου Υψηλάντου ήχησεν η σάλπιγξ της Ελληνικής απελευθερώσεως, εις την χερσόνησον ταύτην αντήχησε κατά πρώτον, και κυρίως εις τα Καλάβρυτα, ένθα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός λειτουργήσας εν τη μονή της Λαύρας, και εξελθών και δημηγορήσας προς τον λαόν, ύψωσε την σημαίαν της επαναστάσεως…». Ο Σπυρ. Παγανέλης το 1890 αναφέρει[3]: «… Εκ της παλαιοτάτης Λαύρας υπέστρεψα εις την παλαιάν, επιφυλαχθείς να ίδω το ύστατον την νέαν, εν τη εκκλησία της οποίας φυλάσσεται και η σημαία, ην ανεπέτασσεν ο Παλαιών Πατρών [Γερμανός] κατά την μεγάλην ημέραν της 25ης Μαρτίου 1821…». Και στη συνέχεια (σ. 93) αναφέρει: «… Από της ερήμου της παλαιάς Λαύρας εκκλησίας κατηυθύνθην προς την νέααν την εντός του νεοδμήτου της μονής περιβόλου εγερθείσαν. Εκεί φυλάσσεται η περικλεής της Επαναστάσεως σημαία, αυτή εκείνη, ην ανεπέτασσεν ο Γερμανός κατά την μεγάλην εθνικήν ημέραν. Την πλήρη αισθημάτων ψυχήν μου υπερεπλήρωσεν η θέα του πολυτίμου κειμηλίου. Επί του αριστερού της εκκλησίας τοίχου ύπερθεν του χορού υπάρχει εν τω ναώ της Λαύρας θήκη υαλίνη, άκομψον και άβαφον έχουσα ξύλινον πλαίσιον. Εντός αυτού απλούται η ιστορική σημαία, ης ας μοι επιτραπή να δώσω μικράν και ταχείαν περιγραφήν, αποδεχόμενος ότι αύτη είναι η γνησία της Επαναστάσεως σημαία, αφού πανδήμως και επισήμως με εβεβαίωσαν περί τούτου οι αδελφοί της Λαύρας…».

Για την πεποίθηση που είχαν οι ίδιοι οι αγωνιστές του 1821 περί της ενάρξεως της Επανάστασης από την Αγία Λαύρα, παραθέτω ενδεικτικά τα παρακάτω:

Οεκ Διακοπτού Αιγίου Τομαρόπουλος Αναγνώστης, 22 μόλις χρόνια μετά την έναρξη της επανάστασης, στις 30 Νοεμβρίου 1843 σε αίτησή του προς την επί των Στρατιωτικών Γραμματεία της επικρατείας, αναφέρει: «…από του 1821, ότε εξερράγη ο υπέρ της ανεξαρτησίας της πατρίδος ιερός ημών αγών εν τη φερωνύμω Αγία Λαύρα,δράξας τα όπλα ετέθην υπό τας διαταγάς και οδηγίας του αρχηγού Ανδρέα Λόντου…».

Ο Σπυρόπουλος Θεόδωρος: αγωνιστής του 1821 από τον Κάλανο των Νεζερών. Σε αίτησή του που συντάχθηκε στον Κάλανο στις 25.3.1865 και απευθυνόταν προς την επί των Θυσιών και Αγώνων επιτροπή μεταξύ άλλων ανέφερε: «…και είμαι εις εκ των τεινάντων χείρα εν τη Αγία Λαύρα σωτηρίω 25 Μαρτίου 1821, όπως λάβω την υπό του αοιδήμου Γερμανού Παλαιών Πατρών (μεθ’ ού αναβαίνοντος εκ Πατρών εις Λαύραν συνοδοιπόρησα) υψωθείσαν και ευλογηθείσαν Ελληνικήν σημαίαν του σταυρού…».

Ο Γκολφίνος Πετιμεζάς, Ταγματάρχης. Σε αίτησή του προς την Βασίλισσα στις 19.8.1850 ανέφερε και τα εξής: «Μεγαλειοτάτη Άνασσα!/ … Ο υποφαινόμενος πιστός και αφοσιωμένος της Υ. Μ. υπήκοος και αξιωματικός, άμα ήχησεν η υπέρ της ανεξαρτησίας της Ελλάδος σάλπιγξ έλαβον τα όπλα κατά των Τυράννων αυτής και συνύψωσα και εγώ την της παλιγγενεσίας σημαίαν επί της Αγίας Λαύρας την 25 Μαρτίου 1821…».

Ο Αναστασόπουλος Γεώργιος:από Σουδενά Καλαβρύτων. Σε αίτησή του στις 30.5.1865 που απευθυνόταν προς την αρμόδια επί του ιερού αγώνος επιτροπή αναφέρεται ότι ήταν γιός αρματωλού, μετέβη μετά των Κολοκοτρώνη και Πετιμεζαίων στην Επτάνησο, επανήλθε στην Πελοπόννησο και παρηκολούθησε, τους Πετιμεζαίους όταν κυρήχθηκε η επανάσταση στην Αγία Λαύρα.

Ο Γκούσιος Γεώργιος (ή Γκούσος ) αγωνιστής του 1821 από Κλείτορα…. Σε αίτησή του που συντάχθηκε στα Καλάβρυτα στις 22.6.1865 και απευθυνόταν προς την επί του Αγώνος επιτροπή, ανέφερε ότι κατά το 1821 όταν στην Αγία Λαύρα υψώθηκε η σημαία της επαναστάσεως παρηκολούθησε τον οπλαρχηγό Β. Πετιμεζά.

Ο Καρασπύρος Σπύρος: οπλαρχηγός από τα Νεζερά, σε έγγραφο στις 5 Ιουνίου 1865 αναφέρεται ότι παρευρέθη: «Εις τον πόλεμον Καλαβρύτων (μετά την ύψωσιν της εν τη Αγία Λαύρα Ελληνικής Σημαίας της από τον Παλαιών Πατρών ευλογηθείσης). Εις το φρούριον Κορίνθου. Εις τον πόλεμον Λεβιδίου ότε επληγώθην εις τη κεφαλήν».

Ο Μαλαματένιος Γεώργιος: από Καλάβρυτα. Σε αίτησή του που συντάχθηκε στην Αθήνα στις 10.4.1865 και απευθυνόταν προς την επί του Ελληνικού Αγώνος Στρ. Επιτροπή ανέφερε μεταξύ άλλων ότι…«…είμαι ίσως ο πρώτος, όστις ήρχισε τον πόλεμον κατά των Τούρκων μετά του Γερμανού, του Ζαΐμη, του Χαραλάμπη, των Πετιμεζαίων και Ασημάκη Σκαλτσά εν Αγία Λαύρα κ.λ. καθώς και ότι είμαι ο τελευταίος όστις έπαυσα πολεμών.…».

Ο Νικολόπουλος Σπύρος (ή Φραγκοσπύρος), από Λειβάρτζι… Σε πιστοποιητικό με ημερομηνία 6 Ιουνίου 1865 το οποίο υπογράφουν 17 κάτοικοι Λειβαρτζίου αναφέρεται ότι.. κατά το 1821 παρευρέθη στην Αγία Λαύρα και πaρηκολούθησε τους οπλαρχηγούς Ζαΐμη, Γ. Λεχουρίτη, Β. και Ν. Πετιμεζαίους, Παν. Φωτήλα.

Ο Στριφτόμπολας Αναγνώστης: «Αγωνιστής και φιλικός, ο οποίος καταγόταν από την Κέρτεζη Καλαβρύτων. Σε αίτησή 5 σελίδων της χήρας του Αναγνώστη Στριφτόμπολα Αγγελικής και των δύο ορφανών θυγατέρων του … που συντάχθηκε στην Πάτρα στις 25.4.1865 και απευθυνόταν προς την επί των Θυσιών και Αγώνων επιτροπή για να τους δοθεί αμοιβή για τους αγώνες του αποβιώσαντος συζύγου και πατρός, μεταξύ άλλων αναφερόταν ότι ο υπέρ πατρίδος πεσών Αναγνώστης, πρώτος στην Αγία Λαύρα υπεστήριξε «τον ανεγερθέντα Φοίνικα».

Ο Τάκης Χρ. Γιαννακόπουλος (Ταξιδεύοντας…, 111), αναφέρει: «… Χωρίς καμμιά αμφιβολία, την επανάσταση στα 1821 την έκανε ο λαός […]. Οι πρώτες επαναστατικές ντουφεκιές έπεσαν στην επαρχία Καλαβρύτων. Αυτό είναι βεβαιωμένο απ’ όλες τις ιστορικές πηγές Ελληνικές, Τούρκικες κι Ευρωπαϊκές, έτσι που δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά σοβαρή αντίρρηση κι’ αμφιβολία. Και οι ντουφεκιές αυτές έπεσαν όχι στο βρόντο ούτε στην τύχη. Ρίχτηκαν οργανωμένα σε στόχο συγκεκριμένο, με υπόδειξη του Παπαφλέσσα. Φυσικά, οι πρώτες εκείνες ντουφεκιές δεν είναι επανάσταση στην ολοκληρωμένη της μορφή και σημασία. Ήταν ολοφάνερα ανταρσία. Κι’ αποτελούσαν αρχή στον ένοπλο αγώνα […]. Οι εισπράκτορες του φόρου χτυπήθηκαν σχεδόν την ίδια μέρα σ’ οποιοδήποτε μέρος της επαρχίας Καλαβρύτων κι αν βρίσκονταν… Το χτύπημα εκείνο ταυτόχρονα σ’ όλα τα σέμπτια (διαμερίσματα) στην επαρχία φανερώνει ότι ήταν οργανωμένο… Αντίθετα στην Καλαμάτα ένεκα της διαφορετικής σύνθεσης στον πληθυσμό της, ο ποιμενικός φόρος δεν είχε την καθολικότητα που είχε στα Καλάβρυτα. Έτσι στις αρχές του Μάρτη στα 1821 έλειπε ένα αποφασιστικό στοιχείο για το ξεσήκωμα και την έναρξητου αγώνα. Δεν έπεσαν εκεί ντουφεκιές ενάντια σε εισπράκτορες. Ωστόσο, άρχισε κι εκεί η επανάσταση, λίγες φυσικά, μέρες και ώρες ύστερα από τα Καλάβρυτα. Αυτό φανερώνει ότι στην Καλαμάτα ο ξεσηκωμός ήταν οργανωμένος, προαποφασισμένος και ορισμένος, ενώ στα Καλάβρυτα ήταν πιο αυθόρμητος και συνεπώς πιο λαϊκός. Στις 23 του Μάρτη ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης μπήκε στην Καλαμάτα, συγκροτήθηκε ευτύς η Μεσσηνιακή Γερουσία, έγινε διακήρυξη για τον σκοπό της επαναστάσεως που την υπέγραψε ο ίδιος στέλνοντάς την στις «Ευρωπαϊκές Αυλές» δηλαδή στους βασιλιάδες της εποχής […]. Επομένως χωρίς καμμιά αντίρρηση και αμφιβολία, η επανάσταση στα 1821 ξεκίνησε, με άλλα λόγια, πρωτάρχισε στα Καλάβρυτα…».

——————————————————————-

[1] Ο Γ. Αναπλιώτης (Αγία Λαύρα…, 143), αναφέρει ότι στην εφημερίδα «Ζουρνάλ ντε Ντεμπά» (φ. 21 Σεπτ. 1821) δημοσιεύτηκε το πλήρες έγγραφο αυτό, τη μετάφραση του οποίου παραθέτει και η αναφορά του στον Πατριάρχη και στα Καλάβρυτα έχει ως εξής: «… Έτσι ανάμεσα στις άλλες περιοχές τα Καλάβρυτα, όπου γεννήθηκε ο Πατριάρχης, οι ραγιάδες πρώτοι ξεσηκώθηκαν, σκότωσαν αρκετούς Μουσουλμάνους κι έκαναν χιλιάδες ακρότητες και φρικαλεότητες…». Ο Αναπλιώτης σχολιάζοντας αυτή την αναφορά λέει ότι: ο συντάκτης του εγγράφου λέει δύο ψέμματα: ότι ο Πατριάρχης είχε γεννηθεί στα Καλάβρυτα και ότι οι ραγιάδες διέπραξαν χιλιάδες ακρότητες και φρικαλεότητες, το οποίο δεν προκύπτει από κάποια ελληνική ή ξένη πηγή. «Κάμποσοι σκωτωμοί, ναι».

[2] Ιακώβου Ρ. Ραγκαβή: Τα Ελληνικά ήτοι περιγραφή Γεωγραφική, Ιστορική, Αρχαιολογική και Στατιστική της Αρχαίας και Νέας Ελλάδος, Εν Αθήναις, 1853, τ. Β΄, σ. 12.

[3] Σπ. Παγανέλης: Πέραν του Ισθμού, Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις. Εν Αθήναις 1891, σ. 90-94.

Πηγή: όπως και τα προηγούμενα, από το «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» όπως αυτό επαναδιατυπώνεται.

Σημείωση: Επαναλαμβάνω ότι τα παραπάνω υπόκεινται στην περί πνευματικών δικαιωμάτων νομοθεσία.

(Συνεχίζεται…)

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην επαρχία Καλαβρύτων.

4.

(Συνέχεια από προηγούμενο…)

«… Οι Καλαβρυτινοί (αιδ. Ν. Παπαδόπουλος, Β. Παπαγεωργίου, Θ. Τσαπάρας κ. ά) υποστηρίζουν με ακλόνητα επιχειρήματα ότι αυτή άρχισε στην επαρχία Καλαβρύτων. Εδώ παρουσιάζω όσα σχετικά στοιχεία περιήλθαν σε γνώση μου. Ο Αθ. Θ. Φωτόπουλος (Ιστορικά…, 42) αναφέρει: «… ημείς, μελετήσαντες εσχάτως πολλά σχετικά βιβλία και δημοσιεύματα, έχομεν καταλήξει εις το συμπέρασμα ότι η Επανάστασις ήρχισεν από τα Καλάβρυτα! Όλοι οι ασχοληθέντες με το θέμα αυτό, γνωρίζουν ότι αι πρώται αψιμαχίαι προ της 25 Μαρτίου εγένοντο εις την περιοχήν των Καλαβρύτων. Αυτό δεν το αμφισβυτεί ούτε ο κ. Αναπλιώτης, όστις εις το βιβλίον του «Το ξεκίνημα του 21» (σελ. 17) γράφει: «Καμμία αμφιβολία, κανένας δισταγμός: Στα καλάβρυτα ανήκει η τιμή των πρώτων ντουφεκιών, πού πέσαν στην περιοχή τους, λίγο πριν κηρυχτεί η Επανάσταση. Δίκαια οι Καλαβρυτινοί είναι περήφανοι γι’ αυτές». Συνεχίζων όμως συμπεραίνει, ότι «αυτά δεν σημαίνουν επίσημη, υπεύθυνη κι ολοκληρωμένη κήρυξη Επαναστάσεως». Ίσως εις το σημείον αυτό να έχη δίκαιον. Μήπως όμως και η κατά την 21 Μαρτίου 1821 γενομένη πολιορκία των Καλαβρύτων υπό 600 αγωνιστών, ούς διώκουν οι Πετιμεζάδες και ο Χαραλάμπης, δεν σημαίνει επίσημον, υπεύθυνον και ολοκληρωμένην κήρυξιν Επαναστάσεως; Μόνον δηλαδή η αμαχητί άλωσις των Καλαμών (23 Μαρτίου) υπό των Μανιατών εσήμανε την έναρξιν του αγώνος; Ίνα φωτισθή περισσότερον ο αναγνώστης επί του ζητήματος, παραθετομεν εν απόσπασμα εκ του βοβλίου του Ν. Μοσχοπούλου «Η Επανάστασις του 1821 από τα Τουρκικά Αρχεία»[1] και την γνώμην του αξιοπίστου καθ’ όλα ιστορικού Καθηγητού Πανεπιστημίου κ. Απ. Δασκαλάκη. Ο κ. Μοσχόπουλος, αφού αναφέρει ότι επί του στήθους τουκρεουργηθέντος Πατριάρχου Γρηγορίου του εναπετέθη υπό των Οθωμανών η καταδικαστική απόφασις (Γιαφτάς), παραθέτει ακολούθως και το κείμενον αυτής. Έχει δε τούτο ως εξής: «Διεπιστώθη ότι ων ο ίδιος Μωραΐτης, ενέχεται τα μέγιστα εις τα ήδη υπό τινων παραπλανημένων αφρόνων ληστών, εκ του πληθυσμού των ραγιάδων της εν τη Πελοποννήσω Διοικήσεως Καλαβρύτων, διαπραχθέντα αντίθετα προς την υπακοήν κακουργήματα».[2] Ο Απ. Δασκαλάκης εις το σύντομον και διαφωτιστικόν άρθρον του «Πως και πότε εκηρύχθη η Επανάστασις» (Περιοδ. Λακωνικά τ. 19), αναφερόμενος εις την πολιορκίαν των Καλαβρύτων υπό του Χαραλάμπη και των Πετιμεζάδων, γράφει: «Το αναμφισβητήτως πολεμικόν πλέον επεισόδιον αυτό της ελληνικής επαναστάσεως συνέβη μεταξύ της 21ης και 22ας Μαρτίου». Τέλος παραθέτομεν εν απόσπασμα της υπό του Ν. Παπαδοπούλου δημοσιευθείσης αιτήσεως, εις ήν ο εκ Καλάνου των Νεζερών Θεοδωράκης Σπυρόπουλος [βλ. λ.: Σπυρόπουλος Θεόδωρος] αναφέρει τα εξής: «… ήμην και είμαι εις εκ των τεινάντων χείρα εν τη Αγία Λαύρα σωτηρίω 25 Μαρτίου 1821, όπως λάβω την υπό του αοιδήμου Γερμανού Παλαιών Πατρών (μεθ’ ού αναβαίνοντος εκ Πατρών εις Λαύραν συνοδοιπόρησα) υψωθείσαν και ευλογηθείσαν Ελληνικήν σημαίαν του σταυρού…». Και δι’ αυτού του σημαντικωτάτου κειμένου αποδεικνύεται, ότι τα περί κηρύξεως επαναστάσεως και υψώσεως λαβάρου εν Καλαβρύτοις δεν είναι «θρύλος», αλλά πραγματικότης. Κατόπιν όσων εγράφησαν, πέπει να προσθέσωμεν ότι καθήκον παντός ιστορικού – και του κ. Αναπλιώτη βεβαίως – είναι να παρουσιάζη την αλήθειαν και μόνον αυτήν. Διότι, κατά τον Πολύβιον (Βιβλ. Α΄, ιδ΄): «Εξ ιστορίας αναιρεθείσης της αληθείας το καταλειπόμενον αυτής γίνεται ανωφελές διήγημα». Και η παραχάραξις της ιστορίας δια τοπικιστικούς λόγους εις ουδέν ωφελεί…». Στις 7 Μαρτίου 1821 σε έγγραφο που στέλνει ο Π. Π. Γερμανός και οι Κερνίτσης Προκόπιος, Σωτήρης Χαραλάμπης, Ανδρέας Ζαΐμης, Ασημάκης Φωτήλας και Σωτήριος Θεοχαρόπουλος προς τον Κανέλλο Δεληγιάννη αναγράφεται ότι: «…ενεκρίναμεν ασύμφορον την άφιξίν μας εις τα εκεί, δηλ. στην Τριπολιτσά. Δια να μη ριψοκινδυνεύσωμεν, εν καιρώ που οι ελπίδες μας είναι εγγύς και όπου βλέπομεν ότι η κίνησις του σκοπού οργανίζεται…»[3]. Ο Φιλήμων (Δοκίμιον…, Γ΄, 15) αναφέρει: «… Κατά παράδοξον δε σύμπτωσιν, ενώ ο Μεχμέτ Σαλήχ διέταττε τους Γορτυνίους κατά των εν Καλαβρύτοις ταραξιών, αυθημερόν ο μεν Σωτήριος Χαραλάμπης διώριζεν οπλαρχηγούς και διέταττε παρησία στρατολογίας[4]. Οι δε Δεληγιάνναι προσεκάλουν εκ της Λακωνίας συναγωνιστήν εαυτών και πολέμαρχον τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην μετά πλείστας προσπαθείας[5]…». Στις 18 Μαρτίου 1821 ο Κων. Πετιμεζάς[6] κρυμμένος στο Μ. Σπήλαιο ειδοποιούσε τον Κωνσταντή Παπαδέα στο Μάζι να του ετοιμάσει 5 κονάκια για τους στρατιώτες του, διότι ο Σωτήρης Χαραλάμπης τον είχε ορίσει αρμόδιο για στρατολογία για την έναρξη της επανάστασης. Ακολούθησε στις 20 Μαρτίου η έγγραφη εντολή προς τους γέροντες της Κατσάνας έλεγε: «…εις το αυτόθι εδιωρίσθη με γνώμην και απόφασιν εδικήν μας ο καπετάν Κωνσταντής Πετιμεζάς δια να έλθη να συνάξη ανθρώπους…». (Φωτάκος σ. 19-20). Και ο Φιλήμων (Δοκίμιον…, Γ΄, 22) προσθέτει ότι: «… Μη περιορισθέντες δε εν μόναις ταις πολιορκητικαίς εργασίαις, ο Γερμανός, Ζαΐμης, Παπαδιαμαντόπουλος, Λόντος και άλλοι εσχηματίσθησαν και εις επαναστατικόν διευθυντήριον, όπερ ονομάζομεν πρώτον, διότι δεύτερον τοιούτον θεωρούμεν τον Μαυρομιχάλην εν Μεσσηνία, και τρίτον τοιούτον τον Κολοκοτρώνην εν Αρκαδία. Κατόπιν των διεθυντηρίων αυτών υποδεέστερα άλλα αυτεσχεδιάσθησαν πολλαχού, εφ’ όσον η επανάστασις εξετείνετο…[…]. Φρονίμως ποιούν, το Αχαϊκόν διευθυντήριον απετάθη δι’ εγκυκλίου της 26 Μαρτίου προς τους μένοντας έτι προξένους εν τη πόλει, οίον τον της Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας και λοιπούς, δικαιολογούν την γενομένην κίνησιν των όπλων, βεβαιούν την περί του πολέμου ληφθείσαν απόφασιν μέχρι των τελευταίων άκρων, επικαλούμενον την εύνοιαν και προστασίαν των κυβερνήσεων τούτων…» [βλ. την σχετικήν έγγραφον «εγκύκλιον» στο λ. Παλαιών Πατρών Γερμανός]. Ο Ν. Κ. Σακελλαρόπουλος (Ιστορία…, Α΄, 266) αναφέρει: «Χαρακτηριστικό είναι το εξής γεγονός που ανα­φέρει πάλι ο Φωτάκος: « … Ο ηγούμενος της μονής Φονιά Ναθαναήλ, ο πρωτοσύγκελος Αμβρόσιος και ο Δανιήλ Παμπούκης… Ειδοποίησαν στο δρόμο το Σωτήρη Νοταρά να μην πάει την Τριπολιτσά, γιατί στα Καλάβρυτα άνοιξε το ντουφέκι. Ο Νοταράς ορ­γισμένος είπε: «Ανάθεμα στους άμυαλους Καλαβρυτινούς θα πάρουν τον κόσμο στο λαιμό τους, όπως έκαναν και στην άλλη επανάσταση. Εγώ δεν θα γυρίσω πίσω. Πηγαίνω να γλυτώσω τον κόσμο και υο κεφάλι μου»…». Στίς 6 Ιουνίου 1821 στο Παρίσι στην εφημερίδα LE CONSTITUTIONNEL JOURNAL DU COMMERCE, POLITIQUE ET LITTERAIRE, δημοσιεύθηκε ανταπόκριση από την Ελλάδα, η οποία είχε ως εξής: «Εξωτερικόν – Πελοπόννησος». Διακήρυξις του Γερμανού Εξάρχου της πρώτης κατά την τάξιν Αχαΐας, Αρχιεπισκόπου Πατρών, πρός τον Κλήρον και τους πιστούς της Πελοποννήσου, η οποία εξεφωνήθη εντός της Μονής των Αδελφών της Λαύρας του όρους Βελιά την 8ην (20ήν) Μαρτίου 1821. «Πολυαγαπημένοι μας αδελφοί, ο Κύριος, ο οποίος ετιμώρησε (ενν. δια της υποδουλώσεως εις τον κατακτητήν) τους πατέρας μας και τα τέκνα των, σας αναγγέλλει διά του στόματός μου το τέλος των ημερών των δακρύων και των δοκιμασιών. Η φωνή Του είπε ότι θα είσθε ο στέφανος του κάλλους Του και το διάδημα της Βασιλείας Του. Η αγία Σιών δεν θα παραδοθή πλέον εις την ερήμωσιν (Ησαΐα, 62,3). Ο ναός του Κυρίου, ο οποίος εβεβηλώθη, ωσάν ένας άθλιος χώρος, τα σκεύη της δόξης, τα οποία εσύρθηκαν εις τον βούρκον (Α΄Μακαβ. 2, 8-9), θα γίνουν καταιγίς! Η άβυσσος την άβυσσον επικαλείται (Ψαλμ. 41,8) η παλαιόθεν (δηλ. η εγνωσμένη) ευσπλαχνία του Κυρίου (Θρήνοι Ιερεμίου 5,1) θα επισκιάση τον Λαόν Του. Η φυλή των Τούρκων υπερέβη το μέτρον των ανομιών, η ώρα του καθαρμού έφθασε, συμφώνως προς τον λόγον του Αιωνίου: «να πετάξης έξω, να διώξης τον σκλάβον και τον υιόν του» (Γενεσ. 21,10). Να είσθε, λοιπόν, αγαπημένοι, ως γένος των Ελλήνων, φυλή Ελληνική, (ενν., καθώς είσθε) δύο φορές δοξασμένοι από τους Πατέρας σας, οπλισθήτε με τον ζήλον του Θεού, έκαστος εξ υμών ας ζωσθή την ρομφαίαν του, διότι είναι προτιμώτερον να αποθάνη τις με τα όπλα ανά χείρας, παρά να καταισχύνη τα ιερά της πίστεώς του και την πατρίδα του (Ψαλμ. 44,4). Εμπρός λοιπόν «Ας συντρίψωμεν τα δεσμά, τον ζυγόν ο οποίος επικάθηται επί την κεφαλήν μας» (Ψαλμ. 2,3), διότι είμεθα οι κληρονόμοι του Θεού και οι συγκληρονόμοι του Ιησού Χριστού (Ψαλμ. 8,17). Οι άλλοι, και όχι εμείς οι Ιερωμένοι (κατά λέξιν: εκτός του ιερατείου σας), θα σας ομιλήσουν δια την δόξαν των προγόνων σας. Εγώ όμως θα σας επαναλάβω το όνομα του Θεού, προς τον οποίον οφείλομεν αγάπην ισχυροτέραν και από τον θάνατον (Άμα Ασμάτων 8,6). Αύριο, ακολουθούντες τον Σταυρόν, θα βαδίσωμεν προς αυτήν την πόλιν των Πατρών, της οποίας η γη είναι ηγιασμένη από το αίμα του ενδόξου Μάρτυρος Αποστόλου Αγίου Ανδρέου. Ο Κύριος θα εκατονταπλασιάση το θάρρος σας. Ίνα δε προστεθούν εις υμάς αι αναγκαίαι δια να αναζωογονηθήτε δυνάμεις, σας απαλλάσσω από την νηστείαν της Τεσσαρακοστής, την οποίαντηρούμεν. Στρατιώται του Σταυρού, ότι καλείσθε να υπερασπισθήτε, είναι αυτό τούτο το θέλημα του Ουρανού! Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος να είσθε ευλογημένοι και συγκεχωρημένοι από πάσας τας αμαρτίας σας»[7]. Ο Φωτάκος (Απομνημονεύματα, (1900), 21) αναφέρει ότι: «…Τέλος εσυνάχθηκαν και εβγήκαν εις τας 22 Μαρτίου[8] εις τας Καλάμας ο Π. Μαυρομιχάλης, οι Καπετανάκηδες, οι Κουμουνδουράκηδες, ο Π. Μούρτζινος […] και λοιποί καπεταναίοι με 2.500 στρατιώτας Μανιάτας και άλλους, όπου αμέσως επαραδόθηκαν οι Τούρκοι των Καλαμών εις τον Π. Μαυρομιχάλην…». Στις 5 Φεβρουαρίου 1825 ο Κ. Πετιμεζάς έγραφε από την Αρκαδία προς το Εκτελεστικό: «… Είναι ομολογούμενον, ότι η πρώτη αρχή του ιερού τούτου πολέμου άρχισε κατά την Πελοπόννησον από το μέρος Καλαβρύτων, ώστε οπού ένας είμαι και εγώ από κείνους τους πατριώτας οπού εκινήθην εις το να λάβη πρόοδον ούτος ο ιερός αγών ως ων εξ’ εκείνης της επαρχίας, ηγωνίσθη με όλην την οικογένειάν μου, έκτοτε μέχρι την σήμερον, όπου η ώρα το εκάλεσεν…» (Το έγγραφο στο λ. Πετιμεζάς Κωνσταντίνος). Στο έντυπο «Τα κατά την κηδείαν του μακαρίτου Α. Ζαΐμη…» (Αθήνα 1840) όπου και σύντομος βιογραφία αυτού υπό του Γ. Αινιάνος αναφέρεται: «… Είναι αναντίρρητος αλήθεια, ότι η Αχαΐα πρώτη εκίνησε με σημαίαν αναπεπταμένην τον υπέρ ανεξαρτησίας Πόλεμον, και ο μακαρίτης Α. Ζαΐμης μετά του σεβαστού αρχιερέως Γερμανού ήταν οι πρώτοι αγωνισταί, και ούτε είναι δυνατόν να διαφιλονεικήση τις μετ’ αυτών περί του είδους τούτου της αρχαιότητος…». Ο Σ. Τρικούπης (Ιστορία…, Α΄, έκδοση Δευτέρα (1968), Α΄, 319 υποσημ. δ΄) αναφέρει: «Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη μονή της αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά το πρώτον η σημαία της ελληνικής επαναστάσεως. Την ιδέαν ταύτην εξέφρασα και εγώ εν τω επικηδείω μου λόγω εις Ανδρέαν Ζαήμην πριν εξακριβώσω την αλήθειαν». Δεν μας λέγει όμως με σαφήνεια ποιά είναι η αλήθεια την οποία εξακρίβωσε. Ο Χέρτσβεργ (Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, (1916), Α΄, 56) αναφέρει: «… Η επανάστασις των Καλαβρύτων είχεν εμποιήσει κακίστην εντύπωσιν επί τον Τουρκικόν λαόν των γειτόνων πόλεων της Αχαΐας…», και στην επόμενη σελίδα: «… Αλλά το κύριον γεγονός ήτο νυν ότι και ο αρχιεπίσκοπος Γερμανός, όστις κατά τας τελευταίας ημέρας μένων εν τη Μονή της Αγίας Λαύρας μετά της ακολουθίας αυτού είχε παρασκευασθεί ενταύθα εις κρισίμους αγώνας…». Στην εφημερίδα «Εστία» στις 25 Μαρτίου 2011, σε άρθρο[9] του δικηγόρου Χρήστου Αθαν. Μούλια, αναφέρονται και τα εξής: «Στο αρχείο Βλαχοπαπαδοπούλου σώζεται μεταξύ πολλών άλλων εγγράφων και το χειρόγραφο της προσφώνησης του Μητροπολίτη Αθηνών Θεοφίλου, κατά την τελετή της ανοικομιδής των λειψάνων του Γρηγορίου Ε΄, όπου, απευθυνόμενος στον νεκρό του Πατριάρχη, είπε επί λέξει, «… ο αείμνηστος Παλαιών Πατρών Μητροπολίτης (εννοεί τον Γερμανό Γ΄), ο συμπολίτης σου, ο ποτέ ιεροδιάκονός σου, και κατόπιν συνάδελφος και συλλειτουργός σου, πρώτος ανταπεκρίθη εις τα ευγενή και γενναία αισθήματά Σου. Εκεί, εν τη Αγία εκείνη Μονή (εννοεί την Αγ. Λαύρα) κατασκευάσας εθνικήν σημαίαν από το ράσον του και την φουστανέλλαν του Ζαΐμη, εχάραξεν επ’ αυτής τον άγιον και Ζωοποιόν Σταυρόν, και κρατών με την αριστεράν χείρα του τα πρακτικά της προ μικρού συγκροτηθείσης μυστικής εν Αιγίω συνελεύσεως, και με την δεξιάν την σημαίαν του Σταυρού, αναγεγραμμένον έχουσα το σύνθημα «Ελλάς ανάστηθι ανεξαρτησίαν ή θάνατον ομνύομεν επί τω ονόματί Σου», ως από πυρσού τότε ουρανοκρύφου, μετά των συν αυτώ περιβλέπτων Αχαιών και Αρκάδων κατηλέκτρισεν άπασαν την Ελληνικήν φυλήν δια του θείου κηρύγματός του. «Δεύτε λάβετε φως εκ της λαμπάδος της υπέρ πίστεως και πατρίδος αναφθείσης και αναγγείλατε πάσι τοις έθνεσιν, ότι η φωνή μου, είναι φωνή αυτού του κυρίου παντοκράτορος…». Η μαρτυρία αυτή έχει ιδιαίτερη αξία και αποτελεί ισχυρή απόδειξη του γεγονότος ότι υψώθηκε λάβαρο στην Αγία Λαύρα, όχι βέβαια αυτό που εκτίθεται σήμερα, το οποίο είναι της οθωνικής περιόδου, όταν καθιερώθηκε ο επίσημος εορτασμός της επαναστάσεως (1838)…». Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόφιλος σε αναφορά που έκανε, μετά του ανεψιού του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, Γεωργίου Αγγελοπούλου, στη Βουλή των Ελλήνων αναγνωσθείσα κατά την 28η Συνεδρία της 10ης Φεβρουαρίου 1871, προκειμένου να εγκριθεί η μεταφορά από την Οδησσό των λειψάνων του Πατριάρχη, αναφέρει: «… Ο υποφαινόμενος Μητροπολίτης Αθηνών και Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, και Πρόεδρος της επί εγέρσει μνημείου εις τον Πατριάρχην τούτον επιτροπής, εν καιρώ δε του μεγάλου αγώνος ιεροδιάκονος του Αρχιποιμενάρχου Παλαιών πατρών Γερμανού, αναπετάσσαντος εν τη Αγία Λαύρα την του αγώνος εκείνου ιεράν σημαίαν, ην ηυλόγησεν ευθύς η αγία δεξιά, και καθηγίασεν ύστερον το άγιον αίμα του Πατριάρχου, και ο ταπεινός υποσημειούμενος ανεψιός του ιερομάρτυρος τούτου…».[10]

————————————————————————-


[1] Βλ. σελ. 183 στο υπό του ιδίου (Νικ. Μοσχόπουλου) βιβλίο του «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως κατά τους Τούρκους ιστοριογράφους εν αντιπαραβολή και προς τους Έλληνας ιστορικούς» Αθήναι 1960.

[2] [Όπως και ο Ν. Σπηλιάδης (Απομνημονεύματα…, Α΄, 201) αναφέρει, ο Σουλτάνος μεταξύ άλλων έλεγε: «… Αλλ’ ο Πατριάρχης έπραξε τουναντίον, φανερός ων αρχηγός του έθνους, ήτον εν ταυτώ και αφανής αρχηγός των συνωμοτών. Δια τούτο εις τα Καλάβρυτα της Πελοποννήσου, ένθα εγεννήθη, και εις άλλα μέρη, όπου εδημοσίευσε τ’ αναθέματά του, οι ρεαγιάδες ήσαν οι πρώτοι οίτινες επανέστησαν και εφόνευσαν τους Μουσουλμάνους. Η Υψηλή Πύλη εβεβαιώθη ότι ο Πατριάρχης έλαβε μέρος ενεργόν εις την συνωμοσίαν, και ότι ήτο έργον του η εις τα Καλάβρυτα επανάστασις καθώς και άλλων τοιούτων συμβούλων…»].

[3] Ολόκληρο το έγγραφο: «Ο Πατρών Γερμανός και άλλοι, Καλάβρυτα. Προς Κανέλλο Δεληγιάννη, Λαγκάδια Άρχοντες και φίλοι Παπαγιανναίοι. Μετά τας ευχετικάς και αδελφικάς προσρήσεις, ειδοποιούμεν την ευγένειά σας, ότι από αξιόπιστον και σημαντικόν υποκείμενον επληροφορήθημεν ότι οι αλλογενείς πληροφορηθέντες ακριβώς τα πράγ­ματα, διαλογίζονται καθ’ ημών κακά άτινα θέλει εκ­πληρωυώσιν μετά την σύναξιν όλων μας εις Τριπο­λιτσάν, τούτον ένεκεν ενεκρίναμεν ασύμφορον την αφιξίν μας εις τα εκεί, δια να μην ριψοκινδυνεύσω­μεν, εν καιρώ που οι ελπίδες μας είναι εγγύς, και όπου βλέπομεν ότι η κίνησις του σκοπού οργανί­ζεται, καθώς η Βλαχία αποσκίρτησεν και η Ρούμελη όλη ετοιμάσθη, και περιμένει την οδηγίαν μας εις το να κινηθεί. Πεπεισμένοι δε και εις την αδελφικήν, και στερεάν αγάπην της ευγένειάς σας, και ότι είστε αναπόσπαστοι από τον Ιερόν σύνδεσμον της αδελ­φότητος, άμα του λαβείν το παρόν μας, να κάμετε κάθε τρόπον να το αναγγέλλετε στον προσφιλή κυρ Θεοδωράκην και τον Οικονόμον δια να είμαστε σύμφωνοι εις τα επιχειρήματα, ως θέλει σας εξηγήσει ο προσερχόμεvος αδελφός, δια να μη καταvτήσω­μεν εις εμφυλίους διαφωνίας και τότε το τέλος έσται ολέέθριοv. Αδελφοί η ανάγκη ούτως υπαγορεύει και θεία πρόνοια ελπίζομεv να μην μας αφήση κατη- σχυμέvους ταύτα και μέvομεv. 7827 7 Μαρτίου … Ο Πατρώv Γερμανός, ο Κερvίτσης Προκόπιος, Σωτή­ρης Χαραλάμπης, Ανδρέας Ζαΐμης, Ασημάκης Φω­:ήλας, Σωτήριος Θεοχάρους». (Αρχείο Κανέλλου Δελnγιάννη).».

[4] «Ιδού μία εκ των διαταγών τούτου./ Αγαπητοί μας γέροντες των χωρίων Κατζάνας και λοιποί, σας χαιρετώ./ Εις το αυτόθι διωρίσθη με γνώμην και απόφασιν εδικήν μας ο καπετάν Κωνσταντής Πετιμεζάς, δια να έλθη να συνάξη ανθρώπους. Όσοι λοιπόν είσθε ικανοί και με άρματα, όλοι θέλετε ακολουθήσει κοντά του, προσέχοντες δια να μη κάμετε στραπάτζον και αταξίαν εις κανένα μέρος, αλλά χωρίς γνώμην του καπετάν Κωνσταντή να μην επιχειρίζεσθε το παραμικρόν, ότι ύστερον, παιδεύεται εκείνος, οπού με εδικόν του σκοπόν επιχειρίζεται τα πράγματα, και ως σας γράφω, να εξακολουθήσετε. Ταύτα./ 20 Μαρτίου Ζαρούχλα./ ιδικός σας Σωτήριος Χαραλάμπης».

[5] «Ιδού η επιστολή αυτών προς τον Κλοκοτρώνην./ Φίλε! Ο παρών στέλλεται επίτηδες προς αντάμωσίν σου. Λοιπόν, αφού πληροφορηθής εκ των δια ζώσης αυτού, δίδων πίστην εις τους λόγους αυτού ως προφερομένους παρ’ ημών των ιδίων και πάσης της πατρίδος, και φιλοτιμούμενος ως συμπατριώτης, εάν έχης ελληνικόν αίμα και πνεύμα, και σώζης εις την ψυχήν σου τον πατριωτισμόν, πρέπει να ακολουθήσης τον ενταύθα ερχομόν σου αφεύκτως. Μη αφαρπασθής παρ’ υποσχέσεων και λόγων άλλων. Αγκαλά και δεν ελπίζομεν να διαβουκοληθής αθετών την της πατρίδος σου πρόσκλησιν, επιθυμούσης σε ήδη και ζητούσης σε. Πλην εάν δεν είσαι νόθος γόνος της περικλεούς ποτέ Αρκαδίας, η παρούσα εποχή θέλει σε δείξει. Μη καταδεχθής ποτέ, το οποίον και ποτέ δεν ελπίζομεν, ίνα αθετήσης ταύτην την πατριωτικήν πρόσκλησιν και να μείνης αλλαχού, αλλ’ ως συμπολίτης και αδελφός μας, πρόθυμος και πάραυτα ν’ ακολουθήσης τον ενταύθα ερχομόν σου, τον οποίον και περιμένομεν ανυπομόνως και αφεύκτως./ Μένομεν πρόθυμοι ως αδελφοί/ Κανέλλος Παπαγιαννόπουλος/ Αναστάσιος Παπαγιαννόπουλος/ Κωνσταντίνος Παπαγιαννόπουλος/ Παναγής Παπαγιαννόπουλος».

[6] Στο λ. Πετιμεζάς Κωνσταντής σχετική αναφορά για προετοιμασία στρατολόγησης στον καζά της Γαστούνης.

[7] Δημοσιεύεται ολόκληρη και στο Βιβλίο «Καλάβρυτα, Γη Μνημείων, Ηρώων και Αγίων», Έκδοσις της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

[8] «Την αυτήν ημέραν άρχισεν η επανάστασις εις τας Πάτρας και μιαν ημέραν πρωτητερα εις τα Καλάβρυτα. Παντού λοιπόν εις την Πελοπόννησον έγινε συγχρόνως η επανάστασις. Αλλά περίεργον είναι πως εχώρεσεν εις τον νουν του κυρίου Τρικούπη (Ιστορ. Α΄. 85) ότι αυθημερόν όσοι καπεταναίοι ήταν εις την Μάνην, ήκουσαν την επανάστασιν των Πατρών και εκινήθησαν. Τα αυτά λέγει και ο Π. Πατρών εις τα απομνημονεύματά του σελ. 18 και φαίνεται ότι από εδώ ο Ιστορικός μας τα έλαβεν».

[9] Στο άρθρο αυτό αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Μεταξύ των ιστορικών κειμηλίων (πίνακες, όπλα, χαρακτικά, έγγραφα κ.λ.π), που ανήκουν στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Πελοποννήσου, είναι και το αρχείο του [εκ Πατρών] Μητροπολίτη Αθηνών Θεόφιλου Βλαχοπαπαδόπουλου (1790-1873), το οποίο δωρήθηκε από την τελευταία απόγονό του, αείμνηστη συμπολίτιδα Ανθίππη Στάμου, προ εικοσαετίας περίπου. Το αρχείο αυτό, που αποτελείται από πολλά και σπουδαία έγγραφα, παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον, διότι ο Θεόφιλος Βλαχοπαπαδόπουλος ήταν αρχιδιάκονος του Π. Π. Γερμανού Γ΄ και έζησε άμεσα τα γεγονότα της Ελληνικής Επαναστάσεως. Ως μητροπολίτης Αθηνών, ο Θεόφιλος, παρέλαβε το 1871, στον σιδηροδρομικό σταθμό στο Μοναστηράκι, τα λείψανα του Εθνομάρτυρος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε΄, που με δική του πρωτοβουλία, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα, πενήντα χρόνια μετά τον απαγχονισμό του και την ταφήν του στην Οδησσό (1821) και τοποθετήθηκαν σε μαρμάρινη λάρνακα στον μητροπολιτικό ναό των Αθηνών, όπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα. Μαζί με το αρχείο του, δωρήθηκε στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Πελοποννήσου και ένα σπάραγμα από κάλυμμα του ευαγγελίου, με το οποίο είχε ταφεί ο Γρηγόριος Ε΄ στην Οδησσό, το οποίο σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο της, στην Πάτρα. Προφανώς είναι ό,τι βρέθηκε κατά την εκταφή του και μεταφέρθηκε μαζί με τα λείψανά του στην Αθήνα και ο Θεόφιλος το αντικατέστησε με άλλο καινούργιο και κράτησε το κατεστραμμένο εξώφυλο…».

[10] Μοναχού Μαξίμου Ιβηρίτου: Ο Αθωνίτης Πατριάρχης του Γένους και Μέγας Εθνοϊερομάρτυς Άγιος Γρηγόριος ο Ε΄, Άγιον Όρος-Άθω, 2018, σελ. 108…….»

(Συνεχίζεται).

Πηγή: «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων», όπως αυτό επανασυντάσσεται.

Σημείωση: (ισχύει ό,τι και στα προηγούμενα έχει αναφερθεί, ότι δηλ. κάθε χρήση του παραπάνω κειμένου υπόκειται στις δεσμέυσεις της Ελληνικής και διεθνούς νομοθεσίας περί πνευματικών δικαιωμάτων).

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην επαρχία Καλαβρύτων.

3.

Έναρξη της επανάστασης του 1821. (Συνέχεια από το προηγούμενο).

…. Ο Τάκης Αργ. Σταματόπουλος το 1958, στο βιβλίο «Ο Π. Π. Γερμανός χωρίς θρύλο» όπου στη σελίδα 20 εκτός του ότι αναφέρει ότι στην Αγία Λαύρα δεν ύψωσε καμιά σημαία ο Π. Π. Γερμανός, αλλά παραθέτει και γνώμες πολλών άλλων αρνητών του γεγονότος, ο Γιάννης Αναπλιώτης[1] στο βιβλίο του «Αγία Λαύρα (ιστορία και μύθος)» το 1969, όστις στον πρόλογό του αναφέρει ειρωνικά ότι η Αγία Λαύρα ήταν ένας ωραίος θρύλος, ένα γοητευτικό παραμύθι, ένα όνειρο κ.λ., και άλλοι. Όπως αλλού αναφέρει ό Γ. Αναπλιώτης (Αγ. Λαύρα…, 35), την 21η Μαρτίου 1821 στη θέση Φραγκοπήγαδο κοντά στην Καλαμάτα, εφονεύθη από το στρατιώτη του Ηλία Φλέσσα, Δ. Λιανό, ο επίσημος Τούρκος Μουράτης, η δε θυγατέρα αυτού αιχμάλωτη παραδόθηκε στον Αναγνωσταρά και «το περιστατικό τούτο εχρησίμευσεν ως έναυσμα της αμέσως αναφλεχθείσης κατά τα μέρη εκείνα επαναστάσεως[2]». Ο ίδιος αναφέρει επίσης (σ. 46) ότι «… 1. Τα μεμονωμένα επεισόδια που προηγήθηκαν της επίσημης κηρύξεως της Επαναστάσεως του 1821 ήσαν απλούστατα οι προπομποί της… 2. Τα επεισόδια των Καλαβρύτων, που είναι και τα σημαντικώτερα, με συνέχεια και συνέπεια, δεν απορρέουν από τις προθέσεις των συσκεφθέντων στη Λαύρα δεσποτάδων και προεστών. Είναι αυτοσχεδιασμοί κι ενέργειες κλεπτο-φιλικών. Πίσω απ’ αυτές μπορεί να δεί κανείς τη σκιά του Παπαφλέσσα, μα όχι και τις σκιές των «πεφοβισμένων» αρχόντων του Αχαϊκού χώρου, Αυτοί ούτε τις εμπνεύσανε ούτε τις επικροτήσανε αμέσως. Τις δέχτηκαν όπως ο άρρωστος το πικρό γιατρικό. Κι οπωσδήποτε: Δεν έχουν την έννοια επαναστατικού κινήματος.[3] Τη θέση αυτή υποστηρίζει με πολλή πειστικότητα κι ο Δασκαλάκης: «Ως προς τα πρώτα επεισόδια, αποφαίνεται επιθέσεων εναντίον Τύρκων υπό κλεπτών, ή άλλων ενόπλων Ελλήνων, ταύτα πρέπει να θεωρηθούν ως μη έχοντα σχέσιν με την συγκέντρωσιν της Λαύρας, ουδέ προς τα εκτυλιχθέντα εν συνεχεία επαναστατικά γεγονότα εις Καλάβρυτα, Πάτρας, Μεσσηνίαν και αλλαχού της Πελοποννήσου. Εις άλλας περιπτώσεις θα εχαρακτηρίζοντο ως ληστρικαί και ή έστω ηρωϊκαί πράξεις Κλεπτών, συνηθέσταται εις την Ελλάδα επί Τουρκοκρατίας, δικαιολογούσαι την κινητοποίησιν μερικών τουρκικών αποσπασμάτων, ίσως και τον καταλογισμόν ευθύνης εις τους προκρίτους της περιφερείας δια την διασάλευσιν της τάξεως. Αλλ’ υπό τας περιστάσεις εκείνας ορθώς απεδόθη εις ταύτα ιδιαιτέρα σημασία και κατεγράφησαν επιμελώς υπό της ιστορίας ως προανακρούσματα των καθ’ αυτό επαναστατικών γεγονότων…»[4]. Επικαλούμενος δε ο Γ. Αναπλιώτης, τον Φάνη Μιχαλόπουλο (Πότε και πώς εκηρύχθη η Επανάστασις του 1821 – Ένα άγνωστον έγγραφον του Αμβροσίου Φραντζή, εφημ. «Έθνος» Αθ., φ. 25 Μαρτίου 1953) αναφέρεται στη χρονολογική κατάσταση του εγγράφου αυτού του Αμβροσίου Φραντζή, κατά την οποία «Εις Καλάμας υψώθη η ελληνική σημαία δια του Πέτρου Μαυρομιχάλη και λοιπών οπλαρχηγών την 22αν Μαρτίου του 1821[5]…» και «… Εις Καλάβρυτα δια των προυχόντων και των στρατιωτικών Πετιμεζαίων την 24ην Μαρτίου. Εις Κλουκίνας της επαρχίας Καλαβρύτων δια των προκρίτων και λοιπών την 24ην Μαρτίου…». Σύμφωνα με τον ίδιο τον Αναπλιώτη, ο πίνακας αυτός φτιάχτηκε από τον Αμβρ. Φραντζή μετά την έκδοση του διατάγματος του Όθωνα που όριζε την 25η Μαρτίου ως ημέρα έναρξης της επανάστασης. Και ο Αναπλιώτης (σ. 110) δέχεται την ημερομηνία της 22 Μαρτίου για την Καλαμάτα, και σημειώνει: «Ωστόσο η 24 Μαρτίου, που μας δίνει για τα Καλάβρυτα, σαν μέρα ενάρξεως του επαναστατικού αγώνα στην περιοχή τους, χρειάζεται επαλήθευση κι από τις άλλες πηγές». Καταλήγοντας στον επίλογό του ο Αναπλιώτης (σ. 148) και με μια αποχρώσα δόση ειρωνείας για τους Καλαβρυτινούς αγωνιστές, αναφέρει: «… Αναζητήσαμε την πρώτη ανάσα του Εικοσιένα στο Μοριά. Τον πρώτο βρυχηθμό της Λευτεριάς. Την πρώτη ντουφεκιά που ρίχθηκε κατά της σκλαβιάς. Ενάντια στην Τυραννία. Τ’ αναζητήσαμε όλα αυτά. Μα δεν τα βρήκαμε στη σοφία και στη βιβλική μορφή του σεπτού ιεράρχη Γερμανού. Ούτε στου Ασημάκη Ζαΐμη το κρασοπότηρο. Ούτε στου Σωτήρη Χαραλάμπη το σκουντούφλικο ξεσήκωμα. Ούτε στου Ασημάκη Φωτήλα το ζεστό λυτρωτικό λόγο. Ούτε στο λειτουργικό αχό της ασημένιας καμπάνας της Αγιαλαύρας. Δεν είδαμε στους χρυσοκέντητους κροσσούς του ιερού της λαβάρου της Λευτεριάς την πρώτη αστραπή. Τη βρήκαμε στου Παπαφλέσσα την αποκοτιά και τα ματωμένα ράσα. Στου Γέρου του Μοριά το γερακίσιο μάτι. Στου Πετρόμπεη το ροδαλό καθάριο πρόσωπο – σύμβολο της καινούριας ζωής του Ελληνισμού που μόλις τότε ρόδιζε στον ορίζοντα. Στου Αναγνωσταρά τον παλληκαρίσιο λόγο: «Το δίκαιόν μας θα το πάρωμεν με το χέρι μας». Στου αραποτσούκαλου Νικηταρά το δαμασκί σπαθί. Στου Μητροπέτροβα – παλιού κλέφτη – τη μπαρουτοκαπνισμένη μορφή, Στου Σολιώτη, στων Πετιμεζάδων, στου Αναγνώστη Στριφτόμπολα τα σταυρωτά τα φυσεκλίκια…». Ο Φιλήμων στα προλεγόμενα στα Υπομνήματα του Π. Π. Γερμανού αναφέρει ότι «Τα εις Κατζάναν, Λιβάρτζι και Φενεόν συμβάντα τη 18 και 19 Μαρτίου δεν κανονίζουσιν την κυρίαν εποχήν της Επαναστάσεως, αν και πρόδρομοι ταύτης…». Ο ίδιος (Φιλήμων, τ. Γ΄, σ. 8) αναφέρει: «… Αλλ’ έρχεται συν Θεώ της επαναστάσεως ο σπινθήρ από της 18 Μαρτίου[6] 1821, και ο σπινθήρ ούτος, από του ενός μέχρι του άλλου άκρου της Χερσονήσου και από αυτής επί του Αιγαίου και της στερεάς, μεταδίδει την φλόγα του πολέμου εκείνην, ην αι τοσαύται προσπάθειαι και θυσίαι των Τούρκων, αι τοσαύται κατά γην και κατά θάλασσαν δυνάμεις τούτων, περιέστειλαν μεν κατά μέρη, προϊόντος του χρόνου, ουκ έσβεσαν όμως βόσκουσαν επί εννέα έτη. Τα Καλάβρυτα, πιστή κατά την Μεσημβρινήν Ελλάδα ηχώ του κηρύγματος του Αλεξξάνδρου Υψηλάντου, δίδουσι το σύνθημα. […]. Απόστολοι αληθείς της μεγάλης βουλής του Υψίστου, ο μεν Σωτήριος Χαραλάμπης, βλέπων ζημιώδη πάσαν αναβολήν και συνεπής ων επί τη ιδέα, ην εξέφρασεν εν τη Λαύρα, ενθαρρύνει τον Νικόλαον Σολιώτην. Ούτος δε ενεδρέυων τη 16 Μαρτίου μμετά του Αναγνώστου Κορδή και άλλων εν ταις Πόρταις του Αγριδίου, χωρίου των Κλουκινών, φονεύει τους λεγομένους «γυφτοχαρατζίδας» και τρεις εκ των «εσπάχ» Τριπολίτας Τούρκους, διαβαίνοντας γραμματοφόρους του καϊμακάμου Μεχμέτ Σαλήχ προς τον Χουρσήτ πασσάν. Επίσης εφόνευσε και ετέρους επτά Τούρκους κατά τα πέριξ χωρία Αρφαρά του τμήματος Χασίων. […]. Συγχρόνως [με το κτύπημα του Σολιώτη στις Πόρτες Αγριδίου] οι πέριξ κάτοικοι φονεύουσιν εν τω πλησίον κειμένω χωρίω Βερσοβά άλλους τινάς εκ της Αμφίσσης εις Τρίπολιν μεταβαίνοντας Τούρκους. Παρά τον Σολιώτην δε ο Σωτήριος Χαραλάμπης εισηγήσατο και τω Κωνσταντίνω Πετιμεζά, κεκρυμμένω άχρι τούδε εν τω Μεγασπηλαίω, ίνα εξέλθη και τεθή επικεφαλής των οπλοφόρων των εν ταις Κατσάναις χωρίων Μάζι και λοιπών. Και ούτος μεν ανταπεκρίθη ευθύς μετά του προκρίτου αυτών Κωνσταντίνου Παπαδέου, κατοίκου εν Μάζι. Οι δε δύο ομώνυμοι γέροντες Ασημάκης Ζαΐμης και Ασημάκης Φωτήλας, συντρώγοντες εν τη Κυναίθη, ενθουσιάζονται ο πρώτος παρά του δευτέρου και συγκροτούσι τας φιάλας οίνου ως σημείον χαράς δια την αρχομένην τέως προσβολήν κατά των τυράννων και εν τη Πελοποννήσω. Επικαλούμενος δε βοηθόν τον Θεόν δια του σημείου του σταυρού, ο Ζαΐμης απαγγέλλει προς τον παρ’ αυτώ αρματωλόν και σωματοφύλακα Χονδρογιάννην το πρόσταγμα βάρε![7] Και ούτος τη 18 Μαρτίου ενεδρεύει μετά άλλων εν ταις Κατσάναις κατά την θέσιν Χελωνοσπηλιάς, ίνα προσβάλη τον Σειδή σιπαχήν, Λαλαίον, μεταβάινοντα εκ των Καλαβρύτων εις Τρίπολιν και συνοδεύοντα τον Νικόλαον Ταμπακόπουλον, τραπεζίτην εκ Γόρτυνος. […]». Αλλά ο ίδιος (Δοκίμιον…, τ. Γ΄, 64) αναφέρει: «Περαίνοντες το παρόν περί της επαναστάσεως εν Πελοποννήσω κεφάλαιον, κηρύσσομεν άδικον όλως και ως προς τινα πρόσωπα εν μέρει και ως προς το έθνος εν γένει την ιδέαν, ότι αι πρώται εν Καλαβρύτοις γενόμεναι προσβολαί ήσαν «ληστρικαί… έργον τριών ή τεσσάρων οπλοφόρων ατάκτων».[8] Άδικον μεν δια τα πρόσωπα, διότι απαλλοτριοί από του Σωτηρίου Χαραλάμπου, Ασημάκη Ζαΐμου, Ασημάκη Φωτήλα και άλλων την τιμήν του πρωταθλητού, άδικον δε δια το έθνος, διότι εν άλλαις λέξεσι καταστρέφει εν όλον παρελθόν μεγάλων εργασιών, και παρίστησιν ούτω την επανάστασιν της Πελοποννήσου και επομένως της Ελλάδος απάσης ουχί ως ιδέαν εθνικήν, πραγματοποιουμένην επί τέλους, αλλ’ ως εν σύμβασμα τυχαίον και μικρόν, εξ’ ού αποτέλεσμα μέγα παρήχθη. Εάν αι γενόμαναι εν Καλαβρύτοις προσβολαί ήταν ληστρικαί, οι πρόκριτοι συνελάμβανον βεβαίως, διότι ηδύναντο, «τους τρεις ή τέσσαρας ατάκτους οπλοφόρους» και παρέδιδον τη τουρκική αρχή, ήτις απήτησε μάλιστα τούτο, απαλλασόμενοι δια του τρόπου αυτού της ευθύνης και των περαιτέρω συνεπειών. Ουδενός δε τοιούτου γενομένου, έπεται αναντίρρητος η συστηματικότης των προσβολών αυτών διότι εγένοντο κατά διαταγήν, διότι οι προσβαλόντες ήσαν στρατιώται των προκρίτων, διότι αι προσβολαί σύγχρονοι ενεργήθησαν εν τρισί θέσεσι της αυτής επαρχίας, διότι αμέσως επολιορκήθησαν ο βοεβόνδας και οι λοιποί Τούρκοι των Καλαβρύτων και, επί τέλους, διότι προ των προσβολών μεν τοσαύται εγένοντο συνεννοήσεις, τον πόλεμον αφορώσαι, μετά τας προσβολάς δε η Πελοπόννησος άπασα διηγέρθη ευθύς. Αποτέλεσμα τοιούτον ουδέποτε ηδύναντο φέρειν προσβολαί ληστρικαί και άτακτοι, ουδέ «το έργον τριών ή τεσσάρων ατάκτων οπλοφόρων» ηκολούθει ποτέ η Πελοπόννησος και η Ελλάς άπασα. Ούτε κατ’ ουσίαν άρα, ούτε κατά τρόπον, αν τι τοιούτον εννοείται, ληστρικαί υπήρξαν αι προσβολαί των Καλαβρύτων, ο πρώτος ούσαι σπινθήρ της μεγάλης επαναστατικής πυρκαϊάς κατά την μεσημβρινήν Ελλάδα. Μόνω τω «Μόρα καϊμακάμη» Μεχμέτ Σαλήχ συνεχωρείτο και λέγειν και γράφειν: «Εις τον δρόμον Κατσάναις εβγήκαν μερικοί κλέπται (οι καθ’ ημάς λησταί), και εβάρεσαν μερικούς περαστικούς». Είτε ως εξουσία είτε ως ιδιώται, οι Τούρκοι ωνόμαζον τους επαναστάντα Έλληνας «χιρζίζ γκιαουρλάρ» (κλέπτας απίστους). Ουδείς δ’ αγνοεί των ανθρώπων, ότι, ως έλειπον και ταμεία πλήρη χρημάτων και αποθήκαι πλήρεις όπλων, πολεμοφοδίων και τροφών, ούτως έλειπον εν τοις Καλαβρύτοις και εν πάση άλλη επαρχία και στρατοί συγκροτημένοι και μεγάλοι, όπως επιδεικτικήν επιχειρήσωσι την έναρξιν του πολέμου, και ουχί εκ των ενόντων. Αυτήν ωφείλομεν την δικαιοσύνην υπέρ του πατριωτισμού ανθρώπων, οίτινες εν τοις πρώτοις εξετέθησαν υπέρ των όλων και θυσία η ευγενεστέρα και ιστορικωτέρα προσηνέχθησαν και ήδη και καθ’ όλον τον υπέρ αναεξαρτησίας αγώνα».[9] Αλλά και αυτόν ο Γ. Αναπλιώτης προσπαθεί να αποδομήσει, αναφέροντας (σ. 49 κ. ε.) ότι «η επιχειρηματολογία του Φιλήμονα δε στηρίζεται σε ιστορικά τεκμηριωμένα γεγονότα, αλλά σε παραχαραγμένα και παρερμηνευθέντα συμβάντα…» κ.λ. Την ύπαρξη των προεπαναστατικών γεγονότων ουδείς την αρνείτα, αλλά εξ’ αυτών άλλοι θεωρούν μυθεύματα τα περί της ύψωσης του λαβάρου στην Αγία Λαύρα από τον Π. Π. Γερμανό, και άλλοι ότι τα γεγονότα του 1821 στο Αγρίδι και στα άλλα μέρη της επαρχίας Καλαβρύτων, ήσαν μεμονωμένα και δεν συνιστούν έναρξη επανάστασης, και άλλοι ότι η επίθεση στη Χελωνοσπηλιά είχε ληστρικό χαρακτήρα. Ο Ν. Σπηλιάδης (Απομνημονεύματα…, Α΄, 63) αναφέρει ότι: «… Την 22 [Μαρτίου 1821] κινούσιν από την Μάνην ο Θ. Κολοκοτρώνης[10], ο Διονύσιος Τρουπάκης (και Μούρτζινος), ο Αναγνώστης Παπαγεωργίου (και Αναγνωσταράς), ο Κυριακούλης και Ηλίας Μαυρομιχάλης, ο Καπιτανάκης, ο Κουμουνδουράκης, και άλλοι Μανιάται και έρχονται εις την Καλαμάταν, όπου ήλθεν επομένως και ο Π. Μαυρομιχάλης. Την 23 έφθασεν εκεί ο,τε Νικηταράς, ο Αρχιμανδρίτης Δικαίος, ο Μητροπέτροβας, ο Κεφάλας και άλλοι από τα πέριξ, και ο αριθμός των υπό τας σημαίας τούτων τε και εκείνων ενόπλων υπερβαίνει τας πέντε χιλιάδας. Οι Τούρκοι παραδίδονται δια συνθηκών. Την 24 εψάλη παράκλησις εις τον Θεόν δια την σωτηρίαν και ελευθερίαν της πατρίδος παρά τον Πάμισον ποταμόν, εχειροτονήθη ο Π. Μαυρομιχάλης αρχιστράτηγος υπό των παρευρεθέντων Ελλήνων, και διεκήρυξεν εν ονόματι του έθνους την επανάστασιν …[παραθέτει ο Σπηλιάδης την διακήρυξη, και συνεχίζει:] Την δε 25 πραγματικώς αρχιστράτηγος ο Θ. Κολοκοτρώνης, παραλαμβάνει τριακοσίους Μανιάτας από τον Μούρτζινον, και κινείται προς τα Μεσόγεια. Ο Νικηταράς τον παρακολουθεί, οι δε άλλοι όλοι στρατεύονται κατά των φρουρίων της Μεσσηνίας, άπαντες δε τουφεκίζουν καθ’ οδόν δια να ενσπείρωσιν αφ’ ενός φόβον και τρόμον εις τους Τούρκους, και αφ’ ετέρου δια να ακούσωσιν ο λαός και να λάβωσι πανταχού τα όπλα, ως και τα έλαβον. Και τοιουτοτρόπως την 25 Μαρτίου του 1821 επανέστη η Πελοπόννησος μετά την 24 του Φεβρουαρίου, καθ’ ήν ο Υψηλάντης διεκήρυξεν εις την Μολδαυίαν την επανάστασιν. Ο δε Πέτρος Μαυρομιχάλης μετά τρεις ημέρας αφ’ ής περιωρίσθησαν εις Τριπολιτσάν οι Αρχιερείς και προεστώτες μεθ’ ών και ο υιός του, γράφει προς την εξουσίαν και ειδοποιεί, ότι οι κάτοικοι της Μεσσηνίας επανέστησαν και συνέρρευσαν υπέρ τας δέκα χιλιάδας εις Καλαμάταν, όπου εκείνος, ως πιστός της βασιλείας μετέβη, και μόλις ηδυνήθη να διασώση τους εκεί ευρισκομένους Οθωμανούς ομού με τον έπαρχον, τους οποίους οι αποστάται απαιτούσι. Γνωμοδοτεί δε να αποδώση[11] η εξουσία τους αρχιερείς και προεστώτας ως και τον υιόν του[12], και ούτω να γενή ανταλλαγή με τον έπαρχον και τους Οθωμανούς της Καλαμάτας. Η εξουσία απαντήσασα τον εξέπληξεν ότι ήτον ύπουλος και επίβουλος…». Όμως φαίνεται ότι η Επανάσταση είχε προδοθεί. Ο Γιουσούφ Μπέης (Λαΐου – Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις…, 94) αναφέρει: «Ο Σεΐχ Νετζίπ Εφέντης, από τους σεΐχηδες της Τριπολι­τσάς, είχε παλιότερα σχέσεις και οικειότητα με κάποιον άπι­στο μανιάτη κλέφτη· προκειμένου να αποσπαστούν πληροφο­ρίες, του έστειλε άνθρωπο και γράμμα.[13]Την τρίτη μέρα επέ­στρεψε ο άνθρωπος με την απάντηση, η οποία διαβάστηκε σε συμβούλιο όπου ήμουν και εγώ και έτσι την κατέγραψα εδώ: «Φίλε μου εφέντη! Το μιλέτι των Ρωμιών είναι στο σύνολό του ομόφωνο και σύμφωνο. Ας ανοίξουν αμέσως οι μουσουλμά­νοι τα μάτια τους. Τόσα λόγια αρκούν· δεν βοηθάει να γράψω γράμμα, και χαιρετώ». Ο Π. Π. Γερμανός (Απομνημονεύματα… (1900), 30-31) αναφέρει:«…Και επειδή πλέον η σκηνή ηνεώχθη, έγραψαν ευθύς οι Αρχηγοί της των Πατρών πολιορκίας αποστείλαντες και ανθρώπους εις τον Πετρόμπεην[14], εις τους Δεληγιανναίους, εις την Γαστούνην και εις άλλα μέρη της Πελοποννήσου, δίδοντες την είδησιν των συμβεβηκότων, και παρακινούντες τους να μην αναβάλλουν τον καιρόν, ότι πλέον άλλη θεραπεία δεν είναι, ότε πρώτοι οι Μανιάται με τον Πετρόμπεη εμβήκαν εις Καλαμάταν, και ηχμαλώτισαν τον εκεί Βοεβόδαν Αρναούτογλουν και άλλους τινάς Τούρκους ευρεθέντας εκεί.[15] Εις δε τα Καλάβρυτα επολιόρκησαν εις τους τρεις πύργους τους εκεί Τούρκους, οίτινες μετ’ ολίγων ημερών αντίστασιν παρεδόθησαν με συνθήκας…»…..

—————————————————————————————————-


[1] Ο Αναπλιώτης (Αγία Λαύρα…, 22) αναφέρει ότι: «Το κτύπημα του Βυτινιώτη τραπεζίτη και φιλικού Νικολή Ταμπακόπουλου και του συντρόφου του Σεϊδή, έπειτα από «χωσιά» στη Χελωνοσπηλιά, είναι καθαρά ληστρική ενέργεια. […]. Οι επαναστάσεις δεν αρχίζουν με ληστείες, αλλά μ’ άλλου είδους κτυπήματα. Και προπαντός: Με παράλληλη διακήρυξη του δικαίου που τα επιβάλλει…».

[2] «Δ. Χ. Δουκάκης, Μεσσηνιακά και ιδία περί των Φαρών και Καλαμάτας, εν Αθήναις 1911, τ. Γ΄, σ. 221. Το φόνο του Μουράτ μνημονεύει και ο Φίνλεϋ. Ο Φραντζής γράφει σχετικά: «Όταν δε έφθασεν (ο Μουράτ) εις το μέρος όπου ήτο η ρηθείσα ενέδρα, τω είπεν ο Νικηταράς. Βρε Τούρκο, άφησε τ’ άρματά σου κι’ έλα εδώ! Ο Μουράτης νομίσας τους λόγους αυτούς ως αστεϊσμόν παρακούσας ώδευσε, πάραυτα δε ο Νικηταράς διέταξε και δι’ ενός πυροβόλου εφόνευσαν αυτόν».».

[3] «Ο Γ. Π. Κρέμος (Νεωτάτη γενική ιστορία, εν Αθήναις 1890, τ. Δ΄, σ. 779) τις χαρακτιρίζει – σωστά – «προοίμια της επαναστάσεως εν Πελοποννήσω». Ο Μέντελσον Βαρθόλδυ (Ιστορία της Ελλάδος, ό. π.π.), «ληστικές επιδρομές και μεμονωμένους φόνους». Ο Μ. Οικονόμου (ό. π.π., σ. 58) «μεμονωμένες και άσχετες» με την Επανάσταση. Ο Άμβρόσιος Φραντζής (ό. π.π., σ. 147) «ακροβολισμούς» που «έγιναν ως υποκεκρυμένοι υπό το πρόσχημα ληστρικού κινήματος, και ουχί δημοσίου γεγονότος αποστατικού». Κι ο Σπ. Τρικούπης (ό. π.π., σ. 59) σαν «μη επαναστατικές».».

[4] «Απ. Β. Δασκαλάκης, Πώς εκηρύχθη η επανάστασις εις την Πελοπόννησον, Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1962, σ. 139».

[5] «Η ημερομηνία συμφωνεί απόλυτα με τη μαρτυρία του Γέρου του Μοριά: «Το κίνημά μας έγινεν εις τας 22 Μαρτίου εις την Καλαμάταν. Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμε τους Τούρκους…».».

[6] «Ούτως εξηγείται και περιγραφή τις των κατά την εποχήν ταύτην γενομένων, μηνολογουμένη τη 20 Ιουνίου 1821 εν Ύδρα και αρχομένη ως ακολούθως: «Εις το μέρος των Καλαβρύτων Μαρτίου 18 εκηρύχθη πρώτον η ελευθερία. Έπειτα εις το μέρος Πάτρας και Βοστίτζας…».».

[7] «Το βαρώ, άλλην παρά τοις παλαιοίς έχον έννοιαν, σημαίνει παρ’ ημίν το επιτίθεμαι δι’ όπλων, πολεμώ, θανατόνω».

[8] «Κατά πολύ διέστρεψαν διάφοροι τον νούν του πρώτου εν Καλαβρύτοις κτυπήματος, πικράς προσάψαντες κατηγορίας κατά προσώπων, και εις πολλούς περιπεσόντες παραλογισμούς, τον ένα χείρονα του άλλου. Η προσωπικότης και η πολιτική διαίρεσις ουδ’ αυτής εφείσθη της οφειλομένης δικαιοσύνης εις άνδρας, εκθέσαντας εν τοις πρώτοις και εαυτούς και τέκνα και περιουσίας υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος. Παραιτούμεθα δε πάσης αντιπαραθέσεως και ακριβολογίας επί των πραγμάτων, ίνα μη προσβάλωμεν και ημείς πρόσωπα».

[9] Στο λ. Καλαβρύτων επαρχία, παρατίθενται επί πλέον στοιχεία εκ του Δοκιμίου του Φιλήμονος, περί της ενάρξεως της επαναστάσεως στην επαρχία Καλαβρύτων.

[10] [Στα απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης αναφέρει ότι στις 6 Ιανουαρίου 1821 είχε φτάσει στη Σκαρδαμούλα της Μάνης (Θ. Κολοκοτρώνης: Διήγ. συμβάντων της Ελλην. φυλής, καταγρ. Γ. Τερτσέτης, επιμ. Τ. Βουρνάς, Αθήνα, 145.)]

[11] Όπως ο ίδιος ο Σπηλιάδης (Α΄, 65) αναφέρει, οι Τούρκοι κάλεσαν τους δημίους με σκοπό να θανατώσουν τους εγκλείστους αρχιερείς και προεστούς ως και τον υιό του Μαυρομιχάλη, αλλά με την μεσολάβηση του διερμηνέα Σταυράκη στον τοποτηρητή, τον οποίο έπεισε ότι οι φυλακισμένοι δεν θα έπρεπε να πέσουν θύματα των παθών, ο τοποτηρητής διέταξε να αποσυρθούν οι δολοφόνοι, οι δε φυλακισμένοι μετεκομίσθησαν σε άλλον απόκεντρο θάλαμο.

[12] [Ο Π. Πατρών Γερμανός (Υπομνήματα…, 12) αναφέρει: «… Εν τοσούτω, έμβαινον εις την Πελοπόννησον δια του Ισθμού ολίγα Οθωμανικά Στρατεύματα, και ο Καϊμακάμης απεφάσισε να προσκαλέση εις την Τριπολιτζάν τους Αρχιερείς και Προεστώτας, επί τω λόγω, ότι είναι αναγκαίαι υποθέσεις να θεωρηθώσι. Και πρώτον μεν επροσκάλεσε τους Προεστώτας, οι οποίοι ευθύς άρχισαν να εμβαίνουν εις την Τριποιτζάν. Εζητήθη και από μέρους του Πετρόμπεη ένας άνθρωπος, και απέστειλε τον υιόν του Αναστάσιον. Έπειτα έγιμε πρόσκλησις και των Αρχιερέων…»]

[13] «Ο Φιλήμων αναφέρει ότι οι Μανιάτες Κουμουνδουράκης και Καλκαντής είχαν προδώσει το μυστικό της επικείμενης επανάστασης στον Μουσταφά Αγά της Μονεμβασιάς και ότι ενημερώθηκαν σχετικά οι αξιωματούχοι της Τρίπολης. Ενδεχομένως ένας από τους δύο Μα­νιάτες πληροφόρησε σχετικά και τον Σεΐχ Νετζίμπ Εφέντη. Βλ. Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο, 1834, σ. 321-323.».

[14] [Αλλά και ο Τούρκος Γιουσούφ Μπέης (Σ. Λαΐου-Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμαν. Αφηγήσεις…, 93) αναφέρει: «Ο Τάταρος που είχε προηγουμένως σταλεί στον Πετρόμπεη, αρχηγό της Μάνης, επέστρεψε φέρνοντας την απάντηση του τελευταίου, η οποία ήταν η εξής: Άκουσα ότι οι κλέφτες και ληστές, των οποίων τα ονόματα αναφέρετε, πέρασαν στο Μοριά και περιφέρο­νται εντός των συνόρων μας. Ενημερώθηκα και από τις αναφορές παυ έφτασαν τώρα ότι εάν πράγματι βρίσκονται σε αυτά τα μέρη, πρέπει να εκδιωχτούν από τα σύ­νορά μας σύμφωνα με τους όρους [που ισχύουν] στη χερσόνησο· είναι λογικό, καθώς τέτοιοι ληστές περιφέ­ρονται στα σύνορά μας κρυφά και φανερά και κυκλοφο­ρούν διάφορες φήμες, να έχει δημιουργηθεί καχυποψία εναντίον μας στις αρχές τον τόπον και της χερσονήσοv. Για την ασφάλεια των κατοίκων, μπορώ να στείλω ως ενέχυρο (ρεxv) το παιδί μοv,* τον γραμματικό μαυ παυ είναι και σvγγενής μαυ, και άλλους πέντε δέκα συγγε­νείς μαυ, να μείνουν εκεί ως εγγύηση. Αν θεωρείτε πως ούτε έτσι υπάρχει ασφάλεια, μόλις φτάσει σχετική δια­ταγή του καϊμακάμη μαζί με γράμματα των προκρίτων της χερσονήσου, να έρθω και προσωπικά ο ίδιος…».]

*«Πρόκειται για τον Αναστάση Μαυρομιχάλη».

Και σε επόμεν σελ. (95) συνεχίζει: «… Όσο για τα λεγόμενα στο γράμμα που είχε φτάσει προηγουμένως από τον αρχηγό της Μάνης, συ­ζητήθηκαν και δεν κρίθηκε αναγκαίο προς το παρόν να ζη­τηθεί να έρθει και ο ίδιος, καθώς υπήρξαν κάποιες αντιρρή­σεις ωστόσο, αποφασίστηκε ότι θα ήταν σκόπιμο να στείλει πράγματι τον γιο του, τον γραμματικό του και κάποιους αν­θρώπους του. Γράφτηκε και στάλθηκε απάντηση, και σε πέντε μέρες πράγματι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Τριπολιτσά ο γιος, ο γραμματικός και κάποιοι άνθρωποί του…».

[15] «Εν τη ώα [ώα=περιθώριο] υπάρχει το εξής σημείωμα γεγραμμένον δι’ άλλης χειρός: «Εδώ πρέπει να προστεθή η από 25 Μαρτίου προκήρυξις του Πετρόμπεη από το μέρος του Έθνους προς τους Χριστιανούς μονάρχας, δι ής παραίστενεν τα αίτια οπού εβίασαν το Έθνος να πιάση τα όπλα και εζήτει την υπεράσπισίν των».».

Πηγή: «Ιστορικο λεξικο της επαρχίας Καλαβρύτων» όπως αυτό επανασυντάσσεται.

Σημείωση: Ισχύει ότι προβλέπει η νομοθεσία γιατα πνευματικά δικαιώματα.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην επαρχία Καλαβρύτων.

2.

Έναρξη της Επανάστασης του 1821: Η 25η Μαρτίου 1821 είναι η ημέρα η οποία επίσημα και ίσως με σκοπό να αποτελέσει μία συνεκτική και συμβολική όλων των γεγονότων της Πελοποννήσου ημερομηνία, με Βασιλικό Διάταγμα[1] της 15/21 Μαρτίου 1838, καθιερώθηκε[2] ως ημέρα έναρξης της επανάστασης[3] και συνεορτασμού με τον Ευαγγελισμό και γι’ αυτό τα αναφερόμενα ως προεπαναστατικά γεγονότα, παρ’ ότι αυτά καθ’ εαυτά αποτελούν πολεμικά επεισόδια έναρξης της επανάστασης και ίσως ήτο ορθότερο να αναφέρονται ως πρωτεπαναστατικά γεγονότα, αφορούν το διάστημα πριν την 25η Μαρτίου.

Ο Φωτάκος αναφέρει: «Όλα αυτά τα κτυπήματα έγιναν από τις 15 έως εις τας 21 Μαρτίου. Εζήτησα να βάλω ημερομηνίαν καθενός, αλλά είναι όλαι ημερομηνίαι ασύμφωνοι περί τούτου, και εγώ δεν ημπόρεσα αυτά να τα μάθω ακριβώς όλα πότε έγιναν διότι δεν μας ήρχοντο αι ειδήσεις ευθύς».

Στη συνέχεια μετά τις 23 Μαρτίου ακολούθησε η ανακοίνωση προς τους Ευρωπαίους, του Αχαΐκού Διευθυντηρίου στην Πάτρα και των Μεσσηνίων[4] στην Καλαμάτα περί της αυτοδιάθεσης των Ελλήνων.

Την έναρξη της επανάστασης ευνόησε και η αποστασία του Αλή Πασά, όστις αρνήθηκε να μεταβεί στην Πύλη διότι θα αποκεφαλιζόταν. Έτσι  (τον Μάϊο του 1820) στάλθηκε εναντίον του ο διοικητής της Πελοποννήσου Χουρσίτ πασάς με χιλιάδες Οθωμανικού στρατού, αποδυναμώνοντας έτσι την Πελοπόννησο και διευκολύνοντας την επανάσταση.

Ο Τούρκος ιστορικός Σανί-ζαντέ Μεχμέτ Αταουλλάχ Εφέντης αναφέρει[5] τα εξής για την εξέγερση των Ελλήνων, αποδίδοντάς την σε υποκίνηση τόσο από το χριστιανικό ιερατείο, όσο και από τα ευρωπαϊκά κράτη[6]: «Οι παπάδες [του έθνους των Ρωμιών] … διαστρεβλώνοντας τις λέξεις και αλλοιώνοντας τους λόγους, κατά τrιν παμπάλαια αξιόμεμπτή τους σννήθεια[7], κυκλοφόρησαν διάφορες φήμες και ερεθιστικές φαντασιώσεις, όπως ότι «Άγγελος κατέβηκε στην Ιερονσαλήμ» ή «Ο Πατριάρχης έμαθε ειδήσεις από το υπερπέραν» [με το μήνυμα] «Νίκη των χριστιανών» και «Εμφάνιση του κράτους των [αρχαίων] Ελλήνων», υποκινώντας έτσι διάφορους αφελείς και αδαείς σε ανταρσία και στάση. Ιδιαίτερα, στις διαβουλεύσεις τrις Ιεράς Συμμαχίας (Santa Alyαnça) ορισμένων συμμάχων κρατών της Ευρώπης είχε αποφασιστεί να αναλάβουν από κοινού τη γενική ελευθερία τον χριστιανικού στοιχείου (umumen millet-i kzristiyan’in serbesiyyetini). Και οι Σ. Λαΐου – Μ. Σαρηγιάννης συνεχίζουν: «Τέλος, περιγράφονται επί μακρόν διάφορες ενδείξεις της σχεδιαζόμενης συνωμοσίας για ξεσηκωμό όλων των χριστιανών με υποκίνηση της Ρωσίας[8]. Υποτίθεται, κατά τον Σανί-ζαντέ, ότι από τη στιγμή που δεν ευοδώθηκαν τα σχέδια για έκκληση στην Ιερά Συμμαχία, υπήρχε το σχέδιο να επιτεθούν οι χριστιανοί αιφνιδιαστικά στα μουσουλμανικά καταστήματα των μεγάλων πόλεων και να αποβιβαστούν στρατιώτες στον κόλπο Ξηρού της Θράκης και στο Αϊβαλί· όταν ούτε αυτό το σχέδιο κρίθηκε εφικτό, προκρίθηκε μια ορισμένη μέρα να συγκεντρωθούν σε εκκλησίες και να ξεκινήσουν την επανάσταση. Προς επίρρωση των παραπάνω, ο Σανί-ζαντέ παραθέτει μια σειρά επαναστατικά τραγούδια που κυκλοφορούσαν, αλλά και προφητείες σχετικές με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο[9]. Παρόμοιες φήμες, άλλωστε, μεταφέρει στο έργο του και ο Βαχίτ Πασάς, καϊμακάμης της Χίου και επικεφαλής των στρατευμάτων που διέπραξαν την περίφημη σφαγή το 1822[10]: «Η εμφάνιση της ανταρσίας των Ρωμιών (fitne-i Rum) συνέβη όταν το μιλλέτι των Ρωμιών, από τους ραγιάδες ζιμμήδες (ehl-i zimmet re’ayadan millet-i Rum) παυ κατοικούν στα θεοφρούρητα οθωμανικά εδάφη, υποκείμενοι στον πειρασμό διαβολικών ανθρώπων και στην υποκίνηση καταραμένων μοναχών τοv είδους τους, υπέπεσαν στην πρόθεση να ανορθώσουν τάχα τις τελετές [τη θρησκεία] τον Ιησού. Σύμφωνα με τις διεφθαρμένες απόψεις τους, είχε έρθει ο καιρός να περάσουν στα χέρια των χριστιανών τα ηνία της κτήσης των περιοχών των Ρωμιών και των [αρχαίων] Ελλήνων (bilad-ι Rum ve Yunan), ο καιρός για να περιφέρονται εδώ και κει ελεύθεροι (serbest serbest gezub tozacak) σύμφωνα με τις μαντείες και τους πειρασμούς των παλιών ημερολογίων τους (köhne takvim istihrac ve istidraclarι iktizasιnca). Τι απατηλή ψευδαίσθrιση! Με αυτή τη μάταια πρόθεση και με αυτό το αβάσιμο όνειρο, αυτή η άθλια τάξη (ta’ife-i li’am) ακολούθησε το δρόμο της ανταρσίας και της εξέγερσης. Θεός φυλάξοι, στην αρχή είχαν σvμφωνήσει να βάλουν μια νύχτα από σαράντα πενήντα τόπους ξαφνικά φωτιά στην πόλη της υψηλής βασιλείας, τη θεοφρούρητη μέχρι το τέλος του χρόνου από τη θεϊκή προστασία, και να εξοντώσουν τους μουσουλμάνους σε κάθε τόπο. Με τη χάρη τον Θεού, το σχέδιο έγινε γνωστό και πάρθηκαν μέτρα για να βρουν τιμωρία ο πατριάρχης των Ρωμιών και οι υπόλοιποι αρχηγοί της εν λόγω φυλής (sanadίd-i kavm-ι mersum), όσοι βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη, προτού αυτή η φωτιά της ανταρσίας και ο σπινθήρας της αναστάτωσης επιπέσει στις πόλεις και στα χωριά». Οι ίδιοι συγγραφείς (Λαΐου – Σαρηγιάννης, σ. 79-80) παραθέτουν την αφήγηση του Γιουσούφ Μπέη, όστις αναφέρει: «… Στις αρχές της εξέγερσης στη χερσόνησο, όταν φάνηκε ότι η αλαζονεία και ο δόλος των ραγιάδων θα έφερναν αναμφίβολα [μεγάλο] πόλεμο και μάχη και ότι σε κάθε περίπτωση ήταν επείγον και αναγκαίο να επιδειχτεί σύνεση και προφύλαξη, ήταν απαραίτητο και αναπόφευκτο για τη φροντίδα των υποθέσεων του τόπου να μεταφερθούν στο Μοριά και να παραμείνουν εκεί πέντε ή έξι χιλιάδες στρατιώτες προτού ανάψει για τα καλά η φωτιά της ανταρσίας και της διαφθοράς. Για το σκοπό αυτό, οι πρού­χοντες της χερσονήσου επανειλημμένα προειδοποίησαν τον  Σαλίχ Αγά, κεχαγιά[11] του Χουρσίτ Πασά, που εκείνος τον είχε διορίσει καϊμακάμη[12],ότι «το φάρμακο του γεγονότος πρέπει να ληφθεί προτού εκείνο συμβεί».[13]  Ωστόσο, ο εν λόγω αγάς δεν έδωσε σημασία στα λόγια τους, επειδή είχε μολυνθεί από υπεροψία και δεν είχε δύναμη ή ζήλο για να ασχοληθεί με τη διοίκηση των υποθέσεων του τόπου…».

Δεκαετίες πριν του σήμερα, αρκετοί ακόμα και διανοούμενοι, εκμεταλλευόμενοι τα πολλά αυτά γεγονότα άρχισαν με διάφορα βιβλία και δημοσιεύματα να παρουσιάζουν μια διαμάχη σχετικά με το πότε και πού κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1821 και να προωθούν την αναγνώριση της Καλαμάτας ως την πόλη όπου άρχισε η επανάσταση[14].

Μεταξύ αυτών ήσαν ο Κολονάλος, όστις το 1948 υποστήριξε ότι η Καλαμάτα προηγήθηκε στην έναρξη και των Καλαβρύτων και των Πατρών. Ο Ακαδημαϊκός και καθηγητής Κουγέας το 1957, ο οποίος υποστήριξε το ίδιο για την Καλαμάτα: «Ότι η πρώτη σοβαρά και επίσημος επαναστατική πράξις έλαβε χώραν εις την Καλαμάταν (όπου ήταν παρόντες οι παραπάνω Πρωταθλητές του ιερού μας Αγώνα) την 23 Μαρτίου 1821[15] και όχι εις την Αχαΐαν (τας Πάτρας ή την Αγίαν Λαύραν) την 25 Μαρτίου, ως κοινώς νομίζεται, είναι εκτός πάσης αμφισβητήσεως…».[16] Ο Απ. Β. Δασκαλάκης (Τα αίτια και οι παράγοντες της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821. Εν Παρισίοις 1927, σ. 77, υποσημ.) αναφέρει: «… Πράγματι ο Υψηλάντης είχεν ορίσει την 25 Μαρτίου, ως ημέραν γενικής εκρήξεως της Ελληνικής επαναστάσεως, ακριβώς λόγω του συμβολισμού της. Αλλ’ ούτε αυτός ο ίδιος, ούτε άλλος των αρχηγών ετήρησε τούτο, η δ’ επανάστασις εκηρύχθη, αλλαχού επισπευθείσα και αλλαχού επιβραδυνθείσα, αναλόγως των τοπικών συνθηκών και περιστάσεων. Το ότι η ύψωσις της σημαίας της επαναστάσεως εν Αγία Λαύρα, και μάλιστα την 25 Μαρτίου, είναι θρύλος και όχι πραγματικόν γεγονός, ουδεμίαν μας αφήνουν αμφιβολίαν αι σύγχρονοι ιστορικαί πηγαί. Ο Π. Πατρών Γερμανός, όστις φυσικά επί του σημείου τούτου είναι ο μάλλον αρμόδιος, εις τα απομνημονεύματά του, ως θα ίδωμεν κατωτέρω, όχι μόνον δεν αναφέρει τοιούτον τι, αλλ’ αφηγούμενος πως διεδραματίσθησαν τα πρώτα γεγονότα της Αχαΐας, αφήνει να εννοηθή ότι ουδέποτε έλαβε χώραν. Την 5 Μαρτίου 1821, παρακούσαντες εις την πρόσκλησιν των Τούρκων της Τριπόλεως, οι προύχοντες της Αχαΐας και ο Γερμανός, κατέφυγον μεν εις την μονήν της Αγίας Λαύρας, αλλ’ απεμακρύνθησαν εκείθεν δια τον φόβον μη συλληφθούν, μεταξύ 10-15 Μαρτίου, χωρίς να λάβουν εισέτι ουδεμίαν οριστικήν απόφασιν. […]. Την 25 Μαρτίου ουδείς ευρίσκετο εις την Λαύραν δια να κηρύξη την επανάστασιν, η οποία άλλωστε είχε ήδη κηρυχθήκαι από της 23 ο μεν Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης κατέλαβον τας Καλάμας και επολιόρκουν όλα τα φρούρια μέχρι της Αρκαδίας, οι δε Γερμανό, Λόντος, Ζαΐμης κ.λ.π. είχον καταλάβει τα Καλάβρυτα και επολιόρκουν ήδη το φρούριον των Πατρών. Ταύτα χάριν της ιστορικής αληθείας. Αλλ’ η ημέρα του Ευαγγελισμού, συμπέσασα πάντως εντός των πρώτων γεγονότων, και επιβληθείσα εις την κοινήν συνείδησιν ωςσυμβολίζουσα εν συσχετισμώ της θρησκευτικής σημασίας της τον όλον αγώνα της Ελληνικής ελευθερίας, δικαίως ωρίσθη ως εθνική εορτή διλα του διατάγματος του 1838…». Ο ίδιος (Δασκαλάκης, σ. 84) αναφέρει: «Από της 16 Μαρτίου ήρχισαν αι εις διάφορα σημεία επιθέσεις των κλεφτών κατά διαφόρων Τούρκων υπαλλήλων και άλλων, πράξεις αι οποίαι άλλοτε θα εχαρακτηρίζοντο απλώς ως ληστείαι, αλλά με την έξαψιν και την ταραχήν, η οποία επεκράτει δικαίως εχαρακτηρίσθησαν ως προμηνύματα της επαναστάσεως. Την 21 Μαρτίου ο διοικητής των Καλαβρύτων Αρναούτογλου τρομοκρατηθείς εκ μιάς τοιαύτης επιθέσεως κλεφτών εκλείσθη εις τους πύργους ως εν εμπολέμω καταστάσει. Τότε οι Πετιμεζάδες συναθροίσαντες όλους τους αφορμήν ζητούντας προς έναρξιν των εχθροπραξιών κλέφτας και λοιπούς οπλοφόρους επολιόρκησαν τους πύργους και εξηνάγκασαν τους Τούρκους να παραδοθούν. Αυτό υπήρξε το πρώτον πολεμικόν επεισόδιον της Ελληνικής επαναστάσεως…».

—————————————————————————————–


[1] «Επί τη προτάσει της Ημετέρας επί των Εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματείας, θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα δια την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής» .

[2] «Ωστόσο, η ιδέα να καθιερωθεί η 25η Μαρτίου ως εθνική εορτή είχε διατυπωθεί ήδη από το 1834, στο υπόμνημα που είχε συντάξει στα γαλλικά ο Π. Σούτσος [ως σύμβουλος του υπουργού Εσωτερικών Ι. Κωλέττη] και το οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, είχε καταθέσει ως πρόταση για σχέδιο νόμου στον Όθωνα ο Ι. Κωλέττης με τίτλο «περί της καθιερώσεως εθνικών εορτών και δημόσιων αγώνων κατά το πρότυπο εκείνων της αρχαιότητας»*. Ο συντάκτης του Παναγιώτης Σούτσος, Φαναριώτης και οπαδός του «αγγλικού» κόμματος με γαλλική παιδεία, δεν αναφερόταν στη θρησκευτική εορτή του Ευαγγελισμού κατά την αιτιολόγηση της πρότασής του. Αφού έκανε μια ιστορική αναδρομή στο ξέσπασμα της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία και στη συνέχεια στην Αχαΐα, κατέληγε: Η φωτιά της επανάστασης που ξέσπασε έκαψε την Πάτρα στις 22 του ίδιου μήνα [Μαρτίου] και στις 25 ολόκληρη την Πελοπόννησο. Η 25 Μαρτίου πρέπει λοιπόν να θεωρηθεί ως η μέρα της νέας εποχής, πόσω μάλλον που αυτή η μέρα προφητεύονταν από τους καλόγερους του Μεγάλου Σπηλαίου ως η μέρα της αναγέννησης της Ελλάδας και ως τέτοια την φοβούνταν οι Οθωμανοί της Πελοποννήσου και έπαιρναν μέτρα ασφαλείας…**» (Κουλούρη Χριστίνα «Γιορτάζοντες το έθνος εθνικοί επέτειοι στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα» 2012, σελ. 198).

* «Sur l’institution des solennités nationales et des jeux publics à l’instar des ceux del’antiquité», 22 janvier/2 février 1835. Αναδημοσιεύεται ολόκληρο στο Κων. Αθ. Διαμάντης, [Πρότασις καθιερώσεως εθνικών επετείων και δημοσίων αγώνων κατά το πρότυπον των εορτών της αρχαιότητος κατά το έτος 1835, «Αθηνά», Σύγγραμμα περιοδικόν της εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας, τομ. 73, 74 (1972, 1973)] σ. 312-325.

** «Κων. Αθ. Διαμάντης, ό.π., σ. 314. Ο Σούτσος γράφει ότι ο Π.Π. Γερμανός μαζί με τους προεστούς των Καλαβρύτων και του Αιγίου κήρυξαν την επανάσταση στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας στις 17 Μαρτίου.».

Το 1836 για να εορτασθεί ο γάμος του βασιλιά Όθωνα και της Αμαλίας κόπηκε μία σειρά από δώδεκα αναμνηστικά μετάλλια με κύριο θέμα την Επανάσταση του 1821. Μεταξύ αυτών των μεταλλίων ήταν και ένα, στο οποίο υπάρχει στη μία του πλευρά ανάγλυφη η σκηνή με τον Γερμανό να κρατά τη σημαία και το σταυρό και δύο αγωνιστές σε κίνηση ορκωμοσίας ή χαιρετισμού, γύρω δε να φέρει την επιγραφή: «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΥΨΩΣΩ ΑΥΤΟΝ – ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 25 ΜΑΡΤ. 1821» (το απόφθεγμα είναι από την Έξοδο, ιε΄, 3). Στην άλλη δε πλευρά του να εικονίζεται ανάγλυφη η μορφή του Γερμανού χωρίς κάλυμα κεφαλής και γύρω την επιγραφη: «ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΡΩΝ». Το σπανιώτατο αυτό μετάλλιο βρίσκεται στο Νομισματικό Μουσείο (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

[3] Ο ίδιος ο Παναγιώτης Σούτσος, στη συλλογή ποιημάτων του με τίτλο «Η κιθάρα», τα οποία εκδόθηκαν στην Αθήνα το 1835, είχε κάνει μνεία ότι η 25 Μαρτίου ήταν ημέρα εορτής των γενεθλίων της Ελλάδος, στο ομότιτλο ποίημά του: «Η 25 Μαρτίου/ ή/ Τα γενέθλια της Ελλάδος./ Έχομεν είκοσι πέντε του Μαρτίου, αν δεν σφάλλω./ Εις το μέτωπόν σου φως μου! Τι αδάμαντας να βάλλω;/ Ελαφρότερον της πάχνης φόρεσ’ ένδυμα λευκόν/ Ώ σεμνή μου ερωμένη! Ώ του έαρος εικών!/ Της Ελληνικής ετέθη σήμερον αυτονομίας/ η αθάνατος κρηπίς,/ (κ.λ.)…».

[4] Σχετικά με τον Π. Μαυρομιχάλη, του οποίου ο υιός Αναστάσης και ένας εκ των ανεψιών του ο Πανάγος Πικουλάκης* (Τρικούπης, Α΄, 53) ήσαν σταλμένοι στην Τριπολιτσά από τον ίδιο, όστις αρνήθηκε να πάει, και εκρατεύντο φυλακισμένοι, ο Π. Π. Γερμανός (Απομνημονεύματα…, (1900) , 28) αναφέρει, ότι όταν οι συσκεφθέντες στην Αγία Λαύρα, μεταξύ των οποίων και ο Π. Π. Γερμανός ανεχώρησαν για τα μέρη τους, «…εν τοσούτω έγραψαν εις τον Πετρόμπεην και εις τους Δεληγιανναίους και εις άλλα μέρη, δια να ιδούν, τι σκοπόν έχουν [για την έναρξη της επανάστασης], αλλ’ εκείνοι έχοντες εις την Τριπολιτζάν τους συγγενείς των, δεν ετόλμων μηδέ να αναφέρωσι περί τοιούτων πραγμάτων…». Ο Απ. Δασκαλάκης (ό. α. σ. 84) αναφέρει: «… Αλλά κατά τον αυτόν ακριβώς χρόνον από την άλλην πλευράν της Πελοποννήσου, την Μάνην, εξελίσσοντο εξ’ ίσου σηματικά γεγονότα. Ο ηγεμών της Μάνης Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης αν και μεμυημένος εις την εταιρείαν, εδίσταζε δια την κήρυξιν της επαναστάσεως. Ήθελεν ιδίως να εξακριβώση αν ήσαν αληθή τα υπό των αποστόλων της εταιρείας διαδιδόμενα περί Ρωσσικών ενισχύσεων. Προς τούτο απέστειλεν ένα έμπιστόν του εις Πετρούπολιν […]. Τοιουτορτόπως ο μπέης της Μάνης έμεινεν εν απολύτω αγνοία της πραγματικής καταστέσεως. Είχε δε και προσωπικούς λόγους δισταγμού, αφού εις υιός του ευρίσκετο όμηρος της πίστεώς του εις την Κωνσταντινούπολιν. Και οι μεν Φιλικοί δια ν’ αποφύγουν κάθε ζημίαν από το πατρικόν φίλτρον, κατόρθωσαν να τον φυγαδεύσουν. Αλλ’ εν τω μεταξύ ο άλλος υιός του είχε σταλή εις την Τρίπολιν, όπου εκρατήθη αιχμάλωτος…». Περί των ενεργειών του  Π. Μαυρομιχάλη, βλ. και άλλη υποσημ. σε επόμενες σελίδες του παρόντος λ.

*» «Όστις επέστρεψεν μετ’ ολίγον εις Μάνην αδεία της εξουσίας εις εξόπλισιν δήθεν των Μανιατών κατά των κακά βουλευομένων» (Σ. Τρικούπης, Ιστορία…, Α΄, 53, υποσημ. (γ) εις σελ. 318). Βλ. και υποσημείωση σε επόμενη σελ. του ιδίου λ.

[5] Λαΐου Σ. – Σαρηγιάννης Μ. Οθωμανικές αφηγήσεις…, 35 κ. ε.

[6] «Yιlmazer (επιμ.), Sαni-zαde tαrihi, σ. 1082».

[7] «Το λεκτικό του Σανί-ζαντέ (tahrif-i kelam) εδώ υπονοεί την παλιά κατηγορία, στο πλαίσιο της διαθρησκευτικής πολεμικής, ότι οι χριστιανοί διαστρέβλωναν την Αγία Γραφή για να κρύψουν τα προμηνύματα του ερχομού του Προφήτη. Για τη χρήση του επιχειρήματος στην οθωμανική περίοδο βλ. Tijana Krstic, Contested Conversions to Islam: Narratives of Religious Change in the Early Modern Ottoman Empire, Στάνφορντ, Stanford University Press, 2011, σ. 70, 85, 104».

[8] «Yilmazer (επιμ.). Samί-zαde tiirίhi, σ. 1059-1071».

Ο Γιουσούφ Μπέης (σελ. 83) αναφέρει για την καθοδήγηση των Ρώσσων και τις προετοιμασίες του Καποδίστρια: «… ο Καποδίστριας είχε έρθει στο Μοριά αποκλειστικά για να προσελκύσει τους ραγιάδες, να ερεθίσει τα πνεύματά τους και να προκαλέσει στο τέλος κάποια αναστάτωση. […]. Το ότι λίγο αργότερα όλοι οι ραγιάδες σήκωσαν τις σημαί­ες της εξέγερσης και της ανταρσίας, οφείλεται προφανώς στη συνεχή καθοδήγηση των Ρώσων και στο γεγονός ότι ο Καπο­δίστριας ανακατεύτηκε και άναψε τα αίματα στη χερσόνησο. Μάλιστα, είναι γνωστό και καταγεγραμμένο στις παλαιότερες ιστορίες πως κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Μοσχο­βίτες το [11]83 *  οι ραγιάδες του Μοριά διέπραξαν διάφορες προδοσίες και κακοήθειες εναντίον των μουσουλμάνων, δείχνοντας οπαδικό ζήλο και εχθρότητα, παρόλο που η ισχύς και η δύναμή τους ήταν πολύ μικρότερη σε σχέση με αυτή τη φορά. Με λίγα λόγια η τάξη των Ρωμιών είχε εδώ και αρκετό καιρό συνεννοηθεί με τους Μοσχοβίτες και είχαν συνάψει συμφωνία και πάρει σταθερή απόφαση να συνδέσουν  τις τύχες τους, κρατώντας την υπόθεση μυστική ανάμεσά τους για όσο καιρό χρειαζόταν…».

* «1769/1770»

[9] «Στο ίδιο, σ. 1070-1071».

[10] «Maden / Egilmez, Vahid Pasa΄nιn Hayatι, σ. 63-64 (οι εκδότες διαβάζουν be tarίki Rum αντί του προφανώς σωστού batrίki Rumμε κάποια λάθη και ελευθερίες η μετάφραση του Δ. Δανιήλογλου (Απομνημονεύματα πολιτικά τον Βαχίτ Πασά, σ. 52)· συντομευμένο το χωρίο στην έντυπη οθωμανική έκδοση (Vahid Pasa. Tarih-i ναkα-ι Sakιz, σ. 2-3)».

[11] «Kahya-kethίida: εκπρόσωπος και διαχειριστής των υποθέσεων ανώτερου αξιωματούχου».

[12] «Kaimmakam: επίτροπος, τοποτηρητής ανώτερου αξιωματούχου».

[13] «Περσικά στο κείμενο. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αναφέρει στα απομνημονεύματά του ότι μετά την άλωση της Τριπολιτσάς Οθωμανοί τον διαβεβαίωσαν ότι σε απογραφή του πληθυσμού τον Μάιο του 1821. οι μουσουλμάνοι της πόλης ανέρχονταν σε 34.000 άτομα εκ των οποίων οι 16.000 ήταν στρατιώτες. Βλ. Καvέλλου Δεληγιάvvη Απομvημοvεύματα, τ. Α’, σ. 277. Ο αριθμός των 16.000 στρατιωτών διαφέρει σημαντικά από τους 12.000 που αναφέρει ο Γιουσούφ Μπέη και μάλιστα αναφερόμενος σε ολό­κληρη την Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τον Μπαχίρ Εφέντη, όταν ξέ­σπασε η Επανάσταση ο (μουσουλμανικός) πληθυσμός της Τριπολιτσάς ανερχόταν σε 4.000-5.000 κατοίκους- σε αυτούς προστέθηκαν οι μου­σουλμάνοι του Λάλα και των γύρω περιοχών που κατέφυγαν στην τει­χισμένη Τριπολιτσά, ενώ στην πόλη βρίσκονταν επίσης 1.000-2.000 μισθοφόροι Αλβανοί. Οι ικανοί για πόλεμο, ωστόσο, ήταν «μερικές χι­λιάδες», βλ. Yilmazer (επιμ.). Vak’a-niίvis Es’ad Efendi Tarihi, σ. 679. Ο Σπ. Τρικούπης αναφέρει ότι κατά την έναρξη της Επανάστασης υπήρχαν στην Τριπολιτσά 30.000 μουσουλμάνοι. λίγοι χριστιανοί κ, ελάχιστοι εβραίοι, ενώ οι μάχιμοι ήταν 10.000, Τρικούπης, Ιστοpίa τnς Ελλnvικής Επαναστάσεως, τ. Β ‘, σ. 63. Ο μικρός – σε σύγκριση με τις ελληνικές πηγές – αριθμός του οθωμανικού στρατού που δίνουν ο Γιουσούφ Μπέης και Εσάτ Εφέντη σε σύγκριση με τον αριθμό των θυ­μάτων -40.000 και 50.000 κατά τον Γιουσούφ- επιβεβαιώνει ότι στην πόλη είχε μετακινηθεί σημαντικό μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού της χερσονήσου».

[14] Αλλά και στις μέρες μας (2020) και εν όψει των εορταστικών γεγονότων των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, μόλις πριν την αποχώρησή του από τη Δημοκρατία λόγω λήξης της θητείας του, υπέγραψε στις 12 Μαρτίου 2020 τα Προεδρικά διατάγματα 35 και 36 (τεύχος Α΄, Αρ. φύλλου 61), όπου αναφέρονται τα εξής: «2. 35. Καθιέρωση της 17ης Μαρτίου ως δημόσιας εορτής τοπικής σημασίας και ως ημέρα αργίας για τον Δήμο Ανατολικής Μάνης Νομού Λακωνίας. 3. 36. Καθιέρωση της 17ης Μαρτίου ως δημόσιας εορτής τοπικής σημασίας και ως ημέρα αργίας για τον Δήμο Δυτικής Μάνης Νομού Λακωνίας». Εις δε το Π.Δ. 35 στο άρθρο 1 αναφέρεται: «Καθιερώνουμε τη 17η Μαρτίου επέτειο της έναρξης του ενόπλου αγώνα κατά των Τούρκων το έτος 1821, ως δημόσια εορτή τοπικής σημασίας και αργίας για το δήμο Ανατολικής Μάνης νομού Λακωνίας» και στο ίδιο άρθρο του 36 Π.Δ. αναφέρονται τα εξής: «Καθιερώνουμε τη 17η Μαρτίου επέτειο της έναρξης του ενόπλου αγώνα κατά των Τούρκων το έτος 1821, ως δημόσια εορτή τοπικής σημασίας και αργίας για το δήμο Δυτικής Μάνης νομού Λακωνίας». Τα προεδρικά αυτά διατάγματα εκτός του Καλαματιανού, Προέδρου Προκόπη Παυλόπουλου, υπογράφουν, ο υπουργός Εσωτερικών Παναγιώτης Θεοδωρικάκος, Μανιάτικης καταγωγής γεννηθείς στο Κερατσίνι και ο υφυπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης.

[15] [Όμως: ο Ν. Κ. Σακελλαρόπουλος (Ιστορία…, Α΄, 266) αναφέρει: «…Σπουδαία εδώ μαρτυρία έχουμε από τον οπλαρχηγό Διονύσιο Ευμορφόπουλο [1780-1861) από την Ιθάκη, που ηταν παρών στα γεγονότα. Στα απομνημονεύματά του μεταξύ άλλων γράφει: « … κινήθηκα προς αντάμωση του Λόντου και Ζαΐμη, οι οποίοι βρίσκονταν στο Μέγα Σπήλαιο με πολλούς άλλους, αλλά δεν τους πρόφτασα και μετέβηκα στην Κερπινή και έμαθα τα διατρέχοντα μέχρι εκείνη την ώρα. Το Πρωί ο Λόντος μετέβηκε στη Βοστίτσα, εγώ μετά του Ζαίμη μετέβηκα στον Άγιο Βλάση [Βλασία}, όπου έγινε συγκέντρωση στρατοπέδου. Εκεί έφτα­σαν οι αρχιερείς Γερμανός και Καρνίκης Προκόπιος και ενεργούσαν όλοι με μεγάλη δραστηριότητα. Στις 23 ο Γερμανός ήρθε στην Πάτρα και στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, όπου έχει ανεγερθεί και αναμνη­στικό Ηρώο, ύψωσε τη σημαία του Ανδρέα Λόντου και όρκιζε το λαό με την επωδό ελευθερία ή θάνα­τος. .. ». Από τη σπουδαία τούτη μαρτυρία φαίνεται ξεκάθαρα πως οι προαναφερθέντες έφυγαν αμέ­σως μετά την ορκωμοσία με κατεύθυνση στην Πά­τρα, που ήταν ο αντικειμενικός τους σκοπός…».]

[16] «Σ. Β. Κουγέας, Η Μεσσηνιακή επέτειος, εφημ. «Ηχώ της Μεσσηνίας», αρ. φ. 3, 20 Μαρτίου 1947».2

Πηγή: «Ιστορικό λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» υπό συμπλήρωση.

Συνεχίζεται…..



Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Σπάνια έγγραφα.

………………………………………………………………..

Αγαπητοί φίλοι αναγνώστες, όπως ίσως γνωρίζετε, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έδωσε εντολή να φονευθεί ο γνωστός Δημήτριος Νενέκος.

Σας παρουσιάζω σε αντίγραφο (δεδομένου ότι το πρωτότυπο το κρατούσε ο Αθανάσιος Σαγιάς) την έγγραφη διαταγή την οποία του έδωσε ο Θ. Κολοκοτρώνης να φονεύσει τον Δημήτριο Νενέκο.

Επίσης σας παρουσιάζω και το έγγραφο (απάντηση) του Θ. Κολκοτρώνη προς τη Γραμματεία της Δικαιοσύνης, με το οποίο αναλαμβάνει την ευθύνη για την εκτέλεση του Νενέκου κ. λ. ως επίσης και άλλο σχετικό έγγραφο του Αθ. Σαγιά

Αξίζει να διαβάσετε τα ντοκουμέντα αυτά. Είναι αποδεικτικά στοιχεία όσων θεωρητικά γνωρίζει ο πολύς κόσμος.

Να αναφέρω εδώ ότι στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» έχω καταγράψει πολλές σελίδες με πρωτογενή και ανέκδοτα έγγραφα για τους δύο αυτούς σημαντικούς πλαρχηγούς της Αχαΐας. Επίσης να σημειώσω ότι ο Σαγιάς διώχθηκε από την οικογένεια του φονευθέντος Νενέκου, η οποία υποστηριζόταν από τον προύχοντα επίσης οπλαρχηγό των Πατρών Μπενιζέλο Ρούφο.

Η γραπτή εντολή (σε αντιγραφή) έχει ως εξής: «Διαταγή Μυστική./ Προς τον καπετάν Αθανάσιον Σαγιάν./ Επειδή το μόλυσμα της υποταγής προχωρεί δια της ενεργείας του Δημ. Νενέκου, έπεται να φέρη τον Γενικόν όλεθρον της Πελοποννήσου και της πατρίδος δια τούτο διορίζεσαι να προσπαθήσης όπως δυνηθείς να φονεύσης αυτόν τον Νενέκο, προς απάντησιν του γενικού ολέθρου, και εγώ θέλει απολογούμαι όπου ανήκει δια τον φόνον του./ Τη 5 Ιουλίου 1827/ Κλαπατζούνα./ Ο Γενικός Αρχηγός των όπλων/ Θ. Κολοκοτρώνης/ Ίσον απαράλλακτον τη 12 Ιουνίου 1830 εν Βοστίτζη/ Ο Γραμματεύς του πρωτοκλήτου δικαστηρίου Αχαΐας./ Μ. Κοσσιέρης».

Ο Αθανάσιος Σαγιάς, σε έγγραφό του αναφέρει: «Προς το κατά την Αχαΐαν πρωτ. Δικαστήριον./ Την υπ’ αριθ. 1735 διαταγήν σας έλαβον μέσον αστυνομίας Παλ. Πάτρας, εις τας 3 του ενεστώτος, είδον να με προσκαλή ο επίτροπος της κυρίας Ελένης Δ. Νενέκου κύριος Χρ. Καλιοντζής δια τον φόνον τον οποίον έκαμα προς τον Δ. Νενέκον, εγώ κατά το εσώκλειστον ίσον της διαταγής του γεν. Αρχηγού της Πελοποννήσου εφόνευσα τον Δ. Νενέκον, και ας ερωτηθή ο Γεν. Αρχηγός να απολογηθή και μένω ευσεβάστως./ τη 6 Ιαν. 1830 Κούμανι./ ο ευπειθής πολίτης/ Αθανάσιος Σαγιάς/ Απαράλλακτον τω πρωτοτύπω/ τη 12 Ιουνίου 1830/ ο Γραμματεύς/ Μ. Κοσσιέρης».

Στις 11 Ιουνίου 1830 ο «Εξεταστικός Δικαστής» (αφού προηγουμένως δια του προέδρου του δικαστηρίου Ν. Φλογαΐτη, στις 12 Ιουνίου 1830, είχε απευθύνει ερώτημε περί τούτου στη Γραμματεία της Δικαιοσύνης), με έγγραφό του προς τον Γενικό Αρχηγό των όπλων της Πελοποννήσου Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, αφού του αναφέρει για την διαταγή την οποία εμφάνισε ο Αθαν. Σαγιάς εγκαλούμενος από την σύζυγο του Δ. Νενέκου, καταλήγει: «…ταύτα λοιπόν θεωρήσαντες ευαρεστήθητι  να πληροφορήσητε τον υποφαινόμενον διορισμένον εξεταστικπον δικαστήν. Αον εάν, μία τοιαύτη διαταγή, εξεδόθη παρ’ υμών, και Βον εάν ενηργήθη κατά την έννοιάν της…».

Ο Θ. Κολοκοτρώνης απάντησε ως εξής: «Προς την επί της Δικαιοσύνης Γραμματείαν της Κυβερνήσεως. Απαντώ εις την υπ’ αριθ. 2140 πρόσκλησιν της γραμματείας ταύτης δι’ ής εξαιτεί παρ’ εμού πληροφορίας δια τον φόνον του Δημ. Νενέκου, από του οποίου τους συγγενείς εγκαλείται ως αυτουργός ο Αθανάσιος Σαγιάς. Τας πληροφορίας αυτάς έθεσα εν καιρώ δι’ αναφοράς μου υπ’ όψιν της Α.Σ. του Κυβερνήτου, επικαλούμενος την προστασίαν της Κυβερνήσεως υπέρ του Σαγιά, σημαντικά παθόντος, και κάλλιον να είπω κατά κράτος αφανισθέντος από την ένεκα αυτής της πράξεώς του καταδρομήν του κ. Μπενιζέλου Ρούφου εκτάκτου επιτρόπου της Ήλιδος τότε. Δεν λείπω μ’ όλα ταύτα και δια της απρούσης μου να σας εκθέσω τα προς την Γραμματείαν ταύτην κατά την πρόσκλησίν της. Ο φονευθείς εκείνος Νενέκος δεν εξηρκέσθη εις τας τόσας καταχρήσεις και αρπαγάς τας οποίας έκαμε φέρων κατά δυστυχίαν και στρατιωτικόν αξίωμα, με το οποίον η πατρίς ετίμησεν αυτόν, και δια του  οποίου έχαιρε την πρώτην εύνοιαν[;] των στρατιωτών του, αλλά προτιμήσας μάλλον τα συμφέροντά του από τα της πατρίδος, εδείχθη εσχάτως προδότης αυτής, και πρώτος των άλλων κλίνας τον αυχένα εις τους εχθρούς, παρεκίνησε τη δολιότιτι και πολλούς άλλους αθώους, τους οποίους αφήκεν τελευταία υπό την διάκρισιν των εχθρών. Και κατ’ εμού δε του ιδίου στρατοπεδευμένου εις Πετζάκους οδήγησε τους εχθρούς, και κατά του εν Αγίω Βλασίω ομοίως τοποθετημένου Πετιμεζά, και λοιπών, τους οποίους και ευρόντες απροετοιμάστους οι εχθροί, έβλαψαν σημαντικά. Θεωρών όθεν ότι ένεκα τούτου όχι μόνον στρατόπεδον δεν έλπιζα να δυνηθώ να συντάξω, και η απελπισία του λαού ημέρα τη ημέρα ηύξανεν, αλλ’ ότι και εγώ ο ίδιος έπρεπε ν’ απομακρυνθώ εκείθεν, ως και απεμακρύνθην προς καιρού έως ού μετέφερα από άλλας επαρχίας στρατεύματα, απεφάσισα να φονευθή αυτός δια να σωθή η λοιπή Πελοπόννησος, και δια δώρων και άλλων υποσχέσεων μετεχειρίσθην μέσον τον Σαγιάν. Ούτος μέχρι τινος είτε φιλανθρωπούμενος, είτε προσμένων να μεταμεληθή ο προδότης ανέβαλε την εκτέλεσιν της διαταγής μου, διό και τον επέπληξα προφορικώς. Εν τούτοις ο προδότης μετά την έλευσιν της Α. Σ. του Κυβερνήτου, αντί ν’ ακούση τας δι’ εμού σταλείσας και προς αυτόν συμβουλάς της Κυβερνήσεως προς μετάνοιαν, και να μεταμεληθή ως έπραξαν και οι παρ’ αυτόν απατηθέντες Χαρμπίλας και άλλοι, αυτός απελπίσας το έθνος εφόνευσε ένα αδελφόν, και έναν άλλο συγγενή του Σαγιά δι’ επιβουλής, επήγε αιφνιδίως, και ήρπασε τους από Καρύταιναν προ χρόνων κατά τας Πάτρας κατοικούντας Σιμωταίους 25 ψυχάς με όλα των τα πράγματα, και τους υπήγε προς τους εχθρούς, οίτινες έκαμαν προς αυτούς τα ασπλαχνότατα[;], τότε ο Σαγιάς δικαίως έπρεπε να χάση την υπομονήν, και να εκτελέση την διαταγήν μου του να τον φονεύση, ως και τον εφόνευσεν ελευθερώσας την γην της Πελοποννήσου από έναν τοιούτον αχάριστον και αθωώσας την προσαφθείσαν υπόληψίν της. Προς την Κυβέρνησιν διηύθυνα τότε, και όσα ευρέθησαν επάνω του γράμματα προς αυτόν των της Πάτρας εχθρών, γραμμένα δύο ημέρας προ του φόνου του, εξ’ ων εγίνετο κατάδηλον ότι δεν είχε σκοπόν να μεταμεληθή ποτέ. Ταύτα ενθυμούμαι προς το παρόν και αναφέρω ανοσιουργήματα του φονευθέντος προδότου. Μόνη μία προσωπική έκφρασις εδύνατο να διηγηθή και μέος των λοιπών. Τολμώ όθεν κατά τας και προς την Σ. Κυβέρνησιν προλαβούσας αναφοράς μου να παρακαλέσω να ενεργήση η Γραμματεία αύτη όχι μόνον να αθωωθή ο εγκαλούμενος Σαγιάς, αλλά και να αποζημιωθή όθεν και όπως ανήκει δι’ όσα τω ηρπάγησαν όταν κατετρέχθη παρά του εκτάκτου επιτρόπου της Ήλιδος, διότι όσον το κατ’ εμέ, όστις έπαθον πολλά εξ αιτίας του Νενέκου, και την πατρίδα ίδια προς το χείλος της απωλείας ένεκα του κινήματός του, ο Σαγιάς αξίζει της συμπαθείας του έθνους και της κυβερνήσεώς του./ τη 23 Ιουνίου 1830, εν Καρυταίνη/ ο Γεν. Αρχ[ηγός]. των Π[ελοποννησιακών]. όπλων/ Θ. Κολοκοτρώνης».

Πηγή: Γ.Α.Κ.

(Σημείωση: Τα παραπάνω στοιχεία υπόκεινται στους περιορισμούς της περί πνευματικών δικαιωμάτων νομοθεσίας).

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην επαρχία Καλαβρύτων.

Σε συνέχειες θα παραθέσω στο επόμενο διάστημα τα πραγματικά γεγονότα του ξεσηκωμού του 1821 στην Αχαΐα και ιδιαίτερα στην επαρχία Καλαβρύτων, μέσα από έγγραφα και άλλες πηγές.

1.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας από τον Απρίλιο του 1820, αδελφός του Δημητρίου Υψηλάντη, στις 22 Φεβρουαρίου 1821 με υψωμένη τη σημαία της ελευθερίας πέρασε τον Προύθο ποταμό εισήλθε στη Δακία και μετά από δύο ημέρες εξέδωσε το πρώτο κήρυγμά του προς τους Έλληνες σ’ όλον τον κόσμο με σύνθημα «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος».

Στη συνέχεια, περί τα μέσα Μαρτίου 1821 συγκροτήθηκε ο Ιερός Λόχος, η πρώτη οργανωμένη στρατιωτική μονάδα της επανάστασης, αποτελούμενος από 500 εθελοντές σπουδαστές των ελληνικών παροικιών της Μολδοβλαχίας και Οδησσού.

Η επαναστατική κίνηση αυτή του Υψηλάντη, κλόνισε την Ευρωπαϊκή Τουρκία και ο επαναστατικός παλμός μεταδόθηκε σ’ όλη την Ελλάδα. Η απόπειρα αυτή του Υψηλάντη δεν είχε αίσιο τέλος.

Ο στρατός του ηττήθηκε με μεγάλες απώλειες, στη σκληρή και αιματηρή μάχη του Δραγατσανίου στις 7 Ιουνίου 1821, παρ’ ότι οι ιερολοχίτες με αρχηγό τον Νικόλαο Υψηλάντη, αδελφό του Δημητρίου και του Αλεξάνδρου, πολέμησαν εκεί ηρωικά.

Το τόλμημά του αυτό απέτυχε μεν αλλά η επανάσταση είχε μεταπηδήσει στην Πελοπόννησο. Βαριές κατηγορίες απαγγέλθηκαν στον Αλέξανδρο, του επεβλήθη εξαετής φυλάκιση και πέθανε φτωχός τον Ιανουάριο του 1828.


Ακολουθεί ο σύνδεσμος με το κείμενο που έχω αναρτήσει πριν ένα χρόνο, για το οποίο ισχύουν οι περιορισμοί που σ’ αυτό αναφέρονται.

Για να το διαβάσετε κάντε κλικ πάνω στο σύνδεσμο:

https://gerbesi.wordpress.com/2020/01/13/%cf%83%cf%8d%cf%83%ce%ba%ce%b5%cf%88%ce%b7-%ce%ae-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%ad%ce%bb%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b2%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%af%cf%84%cf%83%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%bf%ce%bd/

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Η νοσταλγία του Έλληνα μετανάστη…

Ένα ποίημα με διαυγείς τις εικόνες στον καμβά της ελληνικής φύσης, γεμάτο λυρισμό, συναίσθημα και νοσταλγία για την πατρίδα, από έναν διαδυκτυακό φίλο Έλληνα που διαμένει στον Καναδά, εδώ και 50 χρόνια.

Κατάγεται από τη Βούντενη των Πατρών.

Είναι ο κύριος Κωνσταντίνος Γκολφινόπουλος.

Αγαπητέ κε Γκολφινόπουλε, μας συγκίνησες!

Καλή χρονιά για σένα, την οικογένειά σου και όλους τους Έλληνες στην ξενητειά…

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τα χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων και Βοστίτσας, το 1829.

Στις 18 Νοεμβρίου 1829 ο πρόεδρος του πρωτοκλήτου Δικαστηρίου της Αχαΐας Ν. Φλογαΐτης έστειλε προς την Γεν. Γραμματεία της Δικαιοσύνης τους παρακάτω καταλόγους με τα ονόματα των χωριών της επαρχίας Καλαβρύτων και Βοστίτσης (Αιγίου) αναφέροντας το κεντρικώτερο αυτών όπου θα μπορούσε να συσταθεί Ειρηνοδικείο. Υπόσχεται δε να στείλει νεώτερο κατάλογο με τα αντίστοιχα των Π. Πατρών.

Των Καλαβρύτων:

και της Βοστίτσας:

Πηγή: Γ.Α.Κ.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Όταν «δομούσαν» το ελληνικό δίκαιο…

Βρισκόμαστε στο 1829, όταν οι τότε πατριώτες Έλληνες προσπαθούσαν να στήσουν στα πόδια της την νεοελευθερωθείσα από τους Οθωμανούς πατρίδα μας και να δημιοργήσουν τις πρώτες περί δικαίου διατάξεις. Έχουν ενδιαφέρον τα Γαλλικά περί δικαίου και νόμων χειρόγραφα με τις μεταφράσεις τους, τα οποία υπάρχουν στα Γ.Α.Κ..

Ένας από τους πρώτους νόμους.

(Για να μαθαίνουμε πως από την πρώτη στιγμή της ανεξαρτησίας θέσπισαν την τιμωρία όσων στρέφονταν κατά της πατρίδος, που με τόσους αγώνες, θυσίες, αίμα και δάκρυ, κατόρθωσαν να ελευθερώσουν).

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ευχές…

(Η εικόνα είναι από το διαδίκτυο)

Αγαπητοί φίλοι, αναγνώστες αυτού του Blog,

φίλοι συμπατριώτες από την Επαρχία των Καλαβρύτων και από τα μέρη της καταγωγής μου,

αγαπητοί φίλοι Έλληνες του εξωτερικού,

σας εύχομαι τις άγιες αυτές ημέρες των Χριστουγέννων να τις περάσετε με ηρεμία, υγεία, αγάπη και τα μηνύματα της γέννησης του Χριστού να αφήσουν έστω τα ίχνη τους στις καρδιές σας, στις καρδιές όλων μας.

Χρόνια πολλά και του χρόνου να είμαστε όλοι καλά και η πατρίδα μας και όλος ο κόσμος καλύτερα!

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Το «ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» στον κατάλογο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Όπως είχα προαναφέρει, η Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μου ζήτησε και της διέθεσα δωρεάν το έργο μου.

Αυτό αφού «πέρασε» τα στάδια ελέγχου και εγκρίσεων από τις αρμόδιες επιτροπές και την Πρυτανεία, έχει μπει στον κατάλογο των συγγραμάτων της Φιλοσοφικής Σχολής αυτού και είναι διαθέσιμο σε κάθε ενδιαφερόμενο φοιτητή ή μη.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Το τοπωνύμιο του «Νεράγκαθου» στην Αγριλιά Πατρών και οι Νεράγκαθοι των Πατρών.

Η κύρια εκκλησία της Αγριλιάς είναι ο Άγιος Κωνσταντίνος που χτίστηκε περί το 1970. πριν ο εκκλησιασμός γινόταν στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου που χτίστηκε κατά τα τελευταία προπολεμικά χρόνια (το 1936 κατά τον Παναγόπουλο Σ. Χρήστο) από τους κατοίκους των οικισμών «Πετσακίτικα» και «Γκερμπεσέϊκα» (ενορία Νεράγκαθου), η οποία τώρα λειτουργεί σαν εκκλησία του παραδίπλα της ευρισκομένου νεκροταφείου στην άκρη του οικισμού. Η ονομασία αυτή κατά τη γνώμη μου δεν δόθηκε ούτε εκ του φυτού Δίψακος (νεράγκαθο), ούτε εκ της πηγής του «Νεράγκαθου» που υπάρχει στα ΝΑ του ενοριακού Ναού, αλλά η περιοχή και η πηγή πήραν την ονομασία τους από έναν εκ των στρατιωτικών (οπλαρχηγών) του 1821 Νεράγκαθων).

Αλλά ποιοι ήσαν οι Νεράγκαθοι;

Νεράγκαθοι αναφέρονται οι εξής:

Νεράγκαθος Δημήτριος: εκ Π. Πατρών, άγαμος, στρατιωτικός 7ης τάξεως (Ανθυπολοχαγός), σύμφωνα με έγγραφο του Ιουλίου του 1841 «προικοδοτήθηκε» με γραμμάτιο 1200 δρχ. λόγω της προσφοράς του στον αγώνα του 1821. Στο ίδιο έγγραφο και για τον ίδιο λόγο αναφέρονται και οι Ανδρέας Λέων, Γκολφίνος Λουμπιστιάνος, Ανδρέας Πανούτζος και Γιαννάκης Καραγιάννης στην ανάλογη τάξη και με τα ανάλογα ποσά «προικοδοτησής» τους (Γ.Α.Κ.). Είχε υποβάλλει αίτηση στις 10 Μαρτίου 1839 να του δοθεί ο βαθμός του και το πιστωτικό γραμμάτιο, και επανήλθε να του δοθεί το αριστείο του στις 18 Ιουλίου1839 με άλλη αίτησή του προς τον δήμαρχο Πατρών, αναφέροντας ότι είχε αγωνιστεί υπό τις διαταγές των οπλαρχηγών Μπενιζέλου Ρούφου, Θάνου Χρυσανθακόπουλου και Αγγελή Σακέτου, πιστοποιητικό των οποίων συνυπέβαλλε. Στο περιθώριο της αίτησης υπάρχει η δια διαφορετικής γραφής σημείωση: Σιδηρούν/ Σελ. 38 Μ. Γ. Στρατ. Αριθ. Σελ. 570/404 Μ. Επιτροπής/ Εκ Π. Πατρών» (Γ.Α.Κ.).

Νεράγκαθος Ζαφείρης: στις 18 Ιουλίου 1839 υπέβαλλε και δεύτερη αίτηση μετά την προηγούμενη του 1835, προς τον δήμαρχο Πατρών, στην οποία ανέφερε ότι αγωνίστηκε υπό τις διαταγές των Μπενιζέλου Ρούφου και Θάνου Χρυσανθακόπουλου, πιστοποιητικό των οποίων συνυπέβαλλε, και ζητούσε να υποβληθεί η αίτηση αυτή στην Γραμματεία των Στρατιωτικών για να του δοθεί το αριστείο του. Στο περιθώριο της αίτησης υπάρχει η δια διαφορετικής γραφής σημείωση: Σιδηρούν/ Σελ. 10 Μ. Γ. Στρατ. Αριθ. Σελ. 733/1544 Μ. Επιτροπής/ Εκ Π. Πατρών/ Μήτρος Νεράγκαθος» (Γ.Α.Κ.). Φέρεται να ήτο υγειονόμος Νεοκάστρου, «εκπληρών και τα χρέη του Τελώνου» με μηνιαίο μισθό 160 φοίνικες (Γ.Α.Κ.). Υπογράφει μαζί με άλλους επιφανείς Πατρινούς, πιστοποιητικό με ημερομηνία 1 Ιουνίου 1865(;) στο οποίο αναφέρουν ότι «… κατά το 1821, καθ’ ην εποχήν οι Έλληνες έλαβον τα όπλα. Ο συμπολίτης μας Γεώργιος ιερεύς εκτελών την θείαν μυσταγωγίαν εν τω ναώ της Αλεξιωτίσσης εφονεύθη παρά των αγαρηνών, αιχμαλωτισθέντων και τριών τέκων του…» (Από το εφημεριακό συναξάρι του 1821/ Θ. Ι. Παπαναγιώτου/ Γεώργιος ιερεύς/ εφημέριος Πατρών/ υπό Νικολάου Παν. Παπαδοπούλου πρωθιερέως/ Ανάτυπο εκ του περ. «Οι τρεις ιεράρχαι», εν Αθήναις 1964). Αναφέρεται συνδρομητής στα «Υπομνήματα…» του Π. Πατρών Γερμανού (κ. Καστόρχης, εκδ. Β’, Αθήναι 1837 1837). Στο διάταγμα από 25.1.1848 (ΦΕΚ.4/16.2.1848) αναφέρεται ως υπαστυνόμος Πατρών, στον οποίο, όπως και σε άλλους, ο βασιλεύς Όθων εκφράζει ευαρέσκεια, δια την κατατρόπωσιν του ληστοστασιαστικού κινήματος στην Πάτρα και προστίθεται ότι αυτό θα αποτελέσει πλεονέκτημα στη βαθμολογία αυτών για τις τυχόν υπάρχουσες στρατιωτικές εκδουλεύσεις. Στην εφημερίδα «ΑΘΗΝΑ» (8 Μαρτίου 1854, 2079) αναφέρεται ότι Ζ. Νεράγκαθος τις ήτο υπαστυνόμος Πατρών.  

Νεράγκαθος Ανδρέας: διεκδικών το νερό για τον παρ’ αυτού ενοικιασθέντα γκρεμισμένο εθνικό μύλο στο χωριό Σχινά Π. Πατρών (Γ.Α.Κ).

Νεράγκαθος Γεώργιος: Δια της από 13 Δεκεμβρίου 1837 αποφάσεως της Γραμματείας Δικαιοσύνης διωρίσθη κλητήρας του Πρωτοδικείου Πατρών, ο Γεώργιος Νεράγκαθος (Εφημ. Της Κυβερνήσεως 17 Φεβρ. 1838, αρ. 6). Γεώργιος τις Νεράγκαθος προσυπογράφει με πολλούς άλλους πιστοποιητικό του δάσκαλου του δήμου Φαρών (Χαλανδρίτσης) Σπ. Βρεττού, ότι του χρεωστούνται οι μισθοί του, όστις στις 14 Οκτωβρίου 1842, με την αναφορά του αυτή και συνημμένη τη βεβαίωση αυτή, προς την επί των Εκκλησιαστικών κ.λ. Γραμματεία, αντικρούει την επίπληξη της εν λόγω Γραμματείας στο πρόσωπό του.

Ένας λοιπόν εκ των παραπάνω στρατιωτικών, ίσως ο Μήτρος Νεράγκαθος, μέσω δημοπρασίας εθνικών κτημάτων και με χρήματα εκείνα του πιστωτικού γραμματίου το οποίο του είχε δοθεί ως ανταμοιβή των αγώνων του για την πατρίδα, φαίνεται ότι απέκτησε κτήματα και σε άλλες περιοχές, αλλά και εκεί όπου το τοπωνύμιο αυτό και η πηγή, στο ρέμα δηλαδή κάτω και Ανατολικά της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου της Αγριλιάς, και εξ αυτού, αυτό, έλαβε την ονομασία του.

Σημείωση: Η χρήση των παραπάνω υπόκειται στους περιορισμούς της περί πνευματικών δικαιωμάτων νομοθεσίας.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Το τοπωνύμιο Βόλα και το ομώνυμο χωριό.

Όπως είναι γνωστό τα τοπωνύμια αποτελούν μέρος την ζωντανής ιστορίας κάθε τόπου και μαρτυρούν γεωγραφικά ή ακόμα και ιστορικά στοιχεία του παρελθόντος.

Τον λίγο χρόνο της ζωής μου που έμεινα στα Γκερμπεσαίικα (Αγριλιά) Πατρών, ανέβηκα μερικές φορές στην κορυφή του βουνού πάνω από τον οικισμό αυτό στα δυτικά του, που λέγεται Βόλα (στού Βόλα, όπως λένε οι ντόπιοι).

Το τοπωνύμιο αυτό, σύμφωνα με τον Κ. Ν. Τριανταφύλλου (Ιστορικό Λεξικό των Πατρών Α΄, 1995, 336) φαίνεται να είναι άλλο από το χωριό Βόλα το οποίο ο ίδιος αναφέρει ότι βρισκόταν 3 χλμ. Ν.Α. της Αναλήψεως, μεταξύ Θέας και Καλλιθεόκαμπου και αναφέρεται ότι το 1828 είχε πέντε οικογένειες ενώ το 1920 23 κατοίκους.

Πρόσφατα εκδόθηκε[1] στην Αγγλία και στην Αγγλική γλώσσα, το παλαιότερο για την Πελοπόννησο τουρκικό κατάστιχο TT10-1/14662 των ετών 1460-1463, το οποίο είναι ένα βιβλίο στην τουρκική γλώσσα, στο οποίο είχαν καταγράψει οι Τούρκοι, μόλις πάτησαν στην Ελλάδα, 7-10 χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, τις κωμοπόλεις, χωριά, οικισμούς κ.λ. και τους κατοίκους αυτών, ως και πάσα πηγή εσόδων της Πελοποννήσου, ώστε να δύνανται να εισπράττουν τους φόρους. Από τον συγγραφέα αυτού, καθηγητή Γ. Λιακόπουλο, έχει γίνει πολύ σοβαρή και επίπονη προσπάθεια να ταυτοποιήσει τα χωριά και τους οικισμούς του καταστίχου αυτού με τα ενυπάρχοντα σημερινά αντίστοιχα.

Καθώς λοιπόν μελετούσα αυτό το ογκώδες και εν πολλοίς δυσνόητο λόγω του τουρκοαιγυπτιακού αρχαίου λεξιλογίου κ.λ., βρήκα και τον οικισμό Βόλα, τον οποίο ο καθηγητής έχει προσδιορίσει με συντεταγμένες σε μορφή ΕΓΣΑ87, που αν μετατραπούν σε WGS84 οδηγούν στην τοποθεσία που στην εικόνα της Google που παραθέτω στη συνέχεια δείχνει η κίτρινη πινέζα, πάνω στο βουνό.

Ο οικισμός Βόλα, έχει καταχωρηθεί στην Περιφέρεια (District) της Balya Badra (Παλαιάς Πάτρας), περιοχή στην οποία αναφέρονται, ή Balya Badra (Πάτρα) και εκτός του Βόλα, τα εξής χωριά: Saravali (Σαραβάλι), Lala Vizi και Koşta Hāss (Καλύβια Λαλικώστα), Ranesi (άγνωστο), Sizerekastro (Σιδεροκαστρο), Petro karava Klesura (Καραβά Ράχη;), Ayo Zimitri Liko Anbali (άγνωστο), Dardesi (Αγραπιδόκαμπος), Klesura (άγνωστο), Pavlokastro (Παυλόκαστρο), Patura (άγνωστη καλλιεργήσιμη περιοχή του Παυλόκαστρου, İstefano Mazaraki (άγνωστο), Κamaniça (Καμενίτσα), Seryano (Θεριανό), Runbaka (Ρουμπιέκα), İzlatka (άγνωστο), Çukala (Τσουκαλά), Ribesi (άγνωστο), Meliġala, Likuresi, Draġoti,  İksenozohiyo, Komi (άγνωστες καλλιεργήσιμες περιοχές της Καμενίτσας), Κastriçi (Καστρίτσι), Lihyana (Λεχαινά), Vundeni (Βούντενη), Sofyana (Συχαινά), Rahova (Aράχωβα Αιγιαίων), Buryalise (άγνωστο), Çernota (άγνωστη καλλιεργήσιμη περιοχή του Buryalise), İskura (Σκούρα), Kurnarokastro (Πουρναρόκαστρο), Zastupa (Καλλιεργήσιμη περιοχή Ζάστοβα του Πουρναρόκαστρου), Suli (Σούλι), Topolova (Τοπόλοβα), BardoAosta (Μπαρδικώστα- Κρυσταλλόβρυση), Tiristene (Δρεστενά – Σταυρός). Τα χωριά, εκτός της Πάτρας, του Σαραβαλιού, Σιδηρόκαστρου, Παυλόκαστρου, Καμενίτσας, Τσουκαλά, Καστριτσίου, Λεχαινών, Βούντενης, Συχαινών (με μικτό), Ράχωβας, Πουρναρόκαστρου και Δρεσθενών, τα οποία αναγράφονται με ελληνικό πληθυσμό, τα υπόλοιπα αναφέρονται με Αλβανικό (Αρβανίτικο) πληθυσμό.  

Όλα αυτά αναφέρονται με τα ονοματεπώνυμα των κατοίκων τους καθώς και με άλλα φορολογικά κ.λ. στοιχεία.

Αναφέρεται ως Vola ( وولا ), στο TT10, με  AL (Αρβανίτικο) πληθυσμό.

Modern Greek (Νέο Ελληνικό [όνομα]): Vola (Βόλα, η)

Old Toponym (Παλαιό τοπωνύμιο): –

Prefecture (Νομαρχία): Achaia (Αχαΐας).

Province (Επαρχία): Patra (Πατρών)

Municipality (Δήμος): Messatida (Μεσσάτιδος).

Υπάρχει και η σχετική βιβλιογραφία η οποία αναφέρει αυτό

«Bibliography: Pikoulas, 106.716; Panagiotopoulos, 277, 306.65: Territorio di Patrasso, Volla; Pacifico 1704, 120: Territorio di Patrasso, Volla; Expédition 1834, 87: Éparchie de Patras, Vola; Leake 1846, map: Vola; Skiadas, 222.

Notes: volë (Al. n. mountain ash, Sorbus).»

Αυτή η σημείωση γίνεται διότι κατά τον Γ. Λιακόπουλο, σε μερικές περιπτώσεις οι Αλβανοί έποικοι φαίνεται να επέλεξαν να ονομάσουν τους τόπους  εγκατάστασής τους με λέξεις που σχετίζονται με την τοπική χλωρίδα, π.χ. Vola <volë (Aλβ. ορεινή τέφρα, Sorbus), Dardesi <dardhë (Αλβ. είδος άγριου αχλαδιού, Pyrus sativa), κ.λπ. Πράγματι σ’ αυτό τον οικισμό, κανένα επώνυμο δεν σχετίζεται με την ονομασία Βόλα.

Τα ονοματεπώνυμα που αναφέρονται στο κατάστιχο για του Βόλα, το οποίο αναφέρεται ότι είναι ένα χωριό με εθνότητα Arnavudān (Αρβανίτικη), είναι τα εξής (με την αναγκαία διευκρινιστική μετάφραση):

Todoro Dim[o], Yani [bi]rāder-i o, Nika birāder-i o (αδελφός-αδελφή;), Kosta Zima, Todoros

Yirodimas, Bardi veled-i o (παιδί-γιός), Nikola [P]ralino, Mihal birā`er-i o (αδελφός), Yani Ko[n]b[o]ti

Hāne (σπίτια-εστίες): 9

Hāsıl (συνολικός φόρος): 670 [akçe (ακσέ)[2]].

a[n] ispence[3] (: 180

öşr-i bāġāt (φόρος για τη σοδειά του σταφυλιού): 90

öşr-i hınta (φόρος για το σιτάρι): 350

öşr-i cev (φόρος για το κριθάρι): 50.

————————————————————————————-

[1] Georgios C. Liakopoulos: «The Early Ottoman Peloponnese …» GINGKO 2019.

[2] Akça (άσπρο): ήταν ασημένιο οθωμανικό νόμισμα, η μικρότερη νομισματική μονάδα. Δώδεκα άσπρα ήταν η αξία ενός δραμιού ασημιού.

[3] Φόρος στους χριστιανούς αγρότες. Επιβαλλόταν σε όλους τους μη μουσουλμάνους ενήλικες, κατά κεφαλή.

Σημείωση: όπου γίνει χρήση των παραπάνω στοιχείων, τα οποία έχουν αντληθεί από το κατάστιχο που δημοσίευσε ο καθηγητής Γ. Λιακόπουλος, θα πρέπει να αναφερθεί η πηγή, με βάση το νόμο.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

3. Η «Διευθύντρια»…

Ο Θέμης ο Ρουντάκης γυμνός ξάπλωσε στο διπλό κρεβάτι και περίμενε τη Βούλα. Τον είχε γδύσει πριν μπει στο μπάνιο. Ένας σκελετός, μισός άνθρωπος και είκοσι χρόνια νεώτερός της. Καμιά νεότερή του δε γύριζε να τον κοιτάξει. Απέναντι ακριβώς στη μέση του τοίχου κορνιζαρισμένος, μουσάτος και σοβαρός ο άντρας της τον κοίταζε. Μόνο τον κοίταζε. Δεν τον έβλεπε αφού ήταν σε κομματικό συνέδριο στη Θεσσαλονίκη. Ο Θέμης γύρισε στα αριστερά. Στην καρέκλα είχε πετάξει τα εσώρουχά της. Μπροστά στον καθρέφτη σε δυο μικρότερες φωτογραφίες αντικριστά ο γιος της κοίταζε την κόρη της. Ο γιος της ήταν φοιτητής σε σχολή Ιχθυοκαλλιέργειας στην επαρχία. Η κόρη συζούσε με έναν αστυνομικό. Όπως του είχε πει η Βούλα ο αστυνομικός είχε κατηγορηθεί από την υπηρεσία του ότι έφερνε αλλοδαπές και τις προωθούσε σε κύκλωμα πορνείας. Τον τσίμπησαν ασφαλίτες αλλά τη  γλίτωσε γιατί στο κύκλωμα ήταν και ο γιος ενός βουλευτή. Ο Θέμης είχε δυο παιδιά μεγάλα. Ο ένας γιος του ήταν μόνιμος στο στρατό, παντρεμένος στη Δράμα. Δεν είχε ακόμη παιδί. Ο άλλος ήταν ταπετσέρης με δικό του μαγαζί. Ήταν και αυτός παντρεμένος και είχε μια κόρη είκοσι μηνών. 

Κοίταξε το ρολόι του. Οχτώ και δέκα.

«Ρε πούστη μου» μονολόγησε «θα δεις που θα έχω προβλήματα με τη δουλειά. Έπρεπε να είμαι εκεί από τις εφτά!».

Η Βούλα βγήκε γυμνή, φάτσα μπροστά του, τινάζοντας τα μαλλιά της πίσω. Το σώμα της και η γενική της εικόνα τον έσπρωχναν να κοιτάξει αλλού. Τι θα μπορούσε, άλλωστε, να περιμένει κάποιος από μια ξετσίπωτη εξηντάρα;

– Έλα ρε αγάπη μου! Έχουμε αργήσει!

– Τι πρόβλημα έχεις ρε άντρα; Έχω κανονίσει να μας χτυπήσουν τις κάρτες. Σύνελθε! Δε θέλω νεύρα!

Δεν πρόλαβε να ξαναμιλήσει εκείνος. Έπεσε πάνω του…. Έκανε σαν πρωτάρα, σαν τρελή. Δε μιλούσαν για δεκαπέντε λεπτά. Τέλειωσαν εξαντλημένοι. Της ζήτησε να φύγουν αλλά εκείνη δεν ήθελε να σηκωθεί. Άναψε ένα τσιγάρο και το έδωσε σε εκείνον. Άναψε και ένα για πάρτη της.

–  Αγάπη, να σου πω κάτι;

–  Τι;

–  Μη σκέφτεσαι και μη φοβάσαι τίποτα. Τους έχω όλους στο χέρι. Δεν πρόκειται να μας πειράξει κανείς. Οι περισσότεροι έχουν περάσει από τη θέση που είσαι τώρα εσύ!

Εκείνος μπλόκαρε. Δεν έπαιρνε και πολλές στροφές… Σάστισε.

–  Δηλαδή έχεις πηδηχτεί μ’ όλους αυτούς;

–  Με τους περισσότερους!

Έσβησε το ακάπνιστο τσιγάρο του και γύρισε προς εκείνη.

–  Και δε μου λες μωρή καριόλα γιατί μου κάνεις την κυρία τόσο καιρό τώρα;

Του έσκασε ένα ανέκφραστο χαμόγελο. Ένοιωθε κυρίαρχη.

–  Μην εκνευρίζεσαι μικρέ. Καλύτερη κυρία στις μέρες μας είναι εκείνη που έχει όποιον θέλει και πετυχαίνει ό,τι θέλει. Εγώ έχω φέρει στα πόδια μου τους περισσότερους.

–  Μα εσύ, απ’ όσα λες, δεν άφησες και κανέναν! της πέταξε αναψοκοκκινισμένος.

–  Ε, πως! έχω κάποιους ακόμα! του απάντησε με ειρωνεία.

–  Α! αλήθεια; Για πες!

–  Ρε άντρα ξέρεις ποιος με εξιτάρει πιο πολύ;

–  Για λέγε, να μάθουμε!

–  Αυτός ο πούστης ο […] !

Πετάχτηκε σαν ελατήριο και στάθηκε στα γόνατά του. Τη βούτηξε από τα μαλλιά. Ήταν έξαλλος.

– Κοίτα, μαζί τελειώσαμε! Άκουσες κωλογύναικο; Μου πουλάς φούμαρα για ψυχολογικά προβλήματα και τέτοια και μου κλαίγεσαι και εγώ σα μαλάκας σε πιστεύω και σε τσοντάρω κι από πάνω και συ πηδιέσαι με τον μισό Οργανισμό; Εσύ μωρή βρομιάρα δεν είσαι γυναίκα, η προσωποποίηση της ξεφτίλας είσαι!

Την άφησε και κατέβηκε από το κρεβάτι. Μπήκε γρήγορα στο μπάνιο.

Εκείνη έμεινε εκεί ακίνητη. Τέλειωσε το τσιγάρο, γύρισε και κάθισε  στο πλάι του κρεβατιού. Σκέπασε με  το μαζεμένο σεντόνι το μπροστινό μέρος του κορμιού της. Σκεφτόταν με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα. Τα παιδιά στις φωτογραφίες συνέχιζαν να κοιτάζονται! Δεν την έβλεπαν. Μόνο ο μουσάτος του τοίχου την κοίταζε. Περίμενε. Ο  Θέμης βγήκε με τα εσώρουχά του. Πήγε να πάρει το παντελόνι του…

Σήκωσε τα μάτια της και τον κάρφωσε. Είχε ζαρώσει τα πάνω χείλη της και είχε σηκώσει το αριστερό της φρύδι. Φαινόντουσαν οι δύο αυλακιές ανάμεσα στα μάτια, στη ρίζα της μύτης της. Ήταν απαίσια. Φάνταζε σα μάγισσα.

–  Κοίτα να σου πω μεγάλε! Εγώ δε σηκώνω αγριάδες! Πρόσεξε τις επόμενες κινήσεις σου για να μη βρεις το μπελά σου! Ο δικός μου κάνει ότι του λέω. Κοίτα μη βρεθείς στην άλλη άκρη της Ελλάδας! Και να ξέρεις επιβήτορες υπάρχουν πολλοί, ακόμη και πολύ νεώτεροι από σένα!

–  Άντε και χάσου, καριόλα!

Μόλις στα γρήγορα είχε κουμπώσει τη ζώνη του παντελονιού του.

–  Καλαά! Πρόσεξε μόνο σου λέω! Εκείνος άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Εκείνη σηκώθηκε, άφησε το τσαλακωμένο σεντόνι στο κρεβάτι και έσυρε το πλαδαρό της σώμα προς το  μπάνιο.

Υ. Γ.: Ισχύει ότι έχει γραφεί στα προηγούμενα αφηγήματα.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ένα από τα πολλά ντοκουμέντα, για τον Π. Πατρών Γερμανό.

Έγγραφο αποδεικτικό του Π, Πατρών, έχει ως εξής:

«Ο υπογεγραμμένος υποφαίνομαι ότι έλαβον, παρά των κυρίων Νικολάου και Σπύρου Σπηλιοτοπούλων, εις διαφόρους δόσεις ως οι λογαριασμοί των διαλαμβάνουν, τα εξής χρησιμώτατα εφόδια πολεμικά.

Μπαρούτι οκάδες εννιακόσιες δύο και μισή Ν. 902:20.

Μολύβι εις βόλα οκάδες πενήντα πέντε, 55.

φυσέκια δεκάρια σαράντα, 40.

Τα οποία παρέλαβον, δια εξοικονόμησιν των στρατευμάτων της επαρχίας Πατρών. Ως παραλαβών δε αυτά εις περίστασιν στενής ανάγκης και ελλείψεως, χωρίς να τους ανταποδώσω ουδέ μικράν τινά αντιπληρωμήν δια ταύτα, δίδω το παρόν υπογεγραμμένον ιδιοχείρως μου, δια να τους χρησιμεύση  εν καιρώ ζητήσεως και εξετάσεως εις απόδειξιν προς το γένος και την πατρίδα./ Εν Δημητσάνη 1823 Μαΐου 10/ [υπογραφή]».

Πηγή: Γ. Α.Κ.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

2. Ο «Αυτός» και η ολιγόωρη άδεια…

Ο «Αυτός» είχε συμπληρώσει ένα έντυπο «δίωρης» άδειας και το πήγε στο γραφείο του προϊσταμένου του  Βλαχόπουλου να του την υπογράψει.

Ήξερε ο Βλαχόπουλος γιατί την ήθελε την άδεια ο «Αυτός».

Ήξερε ότι ο «Αυτός» είχε γραφτεί σε μια ιδιωτική σχολή και τ’ απογεύματα παρακολουθούσε  μαθήματα για τη Δημόσια Διοίκηση. Το ωράριο των μαθημάτων ήταν εξήμιση – δέκα μισή. Έφευγε το μεσημέρι από τη δουλειά και πήγαινε στην πλατεία του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου και εκεί καθόταν σ’ ένα παγκάκι κάτω από μια λεύκα και διάβαζε μέχρι τις εξήμιση που πήγαινε στη σχολή. Πολλές φορές όμως δεν προλάβαινε να τα διαβάσει όλα και έτσι έκανε χρήση των «δίωρων» αδειών, για να προλάβει να διαβάσει κάτι παραπάνω.

Το πήρε το έντυπο ο προϊστάμενος το κοίταξε, συνοφρυώθηκε και έψαξε το ημερολόγιό του όπου σημείωνε ποιοί και πότε έπαιρναν άδειες. Απ’ αυτόν διδάχτηκαν και άλλοι σ’ αυτό τον τομέα… Αφού δεν βρήκε νάχει υπερβεί το όριο ο «Αυτός», γύρισε και ενώπιον όλων των υπαλλήλων του τμήματος, καθώς υπέγραφε την άδεια του είπε:

 –   Να ξέρεις! η δίωρη άδεια είναι στη διακριτική ευχέρεια του προϊσταμένου!

Ο «Αυτός» ένοιωσε την προσβολή κατακέφαλα. Από το μυαλό του πέρασαν σαν σε ταινία σε γρήγορη κίνηση, οι σκέψεις: «Μπορούσε να μου μιλήσει και να μου εξηγήσει πιο κόσμια. Αλλά τι; Τι να μου πει για μια δίωρη άδεια όταν μάλιστα ήξερε και το σκοπό της; Απλά θέλει να με αποτρέψει από το να παίρνω τις άδειες γιατί δεν χωνεύει τους μορφωμένους και καταρτισμένους υπαλλήλους. Δεν θέλει την επιμόρφωση. Πλάσαρε τον εαυτό του σαν τον μόνο καταρτισμένο και γνώστη στο χώρο και επί πλέον θέλει να κάνει επίδειξη του «φοβερού αξιώματος» του προϊσταμένου που κατέχει και νομίζει πως αυτός είναι και όχι άλλος κανείς…».

Ο «Αυτός» σηκώθηκε από το γραφείο του, πλησίασε τον Βλαχόπουλο, πήρε το μπλόκ στα χέρια του, έκοψε το φύλλο που είχε την άδειά του, το έσχισε σε μικρά κομματάκια και του είπε:

 – Εφ’ όσον έτσι έχουν τα πράγματα εγώ θέλω άλλη φορά η άδεια να υπογράφεται ή να μην υπογράφεται, χωρίς σχόλιο.

Δεν έβγαλε τσιμουδιά ο Βλαχόπουλος, παρ’ ότι αυτά έγιναν μπροστά σ’ όλους τους υπαλλήλους του τμήματος, γιατί ήταν δειλός και ανάξιος ν΄ αρθρώσει δικό του λόγο, λόγο που να μην είναι φτιασιδωμένος από λέξεις και στοιχεία νόμων, εγκυκλίων διαταγών ή δημοσιοϋπαλληλικών ορισμών. Άλλες φορές όμως κομπορρημονούσε. Όταν βρισκόταν μπροστά σε άνθρωπο που ήξερε ότι είναι ανίδεος σε  υπηρεσιακά  θέματα ή συνομιλούσε με τον Διοικητή, ξεκινούσε να μιλάει ως εξής: «..Βάσει του νόμου τάδε…». Τις πιο πολλές φορές ο νόμος τάδε δεν είχε σχέση με το θέμα που θα συζητούσαν. Ο άλλος όμως εντυπωσιαζόταν λόγω άγνοιας. Έτσι είχε δημιουργήσει ένα μύθο για τον  εαυτό του, στους ανίδεους. Οι καλοί υπάλληλοι ήξεραν ποιός πράγματι είναι. Το κυριότερο όμως που έκανε αυτός ήταν η δημιουργία περίγυρου. Λασπολογούσε στη Διοίκηση κατά ορισμένων καλών και ακέραιου χαρακτήρα υπαλλήλων και επευφημούσε άλλους που είχαν σαν μόνο προτέρημα την ενδοτικότητα, ή έκαναν ό,τι τους έλεγε. Έτσι δημιούργησε κλίκα στον Οργανισμό. Αυτοί που έμπαιναν στην κλίκα και δεν ενέδιδαν σ’ όλα, αντιμετώπιζαν πιέσεις, εκβιασμούς και διάφορα άλλα. Προσπάθησε να βάλει ο Βλαχόπουλος στο «κόλπο» και τον «Αυτό». Έτσι βρέθηκαν σ’ αντίθετα χωράφια.

 Από τότε δεν ξαναπήγε ο «Αυτός» άδεια σ’ αυτόν για υπογραφή και ορκίστηκε και τήρησε τον όρκο του όταν έγινε προϊστάμενος, να μην αρνηθεί ούτε κατ’ ελάχιστο, ούτε καν να ρωτήσει οτιδήποτε, όταν του έδιναν άδεια για υπογραφή.

Υ.Γ. Αν σας πω ότι «κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα είναι τυχαία», θα με πιστέψετε;

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Υπενθύμιση…

Στην 4η εσωτερική σελίδα του Ζ΄ (Συμπληρωματικού τόμου) του Ιστορικού Λεξικού της επαρχίας Καλαβρύτων, αναφέρονται τα εξής:

Παρακαλώ να τα προσέξουν ιδιαίτερα όσοι προαλείφονται για συντάκτες (ή συγγραφείς) πονημάτων, λευκωμάτων, γεννεαλογικών, αγωνιστών του 1821 κ.λ. και κυρίως τώρα που γυρίζει η ρόδα των σχετικών με το 1821.

Επίσης να ενημερώσω όλους αυτούς ότι έχει κατοχυρωθεί αντίγραφο με πάρα πολλά «σκοπούμενα λάθη» τα οποία περιλαμβάνονται στο εν λόγω Λεξικό.

Χωρίς την έγγραφη άδειά μου δεν επιτρέπω ουδεμία χρήση, από οποιονδήποτε.

Posted in Επικοινωνία αναγνωστών | Σχολιάστε

1. Η σιωπή των «ολίγων».

Το ένα από τα πρόσωπα του αφηγήματος που ακολουθεί, παρ’ ότι και όνομα και επίθετο είχε, στον Οργανισμό όπου εργαζόταν, κάποιοι εκ των «συναδέλφων» του δεν τον αποκαλούσαν με το ονοματεπώνυμό του (κυρίως όταν δεν ήταν μπροστά τους ή δεν τους άκουγε), αλλά με την αντωνυμία «Αυτός». «Αυτός!…», «Τι θέλει Αυτός;», «Που πάει Αυτός;», «Τι κάνει Αυτός;» κ.ο.κ. Η εξήγηση γι’ αυτή τη συμπεριφορά τους, αυτή που  ένας γνώστης των πραγμάτων θα έδινε, ήταν ότι τους έπεφτε βαριά να τον αποδεχθούν, πόσο μάλλον να τον αποκαλέσουν «κύριο» ή να τον προσφωνούν με το ονοματεπώνυμό του. Θεωρούσαν ή πίστευαν ότι το «Αυτός» τον μείωνε, τουλάχιστον στις μεταξύ τους συζητήσεις.

Ο «Αυτός» λοιπόν, ήταν προϊστάμενος σε ένα νευραλγικής φύσεως οικονομικό τμήμα του Οργανισμού, ήταν άριστα καταρτισμένος, ακέραιος και δομημένος χαρακτήρας.

Από τους άλλους τρεις του αφηγήματος, ο ένας είχε σκαρφαλώσει στην ιεραρχία λέγοντας πάντα «Ναι σε όλα», ήταν ύπουλος, ενδοτικός, φοβιτσιάρης, δολοπλόκος και ποτέ δεν ακούστηκε ότι ανέλαβε κάποια ευθύνη, έστω εκείνη που του αναλογούσε, όταν κάτι δυσάρεστο συνέβαινε στον Οργανισμό αυτό.

Περίπου της ίδιας υφής ήσαν και τα δύο άλλα γυναικεία πρόσωπα. Με τα ίδια χαρακτηριστικά, την ίδια μεθοδολογία και πρακτική. Απολάμβαναν μια ιδιότυπη ικανοποίηση η οποία πηγάζει από την «ευτυχία της άγνοιας», που είναι μια κατάσταση στην οποία περιέρχεται όποιος δεν γνωρίζει και δεν θέλει να γνωρίζει τους κινδύνους της άγνοιας της δουλειάς του, του αντικειμένου του, των υποχρεώσεών του, οπότε πετάει στα σύννεφα. Κύρια μέριμνά τους λοιπόν, ήταν πως θα περνούσε όπως-όπως η ημέρα και αυτό τους ήταν αρκετό. Η μία εκ των δύο γυναικών, που ήταν και διευθύντρια της άλλης, είχε ειδικές περγαμηνές στο να δημιουργεί καταστάσεις σε βάρος μη αρεστών υπαλλήλων. Είναι αυτή που στο τέλος αναφέρω ότι ο Θεός εναρμόνισε το εν γένει παρουσιαστικό της με την εν γένει προσωπικότητά της.

Στη συνέχεια του αφηγήματος εμφανίζεται και ένα ακόμα πρόσωπο, εκτός του Οργανισμού …

                                         ……………………

Πρωΐ – πρωΐ εκείνης της Δευτέρας ο αρμόδιος Επίτροπος της Ελεγκτικής αρχής, ζήτησε στο τηλέφωνο τον προϊστάμενο του τμήματος που του έστελνε για προληπτικό έλεγχο τις εντολές πληρωμής.

Ο «Αυτός» απάντησε στο τηλέφωνο και ο Επίτροπος του ανακοίνωσε ότι στο εξής, θα πρέπει να στέλνονται μαζί με το συγκεκριμένο ένταλμα και όλα τα δικαιολογητικά αυτής της δαπάνης. Αυτά ήσαν τόσα σε όγκο που θα γέμιζαν την καρότσα ενός μεσαίου μεγέθους φορτηγού.

– Κύριε Επίτροπε, αυτό είναι αδύνατο, διότι ο όγκος αυτών των δικαιολογητικών είναι πολύ μεγάλος. Αν θέλετε μπορούμε να σας στέλνουμε μικρό μέρος αυτών των δικαιολογητικών, ώστε δειγματοληπτικά να κάνετε τον έλεγχο, του αντιπρότεινε ο «Αυτός».

– Όχι! Παρακαλώ να στέλνονται όλα τα δικαιολογητικά του εντάλματος.

– Μα θα είναι ένα φορτηγό κάθε μήνα κε Επίτροπε! Επί πλέον αυτά θα πρέπει να πληρωθούν σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Αυτό συνέβαινε μέχρι σήμερα και έτσι ενεργούσαμε…

– Αυτά που μου λέτε συνέβαιναν στο παρελθόν, τώρα είμαι εγώ εδώ! Παρακαλώ ακολουθήστε την υπόδειξή μου, διαφορετικά το ένταλμα δεν θα θεωρηθεί! Καλημέρα σας!

– Καλημέρα!

Ο «Αυτός» εκνευρίστηκε. Με ταχύτητα πέρασαν μπροστά του οι πιθανοί λόγοι για τους οποίους ο Επίτροπος ενεργούσε έτσι. Είτε ήθελε να ελέγχονται πράγματι όλα τα παραστατικά, τα οποία 7-8 άτομα του Οργανισμού, έκαναν ένα μήνα να ελέγξουν, είτε ήθελε να δείξει ότι αυτός διέφερε από τους προηγούμενους, είτε ήθελε να εκβιάσει κάποια κατάσταση… Ότι και αν συνέβαινε όμως, η αντικειμενική δυσκολία ήταν πραγματική και μπροστά του. Η ελεγκτική αρχή είχε δύο ελεγκτές για πολλούς Οργανισμούς και ήταν αδύνατο στο διάστημα που έπρεπε αυτά τα εντάλματα να πληρωθούν, να έχουν ελεγχθεί.

Ο «Αυτός» ενημέρωσε για το θέμα αυτό τις δύο «αρμόδιες» που παραπάνω αναφέρθηκαν, καθώς και τον ευρισκόμενο ψηλά στην ιεραρχία, «Ναι σε όλα».

Πέρασε μία ημέρα και απάντηση δεν πήρε από κανένα τους. Ήρθε και η δεύτερη ημέρα, αλλά τίποτα! Σε πέντε ημέρες έληγε η προθεσμία πληρωμής αυτών των δαπανών, και το ένταλμα ήταν αθεώρητο!

Την επόμενη το ξαναθύμισε σε όλους, αλλά κανείς τους δεν ενδιαφέρθηκε… Αναγκάστηκε να προτείνει στον «Ναι σε όλα» να ειδοποιηθεί ο Πρόεδρος της Ελεγκτικής αυτής αρχής, και να επιδιωχθεί μία συνάντηση μαζί του ώστε να επιδιωχθεί λύση του θέματος.

Ο «Ναι σε όλα» του απάντησε:

– Κανόνισέ το εσύ και ειδοποίησέ με!

Έτσι ο «Αυτός», πιεζόμενος κυρίως από το χρόνο, αλλά και από τις περιστάσεις τις οποίες γνώριζε πολύ καλά, μερίμνησε και μάλιστα άμεσα, ώστε να οριστεί ένα ραντεβού με τον εν λόγω Πρόεδρο.

Να σημειωθεί εδώ ότι αν το ένταλμα δεν πληρωνόταν στην ώρα του, την ευθύνη, για συγκεκριμένους λόγους, σίγουρα θα την ζητούσαν από τον «Αυτό», μόνο και μόνο για το γεγονός ότι αυτός υπέβαλλε το ένταλμα για θεώρηση. Βέβαια τα δικαιολογητικά μέχρι αυτή την ώρα τα συγκέντρωνε η μία εκ των παραπάνω υπαλλήλων στο τμήμα της, εκεί γινόταν ο έλεγχος και αυτή στη συνέχεια τα κρατούσε σε αποθήκες για τον μελλοντικό κατασταλτικό έλεγχο. Αν λοιπόν στο εξής πήγαιναν για έλεγχο, αυτή θα έπρεπε να τα φορτώσει στο μεταφορικό μέσο και αυτή θα τα παρελάμβανε μετά τον έλεγχο για να τα αποθηκεύσει. Ο «Αυτός» ήταν απλά ενδιάμεσος και εκ του κανονισμού του Οργανισμού δεν είχε αρμοδιότητα ελέγχου, αλλά μόνο έκδοσης του εντάλματος.  Ισχυρίστηκε λοιπόν αυτή η υπάλληλος ότι θα έστελνε τα δικαιολογητικά στον «Αυτό» που βρισκόταν δυο ορόφους πιο πάνω και εκείνος ας έκανε την υπόλοιπη διεκπεραίωση.

Επικοινώνησε λοιπόν ο «Αυτός» με τη Γραμματεία του προέδρου της ελεγκτικής αυτής αρχής, έθεσε το αίτημα και η Γραμματέας τον βεβαίωσε ότι θα τον ειδοποιούσε σε λίγο.

Πράγματι σε λίγη ώρα ο «Αυτός» πήρα την απάντηση ότι το ραντεβού με τον πρόεδρο θα είναι για την επόμενη ημέρα στις 9 η ώρα το πρωΐ. Η γραμματέας ζήτησε να ενημερωθεί πόσοι και ποιοι θα συμμετείχαν.

Ο «Αυτός» στη συνέχεια ειδοποίησε τηλεφωνικά τους άλλους τρεις του αφηγήματος, για τη συνάντηση της άλλης ημέρας. Την επόμενη ημέρα όταν πλησίαζε η ώρα του ραντεβού, αφού δεν είχε ειδοποίηση από κάποιον από τους τρεις, έφυγε μόνος για την ελεγκτική αρχή, όπου και το ραντεβού. Εκεί στον προθάλαμο τους βρήκε να συζητούν. Η γραμματέας ρώτησε αν είναι όλοι παρόντες και μπήκε να ενημερώσει τον πρόεδρο. Γύρισε, άνοιξε την πόρτα και είπε:

– Περάστε, ο κύριος πρόεδρος σας περιμένει!

Μπήκαν όλοι, μπήκε και ο «Αυτός» τελευταίος. Έγιναν οι τυπικές συστάσεις, και κάθισαν όλοι γύρω από ένα παλαιού τύπου λουστραρισμένο οβάλ τραπέζι.

– Τι να σας προσφέρουμε; Ρώτησε ο πρόεδρος. Καφέ; Πορτοκαλάδα;

Είπε ο καθείς και η καθεμιά τι ήθελε και η γραμματέας πήγε να τα φέρει.

Στο μεταξύ ο πρόεδρος, ένας καλοβαλμένος, καλοντυμένος, ευγενής και πρόσχαρος άνθρωπος, ρώτησε δυο τρία πράγματα για τον οργανισμό και ο «Ναι σε όλα» ανώτερος γαρ όλων, απαντούσε με αξιοσημείωτη και θα έλεγα στομφώδη προθυμία.

Τα κεράσματα ήρθαν και ο πρόεδρος ρώτησε:

– Λοιπόν κύριοι, ποιο είναι το θέμα σας;

Κοίταξε τον «Ναι σε όλα» που μέχρι αυτή τη στιγμή συνομιλούσε, αλλά αυτός είχε στρέψει αλλού το πρόσωπό του.

Στράφηκε και προς όλους τους άλλους, αλλά κανείς δεν απάντησε.

Ο πρόεδρος σάστισε, αλλά επανέλαβε την ερώτηση:

 – Κύριοι παρακαλώ πείτε ποιο πρόβλημα έχετε; Γιατί τέλος πάντων ζητήσατε να βρεθούμε; Ενημερώθηκα ότι κάποιο πρόβλημα με τον έλεγχο των δαπανών σας υπάρχει. Τι ακριβώς συμβαίνει;

Κανείς δεν απαντούσε! Μία άκομψη και κάπως απόκοσμη βουβαμάρα είχε απλωθεί στο χώρο. Τα κεφάλια των τριών σκυμμένα. Ο πρόεδρος κοίταζε τα σκυμμένα πρόσωπα και εξέφραζε με τα μάτια του μια έκπληξη, περιμένοντας μια απάντηση. Ο «Αυτός» είχε κοκκινήσει  από θυμό περισσότερο αλλά και ντροπή. Ήταν ο νεότερος σε ηλικία εκεί και αυτός που δεν θα έπρεπε να είχε ευθεία ανάμειξη αλλά ούτε και ουσιαστικό ενδιαφέρον να λυθεί το πρόβλημα. Άλλος στη θέση του θα το άφηνε, δεν θα ενδιαφερόταν και το θέμα θα είχε σκάσει. Όμως, εκτός του ότι ο χαρακτήρας του και η εν γένει παιδεία και διαδρομή του στον οργανισμό αυτό, δεν του το επέτρεπαν, επί πλέον τούτων τις ευθύνες απ’ αυτόν θα τις ζητούσαν. Το γνώριζε ότι ήταν στόχος και μάλιστα ευάλωτος. Διότι όταν βρίσκεσαι σε κάστα ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά και είσαι διαφορετικός απ’ αυτούς, είσαι αυτόματα στόχος χωρίς υποστήριξη και βοήθεια. Ένας μηχανισμός άμυνας ενεργοποιήθηκε μέσα του και του απέσπασε την προσοχή από ταβάνι και τους τοίχους γύρω του που νόμιζε ότι κινούνταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Τους κοίταξε όλους… Αμίλητοι. Τα μάτια τους ήσαν στραμμένα  τα παλιά μάρμαρα του δαπέδου. Περίμεναν κάτι; Σκέφτονταν ίσως γιατί ήσαν εκεί; Σκέφτονταν ίσως τις επιπτώσεις στον Οργανισμό από τη συνέχιση του προβλήματος; Κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει.

Ο «Ναι σε όλα» ήταν ανώτερός του «Αυτού»… Να τον παρέκαμπτε; Και τι θα του έλεγαν οι άλλες; Μήπως ότι ήταν αναρμόδιος; Ίσως ότι ενώ ήσαν έτοιμες να μιλήσουν, τις παρέκαμψε; Για κάποια δευτερόλεπτα σάστισε. Αυτές οι σκέψεις ήταν μεν δευτερολέπτων, αλλά τα δευτερόλεπτα του φάνηκαν χρόνος πολύς.

Ο πρόεδρος, επέμεινε:

-Λοιπόν;

Ο «Αυτός» αναψοκοκκινισμένος καθώς ήταν, με ανόητη ίσως αποφασιστικότητα, στράφηκε στον πρόεδρο και του είπε:

– Κύριε πρόεδρε, θα μου επιτραπεί να σας θέσω το πρόβλημα;…

– Παρακαλώ, ορίστε! Αυτό περιμένω… Γι’ αυτό δεν ήρθατε;

Οι υπόλοιποι στην ίδια θέση, με την ίδια έκφραση και το ίδιο απλανές και ουδέτερο βλέμμα. Ίσως δεν έβλεπαν καν, μόνο άκουαν.

– Κύριε πρόεδρε, σύμφωνα με την μέχρι τώρα πρακτική στον επίτροπο υποβαλλόταν για θεώρηση το συγκεκριμένο ένταλμα, χωρίς τα δικαιολογητικά του, τα οποία είναι πολλά…

– Δηλαδή όταν λέτε πολλά, πόσα;

– Ένα φορτηγάκι μικρό, γεμάτο…

– Α! για συνεχίστε… Και πως εθεωρείτο ανέλεγκτο το ένταλμα;

– Μόνο από τον κατασταλτικό έλεγχο γινόταν αυτό και αν, όπως από το νόμο έχετε δικαίωμα, εζητείτο δειγματοληπτικά να ελεγχθούν αποδεικτικά της δαπάνης…

– Γνωρίζετε αν ζητήθηκε ποτέ να γίνει δειγματοληπτικός έλεγχος;

– Απ’ ότι γνωρίζω, όχι!

– Η δική σας υπηρεσία, ελέγχει αυτά τα δικαιολογητικά;

Η αρμόδια να απαντήσει, δεδομένου ότι έκανε τον έλεγχο, παρέμεινε αμίλητη, όπως και η διευθύντριά της.

Ο «Αυτός» απάντησε:

– Ναι! Γίνεται από αρκετά άτομα και διαρκεί ένα περίπου μήνα…

– Πως προκύπτει αυτό; Από που αποδεικνύεται;

– Δεν υπάρχει κάποιο γραπτό αποδεικτικό στοιχείο, συνημμένο του εντάλματος…

– Εσείς, εκτός του όγκου των δικαιολογητικών, τι άλλο σας δυσκολεύει για να υποβάλλετε αυτά για έλεγχο;

– Ο περιορισμένος χρόνος και η σύμβαση που υπάρχει με βάση την οποία αυτά υποβάλλονται στον οργανισμό  και σε διάστημα ενός μηνός πρέπει να εξοφληθούν. Ήδη σε μία ημέρα πρέπει να έχει θεωρηθεί και πληρωθεί το ένταλμα.

Ο πρόεδρος έμεινα για λίγο αμίλητος και σκεφτικός.

– Λοιπόν κύριοι, απ’ όσα ο συνάδελφός σας παραθέτει, αντιλαμβάνομαι ότι σας θεωρούμε ένα ένταλμα χωρίς να βλέπουμε τα δικαιολογητικά της δαπάνης. Αυτό είναι ανεπίτρεπτο! Επομένως, ή τα δικαιολογητικά θα υποβάλλονται όλα για έλεγχο, ή την ευθύνη του ελέγχου θα την αναλαμβάνετε εσείς αλλά γραπτά επάνω σε κατάσταση συγκεντρωτική του συνόλου της δαπάνης η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, με υπογραφή και σφραγίδα των αρμοδίων οργάνων (Προϊσταμένου και Διευθυντή). Επειδή λοιπόν ο έλεγχος του συνόλου των παραστατικών της δαπάνης θα σας δημιουργήσει δυσκολίες, συμφωνείτε στη δεύτερη λύση;

Η αντίδραση των τριών ήταν μηδενική. Περίμεναν… Τα πρόσωπά τους είχαν, μία ανεξήγητη θα έλεγα, έλλειψη έκφρασης που περισσότερο θα ταίριαζε σε ηλιθιότητα.

Ο πρόεδρος ξαναρώτησε:

 – Συμφωνείτε να βεβαιώνεται από τον αρμόδιο προϊστάμενο και διευθυντή σε κατάσταση ότι διενεργήθηκε ο έλεγχος;

Τα δευτερόλεπτα πέρασαν βουβά. Η μία εκ των δύο παρισταμένων που το τμήμα της διενεργούσε τον έλεγχο και συνέτασσε τις καταστάσεις, αυτή και η διευθύντριά της λογικά, θα έπρεπε να βεβαιώνουν αυτά που ο πρόεδρος πρότεινε. Αλλά δεν μίλησε καμμιά τους. Ούτε ο «Ναι σε όλα». Αυτή η νεκρή βουβαμάρα των δευτερολέπτων που φαντάζει να διαρκεί αρκετά λεπτά, έφερε τον «Αυτό» στην ίδια κατάσταση που βρέθηκε στην αρχή της συζήτησης.  Το ταβάνι, οι τοίχοι γύρω του ακόμα και οι φιγούρες των παρισταμένων τριγύριζαν θολές και ανακατεμένες μεταξύ τους, σε ακανόνιστο ρυθμό. Σήκωσε πάλι το κεφάλι του, τους κοίταξε όλους και είπε στον πρόεδρο:

– Αν δεν έχουν αντίρρηση οι υπόλοιποι συνάδελφοι, θα γίνει όπως προτείνετε. Δεν ξέρω αν συμφωνούν, είπε, και στράφηκε προς το μέρος τους.

Μόλις και μετά βίας η μία εκ των δύο, η διευθύντρια, ψέλλισε χαμηλόφωνα:

– Συμφωνούμε!

– Ωραία! Στείλτε λοιπόν να παραλάβετε από τον αρμόδιο επίτροπο το ένταλμα να βεβαιώσετε τα συμφωνηθέντα και να επιστρέψετε αυτό προς θεώρηση, είπε ο πρόεδρος και έκανε τη συνηθισμένη κίνηση τραβώντας την καρέκλα, να σηκωθεί από τη θέση του.

– Κύριοι, σας ευχαριστώ για την παρουσία σας εδώ και τη συνεργασία, είπε και στράφηκε προς την πόρτα απ’ την οποία είχε εισέλθει.

Δεν χαιρέτισε κανένα, ούτε και περίμενε την αποχώρηση των επισκεπτών. Ήταν φανερά δυσαρεστημένος και έκανε νεύμα στη γραμματέα του να τον ακολουθήσει.

Όταν αυτή βρέθηκε στο γραφείο του της είπε εκνευρισμένος, να ενημερώσει τον επίτροπο για ό,τι είχε συμφωνηθεί και της ζήτησε να κοιτάξει αν έφυγαν οι επισκέπτες του.

Ο «Αυτός» άνοιξε πρώτος την πόρτα και έφυγε. Γυρνώντας στο γραφείο του έστειλε τον σύνδεσμο και πήρε πίσω το ένταλμα και στη συνέχεια το διαβίβασε με υπηρεσιακό σημείωμα στο αρμόδιο τμήμα για να βεβαιώσει τον έλεγχο.

Ο υπάλληλος που πήγε το ένταλμα και το σημείωμα, τον ενημέρωσε ότι αρχικά δυσανασχέτησε η προϊσταμένη λέγοντας ότι δεν είναι δουλειά δική της. Στη συνέχεια του είπε να περιμένει και πήγε στην άλλη, την διευθύντριά της. Γυρνώντας και μουρμουρίζοντας του είπε:

– Πήγαινε και θα δω τι θα κάνω!

Το θέμα βέβαια τέλειωσε εκεί με την επανυποβολή του εντάλματος για θεώρηση συνοδευμένου από τη σχετική βεβαίωση.

                                                 ……………………………….

Για την ιστορία να σημειώσω ότι: και οι τρεις (εκτός του «Αυτού») είχαν πολύ καλή πορεία στην εξέλιξή τους στον Οργανισμό. Βέβαια ο Οργανισμός στο τέλος «πήγε κατά διαόλου», αλλά, τι τους ένοιαζε;

Επίσης να σημειώσω ότι: Είναι πράγματι φοβερό, το ότι ο Θεός εναρμονίζει μερικές φορές το ύψος και εν γένει το παρουσιαστικό κάποιου ατόμου, με το μέγεθος της μετέπειτα προσωπικότητάς του, την εν γένει δηλ. πνευματική του ανάπτυξη και την ηθική του διαμόρφωση, και άλλες φορές επαληθεύει τη λαϊκή ρήση που λέει ότι: «στις πολυκατοικίες με πολλούς ορόφους, ο τελευταίος πάνω είναι άδειος».

                                            …………………………………

Η σιωπή είναι χρυσός; Παραμένει ερωτηματικό… Ένα είναι βέβαιο, ότι όποιος «μιλάει» στον ευρύτερο δημόσιο χώρο, χαλάει τα «κακώς κείμενα», θίγει τον συστημικό κανόνα: «Άκου, βλέπε, σιώπα!». Αυτόν ακολουθούν οι περισσότεροι και περιμένουν κάποιος άλλος να βγει μπροστά να δώσει μία λύση, σε δικό τους μάλιστα πρόβλημα, και ας γίνει αντιπαθής. Όμως 9 στις 10 φορές, αυτοί που κρύβονται πίσω, εκμεταλλεύονται τις ικανότητές του και σφετερίζονται την προσπάθειά του. Αν κάποιος δε, τους ρωτήσει, όντας υπεύθυνοι και σε κλιμάκια που παίρνονται οι αποφάσεις, για την αιτία της κατάντιας του φορέα αυτού, η απάντηση είναι πάντα η ίδια:  «Φταίνε οι άλλοι!».

Τέλος αν σας πω ότι «κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα είναι τυχαία», θα με πιστέψετε;

 

 

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Μιά οφειλόμενη εξήγηση.

Αγαπητοί αναγνώστες,

Θέλω να σας ζητήσω συγνώμη για το γεγονός ότι έχω σταματήσει να αναρτώ εδώ σ’ αυτό το blog θέματα ιστορικής φύσεως. Αυτό έγινε – ίσως το έχετε καταλάβει – διότι κάποιος ανεκδιήγητος κουτοπόνηρος «τύπος» όστις παριστάνει τον ειδήμονα, τουλάχιστον τρεις φορές και αποδεδειγμένα, σε διάστημα 3 χρόνων, έχει κλέψει κείμενα και φωτογραφίες μου και τα έχει αναρτήσει στη σελίδα του στο FB σαν δικά του, με την υπογραφή του από κάτω.

Αγαπητοί φίλοι, τέτοιοι υπάρχουν και άλλοι που θα φανούν μελλοντικά.  «Όταν σπάσει ο διάολος το ποδάρι του».

Είναι μαγκιά και εξυπνάδα φαίνεται για κάποιους να βρίσκουν έτοιμο υλικό, το οποίο κάποιοι άλλοι κόπιασαν για χρόνια, να το ανακαλύψουν και να το ανασύρουν, και να το εμφανίζουν για δικό τους. Χωρίς να έχουν, έστω αυτό το… ελληνικό φιλότιμο, να αναφέρουν την πηγή του. Δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να προσθέτουν στην απύθμενη γελοιότητά τους…

Επειδή έχω ψάξει πάνω από ενάμισυ εκατομμύριο έγγραφα, έχω φωτογραφίσει πολλά αρχεία και έχω υλικό από πολλές άλλες πηγές, είναι φανερό ότι το υλικό αυτό, εκτός εκείνου που έχω καταγράψει, αρκεί να συντηρώ αυτή τη σελίδα για δεκαετίες. Όμως με τέτοια θλιβερά όντα να καπηλεύονται τον ιδρώτα του άλλου, δεν θα το κάνω.

Γι’ αυτό σας ζητώ συγνώμη.

Θα αναρτώ κάποια… αφηγήματά μου.

Και ακόμα μιά σημείωση: Δεν έχω αρνηθεί σε κανέναν απάντηση σε mail με ονοματεπώνυμο και τηλέφωνο, για ό,τι μου έχει ζητήσει. Επώνυμα όμως… Όχι Panos200@… ή Apostolis…@… κ.λ. Σ’ αυτά δεν απαντώ. Το θράσος έχει και όρια…

Posted in Επικοινωνία αναγνωστών | Σχολιάστε

Βιβλία του Καλαβρυτινού κ. Θεοδώρου Γ. Θανοπούλου.

Πήρα σήμερα στα χέρια μου δύο βιβλία του εκλεκτού Καλαβρυτινού λογοτέχνη, συνταξιούχου εκπαιδευτικού κ. Θεοδώρου Γ. Θανοπούλου.

Το ένα έχει τίτλο: «Για την ειρήνη και την ελπίδα» και περιλαμβάνει τη δεύτερη συλλογή τρυφερών λυρικών ποιημάτων για παιδιά και νέους.

Το δεύτερο βιβλίο του έχει τίτλο: «Τα παιδιά του ουράνιου τόξου», περιλαμβάνει αληθινές ιστορίες με παιδιά με «ειδικές» ανάγκες. Αυτό το βιβλίο ραγίζει καρδιές και τεντώνει τα νεύρα. Είναι γεμάτο αγώνα, πόνο αλλά και τρυφερότητα.

Αγαπητέ κε Θεόδωρε Θανόνουλε, σας ευχαριστώ θερμά, για την τιμητική για μένα, ευγενική σας  προσφορά!

Και ενδεικτικά ένα ποίημα από αυτή τη συλλογή:

Και μία από τις 40 ιστορίες…

Σημείωση: Το ποίημα και την ιστορία, τα δημοσίευσα εδώ χωρίς την άδεια του συγγραφέα, με σκοπό να πάρει μία γεύση της γραφής του Θ. Θανοπούλου και όποιος δεν την γνωρίζει και τυχαίνει να είναι αναγνώστης αυτού εδώ του blog.

Θ. Τζώρτζης.

 

Posted in Βιβλιοπαρουσίαση | Tagged | Σχολιάστε

«Ιστορία της Επαρχίας Καλαβρύτων».

Στις 9 Ιουλίου 2019 είχα αναφερθεί μέσω του παρόντος blog στο έργο του Νικολάου Κ. Σακελλαρόπουλου «Ιστορία της Επαρχίας Καλαβρύτων», Τόμος Α΄ και Τόμος Β΄, έκδοσης 2019. (βλ. εδώ).

Όπως και τότε είχα γράψει: «… Το έργο του αποτελεί συμβολή στην ιστοριογραφία της επαρχίας Καλαβρύτων, διότι συνοπτικά, με ιδιαίτερα γλαφυρό αφηγηματικό τρόπο, με δομή, με καθαρό λόγο, γλώσσα καθομιλουμένη και εμπλουτισμένο με φωτογραφικό υλικό, προσώπων, χωριών κ. λ. γίνεται προσιτό και κατανοητό από κάθε αναγνώστη…». Και: «… Το έργο είναι πολύτιμη πηγή ιστορικών και λοιπών πληροφοριών για την επαρχία αυτή και δεν πρέπει να λείψει από τη βιβλιοθήκη κάθε σκεπτόμενου πατριώτη, κάθε Καλαβρυτινού…».

Πολύ πρόσφατα μου δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω το έργο αυτό σελίδα-σελίδα με προσοχή και επιμέλεια και τούτο αφ’ ενός μεν να γνωρίσω το περιεχόμενό του, αφ’ ετέρου δε να αντλήσω μερικές πληροφορίες άγνωστες σε μένα οι οποίες θα αποτελέσουν στοιχεία συμπληρωματικά του έργου μου «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων», αν αυτό επανεκδοθεί.

Το έργο αυτό, «Ιστορία της Επαρχίας Καλαβρύτων», είναι ευανάγνωστο και προσιτό σε κάθε ενδιαφερόμενο για την ιστορία της επαρχίας Καλαβρύτων αναγνώστη, ακόμα και εντελώς ξένο προς την ιστορική επιστήμη.

Ο α΄ τόμος περιλαμβάνει κυρίως στοιχεία χωροταξικά, γεωγραφικά, μυθολογικά και ιστορικά μέχρι και το 1940.

Θα επιμείνω όμως στον β΄ τόμο και ειδικά σε ότι αφορά την περίοδο 1941-1949, για τα γεγονότα της οποίας ο συγγραφέας έχει αφιερώσει πολλές σελίδες του έργου του, στις οποίες δίδει πληροφορίες με πληρότητα, αντικειμενικότητα και σοβαρότητα. Η κριτική του και η έκφραση της γνώμης του για διάφορα γεγονότα της εποχής εκείνης είναι απαλλαγμένη από υποκειμενισμούς και μετεμφυλιακές σκοπιμότητες. Περιγράφει και παρουσιάζει τα γεγονότα με την αρμόζουσα ενάργεια και ψυχρή την αλήθεια, ακόμα και αν η άποψή του είναι αντίθετη με εκείνη άλλων ιστορικών της περιόδου αυτής.

Αξιοσημείωτη είναι η περιληπτική συστατική και ιστορική αναφορά σε κάθε χωριό ή οικισμό της επαρχίας Καλαβρύτων που συνοδεύεται από πρόσφατες φωτογραφίες αυτών των χωριών.

Επίσης θα πρέπει να τονισθεί η προσπάθειά του συγγραφέα να καταγράψει, (στο μέτρο του δυνατού), πρόσωπα που διακρίθηκαν ή διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στην επαρχία αυτή κυρίως από το χώρο της εκκλησίας, της πολιτικής, του στρατού, της Δικαιοσύνης, της εκπαίδευσης, των δημοσίων υπηρεσιών, των καλλιτεχνών, των επαγγελματιών, της ιατρικής, των ευεργετών, δωρητών, του πνεύματος κ. ά. επίσης τα πλείστα των οποίων συνοδεύει κάποια φωτογραφία τους.

Ο αναγνώστης, στους δύο αυτούς τόμους του Νικολάου Κ. Σακελλαρόπουλου «Ιστορία της Επαρχίας Καλαβρύτων», εκτός των παραπάνω, θα βρει πληροφορίες για διάφορους φορείς της επαρχίας αυτής,  θα βρει λαογραφικά στοιχεία, λεξιλόγιο, σκωπτικά για διάφορα χωριά της επαρχίας κ. ά.

Κλείνοντας την περιληπτική αυτή αναφορά μου στο εξαιρετικό έργο του αγαπητού φίλου κου Νίκου Κ. Σακελλαρόπουλου, θέλω να επισημάνω την ξεχωριστή επαινετή προσπάθειά του να δημιουργήσει μία σύγχρονη συνοπτική ιστορία για την επαρχία Καλαβρύτων χωρίς να υπολογίσει κόπο και κόστος υλικό και ψυχικό, αλλά ούτε και το βάρος των πολλών ετών που φέρει στην πλάτη του ήτο αποτρεπτικό της  επίτευξης του στόχου του. Αποτελεί παράδειγμα φωτεινό…

Αγαπητέ κε Νίκο Σακελλαρόπουλε, ως ελάχιστος, έλκων την καταγωγή μου από αυτά τα μέρη, σου εκφράζω την ευγνωμοσύνη μου και όλης της επαρχίας (ελπίζω) γι’ αυτή την προσφορά σου στην παρούσα και στις επερχόμενες γενιές.

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Από τη σημερινή (14 Αυγούστου 2020) εφημερίδα «Πελοπόννησος»…

Χρόνια πολλά και καλή αυριανή σε όλες και όλους!

(με «κλικ» επάνω στην εικόνα, μεγαλώνει και είναι ευδιάκριτο το κείμενο).

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Αναφορά στο έργο μου από τον συγγραφέα του δίτομου έργου: «Ιστορία της Επαρχίας Καλαβρύτων».

Ο κ. Νίκος Κ. Σακελλαρόπουλος, πέρα από την ειδική αναφορά της σελίδας 317 του Β΄τόμου, την οποία κάνει στο πρόσωπό μου περιλαμβάνοντας την ταπεινότητά μου μεταξύ άλλων αξίων εργατών του πνεύματος, εκ της επαρχίας των Καλαβρύτων καταγομένων, στον δεύτερο τόμο, σελ. 205 του διτόμου έργου του «Ιστορία της επαρχίας των Καλαβρύτων», το οποίο κυκλοφόρησε πέρυσι, αναφέρεται στο έργο μου:

(Η υπογράμμιση έχει γίνει από μένα).

Ευχαριστώ θερμά τον αγαπητό κο Νίκο Σακελλαρόπουλο, στο πολύ σημαντικό έργο του οποίου θα επανέλθω, αφού βρίσκομαι στο τελικό στάδιο της μελέτης του.

Ο κος Νικ. Σακελλαρόπουλος μου είχε κάνει την τιμή να αναφερθεί στο έργο μου αυτό μέσω του ηλεκτρονικού τύπου. Βλ. Δ/νση:

https://gerbesi.wordpress.com/2016/02/21/%ce%ad%ce%bd%ce%b1%cf%82-%ce%b1%ce%be%ce%b9%cf%8c%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82-%cf%80%ce%b5%ce%bd%ce%b5%cf%85%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82-%ce%ac%ce%bd%ce%b8%cf%81%cf%89%cf%80%ce%bf/

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Μια φορά λογοκλόπος… Πάντα τέτοιος… Αυτός ΕΙΝΑΙ πνευματικός δημιουργός!

Στις 23 Απριλίου 2020 στο blog αυτό εδώ ανάρτησα σε φωτογραφία το παρακάτω έγγραφο:

Στις 16 Ιουλίου 2020 βρήκα τη φωτογραφία αυτή να έχει αναρτηθεί στο fb, σε κολάζ φωτογραφιών αλλά και μόνη ατόφια, όπως ακριβώς την είχα παραθέσει, από τον γνωστό πλέον ανεκδιήγητο τύπο:

Κοιτάξτε

Και ένας σχολιαστής του να την αντιγράφει (χωρίς την ημερομηνία της)

Κανείς εκ των δύο δεν αναφέρει την πηγή του εγγράφου αυτού. Ούτε ο «επιμελητής» της ανάρτησης, ούτε ο «σχολιαστής».

Σκόπιμα δεν είχα βάλει την διεύθυνση του εγγράφου, για να μην ισχυριστούν ότι το βρήκαν στα ΓΑΚ, διότι αν το ισχυριστούν θα τους καλέσω να το εμφανίσουν ολόκληρη, με στοιχεία (Φάκελλο κ.λ.).

Αυτός ο ανεκδιήγητος τύπος φίλοι, μου είχε και στο παρελθόν δύο φορές τουλάχιστον κλέψει απ’ αυτό εδώ το blog άρθρα μου και τα εμφάνισε σαν δικά του. Αν ανατρέξετε στην ανάρτηση

Θαυμάστε πνευματικούς δημιουργούς, συνέχεια…

αλλά και σε άλλη προηγούμενη, θα πάρετε μια γεύση για όσα σας λέω.

Ο άνθρωπος κάνει μνημόσυνο με ξένα κόλυβα, πουλάει πνεύμα, χωρίς να αναφέρει πηγές (άραγε στο δρόμο βρίσκει όσα πασάρει ως έκθεση ιδεών ;), χωρίς να ζητάει άδεια από κανένα και χωρίς ίχνος σεβασμού στην προσπάθεια του άλλου να ανακαλύψει και να φέρει σε φως αυτά τα ντοκουμέντα. Για ντροπή δεν συζητώ, διότι η ενέργειές του επαναλαμβάνονται.

Τον καλώ από αυτό εδώ το βήμα να σταματήσει τις κλοπές. Το θέμα θα έχει συνέχεια…

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Λεχουρίτης Γεώργιος (συνέχεια…).

 

Σε συνέχεια και άλλων αναρτήσεων στο παρόν blog,  σχετικών με τον Γεώργιο Λεχουρίτη, παραθέτω στη συνέχεια στοιχεία τα οποία περιήλθαν τελευταία σε γνώση μου, ύστερα από έρευνα η οποία συνεχίζεται:

Α. Στις 13 Απριλίου 1827 ο Γεώργιος Λεχουρίτης εγγράφως ανέφερε από τη Σαλαμίνα προς την Εθνική Συνέλευση ότι στις 10 του ιδίου μηνός, ενώ αυτός εκινείτο, κατόπιν διαταγής, με τους στρατιώτες του για το στρατόπεδο των Αθηνών, 15 ληστές έστησαν ενέδρα και εφόνευσαν τον γαμπρό του Σταύρο και άλλον έναν εκ των πέντε συντρόφων του τους οποίους είχε στείλει ο Γ. Λεχουρίτης στο Ναύπλιο «δια πρόβλεψιν μερικών χρημάτων, αναγκαίων δια την εκστρατείαν μου ταύτην»,  καθώς αυτοί επέστρεφαν για να προφθάσουν το στράτευμά του (Λεχουρίτη) που βρισκόταν στην Κόρινθο και κατευθυνόταν στην Αθήνα.

Έγδυσαν και τους δύο φονευθέντες και τους άλλους 3 και τους άρπαξαν όλα τους τα πράγματα και όλα τα χρήματα που έφεραν μαζί τους, συνολικά 16.000 γρόσια.

Όταν πληροφορήθηκε αυτό ο Γ. Λεχουρίτης, όπως ο ίδιος αναφέρει «κατά χρέος ήθελον επιστρέψει με όλους τους υπό την οδηγίαν μου στρατιώτας δια να εκδικήσω τον άδικον θάνατον του γαμβρού μου και του άλλου συντρόφου μου, και να αποζημιωθώ από τα εκεί πλησιάζοντα μέρη, αλλ’ αισθανόμενος τον εικείμενον μέγα κίνδυνον της πατρίδος, προχωρώ κατά το χρέος μου εκεί όπου η ανάγκη της πατρίδος με προσκαλεί και δι’ όπου είμαι διατεταγμένος, παραιτών τα ιδιαίτερα».

Έγραψε λοιπόν στη Διοίκηση και ζητούσε να ευρεθούν οι ληστές, να τιμωρηθούν και να αποζημιωθεί για τα κλαπέντα τιμαλφή και χρήματα, «τουναντίον μετά από δέκα ημέρας θα βιασθώ να επιστρέψω εις Κόρινθον με όλον μου το Σώμα για να εκδικήσω τον άδικον θάνατον του γαμβρού μου και του συντρόφου μου, και ν’ αποζημιωθώ  όθεν ανήκει…».

Η Κυβέρνηση έδωσε εντολή στους «Δημογέροντες και κατοίκους επαρχίας Κορίνθου να λάβουν όλα τα μέτρα δια εξυχνίασιν  περί των ληστών και κακούργων […] και να τους συλλάβουν και να τους στείλουν εις την κυβέρνησιν…».

Επίσης δόθηκε εντολή στον Νικόλαο Σολιώτη στις 18 Απριλίου 1827 να εύρει και να συλλάβει τους φονείς του γαμβρού του Λεχουρίτη, αναφέροντας του επί πλέον: «… Οι πλείστοι των ληστών τούτων, κατά την μαρτυρίαν των ληστευθέντων οίτινες τους εγνώρισαν, είναι από το χωρίον Σας και από έτερα χωρία της επαρχίας Σας. Διατάττεσαι λοιπόν να μεταχειρισθής όλα τα δυνατά μέσα, και να εξετάσης με όλην την ακρίβεια δια να εξιχνιάσης περί των ληστών και κακούργων τούτων και ει δυνατόν να συλλάβης αυτούς και να τους εξαποστείλης ασφαλώς και όσον τάχιστα ενταύθα εις την Κυβέρνησιν…». Σχετικό έγγραφο έγινε και προς του κατοίκους της Περιστέρας.

Β. Ο Γεώργιος Λεχουρίτης πληγώθηκε στο Π. Φάληρο, την ίδια ημέρα πουνπληγώθηκε θανάσιμα και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Αλλά ας  δούμε πως ο ίδιος περιγράφει το γεγονός και το τι ακολούθησε, σε έγγραφό του προς την Αντικυβερνητική επιτροπή, στις 3 Μαΐου 1827 ευρισκόμενος στον Πόρο.: «… Τας 22 του παύσαντος, καθ’ ήν ημέραν επληγώθη καιρίως και απέθανεν ο αοίδημος και ένδοξος Καραϊσκάκης εις την μετά των εχθρών μάχην, επληγώθην και εγώ [εις] τον αριστερόν πόδα, και μετέβην εις Αίγιναν και από εκεί ενταύθα δια να επιτύχω χειρούργον άξιον να θεραπεύση την πληγήν μου. Επειδή λοιπόν έχω έως δέκα ανθρώπους μαζί μου, αναγκαιούντας δια την υπηρεσίαν μου, πληγωμένου όντος, μετά συστολής άκρας παρακαλώ την Σεβαστήν επιτροπήν δια να διατάξη να δίδωνται προς τους ανθρώπους μου τα συνηθισμένα ταΐνια δια όσας ημέρας διατρίψω ενταύθα χάριν της θεραπεύσεως και αναρρώσεώς μου…».

Να προσθέσω εδώ ότι πολέμησε μεταξύ άλλων μερών και στο όμορο του πατρικού μου χωριού, χωριό: Άη Βλάση, και με το στρατό του βρέθηκε στο επίσης όμορο χωριό Δεμέστιχα όπου είχε συσταθεί στρατόπεδο για την πολιορκία των Πατρών.

Πηγή: Τα νέα αυτά στοιχεία προέρχονται από τα Γ.Α.Κ. και τα πλήρη έγγραφα παρατίθενται στο υπό συμπλήρωση «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων».

Επαναλαμβάνω ότι: οι αναρτήσεις στο παρόν blog υπόκεινται στους περιορισμούς της «περί πνευματικών δικαιωμάτων» νομοθεσίας.

Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Προφήτης Ηλίας Παιανίας.

Χρόνια πολλά σε όλους!

Χρόνια πολλά και στους συγχωρίους μου για τη γιορτή του Προφήτη Ηλία στο Γκέρμπεσι!

Ακολουθούν οι φωτογραφίες και οι πληροφορίες για τον Προφήτη Ηλία Παιανίας.

Πηγή: Γεωργίου Δ. Χατζησωτηρίου «Ιστορία της Παιανίας…» – Αθήναι 1973.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Αγία Μαρίνα Παιανίας.

 

(Από το βιβλίο του Γεωργίου Δ. Χατζησωτηρίου: Ιστορία της Παιανίας και των Ανατολικά του Υμηττού περιοχών (1205-1973). Αθήναι 1973).

Βίος της Αγίας Μαρίνας.

(Το κείμενο είναι από τον «Ορθόδοξο Συναξαριστή»).

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Η προέλευση της ονομασίας των Αρβανιτοχωρίων της επαρχίας Καλαβρύτων.

Παρακάτω αναφέρω, ενδεικτικά, οικισμούς ή χωριά που αναγράφονται στο φορολογικό κατάστιχο[1] TT10-1/14662 των ετών 1460-1463, κυρίως της επαρχίας Καλαβρύτων, με Αρβανίτικο (Arnavut=Αλβανικό)  πληθυσμό, καθώς επίσης και μερικούς από το σύνολο των απογραφέντων τότε από τους Τούρκους, κατοίκων (η έντονη γραφή είναι από εμένα).

Το πλήθος των ονομάτων αλλά και άλλα στοιχεία από το κατάστιχο τα παραθέτω στο υπό συμπλήρωση «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων».

Από τα επώνυμα των κατοίκων προκύπτει κατά κανόνα και η προέλευση της ονομασίας αυτών των χωριών, οικισμών ή τοπωνυμίων.

Οι Αρβανίτες που είχαν ήδη εγκατασταθεί στα μέρη αυτά, σε ανάμνηση του τόπου καταγωγής τους, έδωσαν την ονομασία στο μέρος όπου εγκαταστάθηκαν.

Πολλοί εξ αυτών σε ανάμνηση του τόπου καταγωγής τους έφεραν και το επώνυμό τους.

Αμούρι: Amuri στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: [Gi]n Amuri, [G]in Hartopulo, Nikola Panipari, Andriya Amuri, Petros Am[ur]i, Yorgi αδελφός, Nikola Hartokopulo, κ.λ.

Αμπελόκηποι, οι: Arfara στην Περιφέρεια Βοστίτσας. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Gin Arfara, Todoros Arfara, Bardi Arfara, Nikola Arfara, Gin Laluza, Nikola Mavrasi, Kosta Mavrasi, κ.λ.

Άνω Κουρτέσι/ Κουρτέσης: Maji (Μάζι) στην Περιφέρεια Γάτσικο. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Uzġur Maji, Gin Maji, Andriya Maji, Nikola αδελφός, Todoro Çimiri, Gin παιδί, Andriya Zapandi, Kosta αδελφός, Yorgi Livari, Nikola Dimitriçi, Todoro Ġato, Gön Maji, Kozma Maji, Yorgi İstatopulo, Kosta Zapandi, Mihal Plaşa, Nikola İstasopulo, Yorgi İstasopulo, Dimitriçi dāmādı Maji, Leka Maji, κ.λ.

Άνω Φράγκα: Franko στην Περιφέρεια Βοστίτσας. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Andriya F[ra]nko, Gön Fran[k]os, Bardi αδελφός, Pulimenos Frankos, Κosta αδελφός, κ.λ.

Βελιμίρι, το:  Velimiri  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Domanika Velimiri, Görgi Velimiri, Kosta Velimiri, Yanuço Velimiri, κ.λ.

Γκέρμπεσι: στην Περιφέρεια Γάτσικο. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Martin Şalesi, Yorgi Haraktino, Trusa İksano, Nikola Lopesi, Mangişa Burlişa, Todoro Jupano, Yorgi proġonostu Domenika, Dimitri proġonostu Domenika, Mihal Haraktino. Εξ’ αυτών ουδείς λέγεται Γκέρμπεσης.

Γκέρμπεσι: στην Περιφέρεια Γάτσικο. Αναφέρονται o εξής κάτοικος: Ζermata Gerbesi.

Γκέρμπεσι: στην Περιφέρεια Κυπαρισσίας. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: T[odo]ros Gerbesi, Pavlos Gerbesi, Gin Sirak, Yorgi Krapeşi, κ.λ.

Γολέμι:  Ġolemi στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Yorgi Ġolemi, Ko[z]ma παιδί, Pavlos Ġolemi, Kozma παιδί, Nikola παιδί, Dimit[ri] Ġolemi, Dimitri Ġolemi άλλος (;), Petros Ġolemi, Vasi Ġolemi, κ.λ.

Γουρζούμισα:  Ġurzumişa στην Περιφέρεια Σπαρτιά. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Balvini Ġurzumişa, Gin Ġurzumişa, Gin Ġurzumişa άλλος (;), Kenazi Ġurzumişa, G[ö]n Ġurzumişa, Gin Maji, Mengişa Taçi, Leka Vergi, Yorgi παιδί, Petros İstankos, Yorgi Taçi, Domenika Ġurzumişa, Mihal Ġurzumişa, κ.λ.

Ελατόφυτο:  Maji (Μάζι) στην Περιφέρεια Βοστίτσας. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Lazaro Maji, Yorgi Size, Andriya Beluşi, κ.λ.

Ερείπια Μαζίου:  Maji (Μάζι) στην Περιφέρεια Πάτρας. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Lazari Maji, İstiyafer Maji, Mates Maji

 Ζούγκρα: Zuġra-ı άλλος (;) (στην αγροτική περιοχή Πετροβουνίου). στην Περιφέρεια Καλαβρύτων (;). Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Vasi Zuġra, Yorgi Maji, Gin Zuġra, Yorgi Kayçe, Marti Fonya, Petro Zuġra, Nikola Zuġra, κ.λ.

Ζουμπάτα (;):  Todoro Zupata στην Περιφέρεια Λεονταρίου. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Todoros el-mezkūr, Andriya Zupata, Ġazi Zupata, Yani Zupata, Yani Zupata άλλος (;), Yorgi Zupata, κ.λ.

Ζουμπάτιζα, η:  Lazaro Zupata στην Περιφέρεια Λεονταρίου. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Lazaro el-mezkūr, Yorgi Zupata, Aleksi Zupata, İş Ari Zupata, Zupan Zupata, κλ.

 Θεοδωρόπουλο: Todoropulo  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων (;). Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Dimitri Todoropulo, Yorgi αδελφός, İstrati Krakopulo, Mihal Krako[pul]o, Dimitri αδελφός, Yani Laġatora, İstemad Krakopulo, Nikola Yanakopulo, κ.λ.

Καράτουλα, του:  Κaratula στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Mankola Karatula, Nikola Karatula, Gön Karatula, Andriya Karatula NiKola Karatula άλλος (;), Dima Bundiya, Manol Karatula, κ.λ.

Καράτουλα: (άγνωστος) στην Περιφέρεια Καλαβρύτων (;). Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Petros Karatula, Mangişa Karatula, Gin Koloveloni, Mihal Kastani, Mankola αδελφός, κ.λ.

Καταρράκτης:  Gön Lopesi στην Περιφέρεια Γάτσικο. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Gön el-mezkūr, Todoros παιδί, Andriya Lopesi, Yorgi Lopesi, Leka Lopesi, İştin παιδί Yorgi Lopesi, Kozma Bareşi, Mila Suli, κ.λ.

Κατσαϊταίικα:  Kazneş (Καζνέσι) στην Περιφέρεια Πάτρας. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Şoki Kazneş, Lazar Buva, Vasi Muriki, Todoros Muriki, Nikola Maji, [Ya]ni Tirfa, Petros Somas, άγαμος: Gin Kazneş, κ.λ.

Λευκάσιο:  Çarnota (Τσορωτά) στην Περιφέρεια Βεζενίκου. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Mataranka Çarnota, Kosta Çarnota, Yorgi Lonka, Leka Lonka, Marti Ġulami, Nika Ġulami, Tonde Kumi, Petros Rusi, Pavlos Rusi, Gön Rusi, και: Gi[n] Rusi, Pavlo Rusi, Mihal Damizes, κ.λ.

Λουσικό:  Hamaku  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Lazaro Ģamako, Yorgi αδελφός, Emirali Ģamako, İvrato Zaġoriti, Yani παιδί, Yorgi παιδί, Gin Besulka, Aġali Dramesi, Aleksi Dramesi, Yorgi Besulka, Nikola Kefalinos, κ.λ.

Μάζι (άγνωστο).  İlya Maji στην Περιφέρεια Λεονταρίου. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: İlya el-mezkūr, Yani Maji, Yani Maji άλλος (;), κ.λ.

 Μάζι: Maji στην Περιφέρεια Γούμερου(;). Αναφέρεται ένας κάτοικος:  Yani Maji

 Μάζι: Maji στην Περιφέρεια Λεονταρίου(;). Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: [Yor]g[i M]a[ji], Todoros παιδί, D[ome]n[ika] Ma[ji], D[—] Maj[i], Nikola Ko[—], Nik[o]la Aznati, [Y]ani Katrava, κ.λ.

 Μάζι: Mazi στην Περιφέρεια Παλαιόκαστρου(;). Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Yorgi Mazi, Marti παιδί, Gön παιδί, İstefano Mazi, κ.λ.

Μάνεσι (άγγνωστο):  Todoro Manesi στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Todoros Manesi, Nikola παιδί, Kuvaras Bakrati, Leka παιδί, Mankola Maniki, Aleksi παιδί, Leka Manesi, Yorgi παιδί, Luzi Manesi, Evlati Manesi, Todoros παιδί, Mankola Vaviloni, Yorgi αδελφός, κ.λ.

Μάνεσι (άγνωστο):  Maneşi στην Περιφέρεια Βοστίτσας. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Gön Manesi, Yorgi Aġali, κ.λ.

Μάνεσι (άγνωστο):  Manesi στην Περιφέρεια Χλουμούτσι. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Manol Manesi, Gön Manesi, κ.λ.

Μάνεσι, το:  Nikola Manesi  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Nikola Manesi, Pavlo hīş-i o, İş Ari Cani, Gin Cani, Andriya Mazi, Nikola Marko, Leka Ġusati, κ.λ.

 Μάνεσι: Manesi στην Περιφέρεια Γάτσικο (;). Αναφέρονται οι εξής κάτοικοι: Yorgi Manesi, Yorgi Kandrava, Yorgi Manesi άλλος(;), Nikola Manesi, Yorgi Mazaraki, κ.λ.

 Μάνεσι: Manesi στην Περιφέρεια Γάτσικο(;). Αναφέρονται οι εξής κάτοικοι: Yorgi Manesi, Gin αδελφός, Gin Manesi, Nikola Manesi, Aġali Manesi, Dima Manesi, Aġali Kuçi, Gin Kuçi, Leka Rafti, Yorgi Lata, Lazaro Lata, Petro αδελφός, Niκola Lata, κ.λ.

Μαυρομάτι: Άγνωστη περιοχή,  Mavromati στην Περιφέρεια . Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Ġulyamo Mavromati, Gön Krati, Andriya Krati, İstefano Krati, Nikola Çapοġa, Lazaro Çapοġa, Vasıl Çapοġa, Dima Biçi, Gön Burasi, Gin Zepandi, Yorgi Biçi, Gön Pikerni, Petros Zapandi, Nikola Mavromati, Kozma Tiryarhi, Gön Çapοġa, Kosta Buba, Vasi Sameri, Todoros Biçi, Petro Çapοġa, κ.λ.

Μέγας Ποντιάς:  İştin Bodaya στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: İştin el-mezkūr, Mihal Bondaya, Gin Ranesi, Nikola Bardi, Gin Manesi, Domenika Biçi, Yorgi Biçi, κ.λ.

Μουρίκι:  Muriki στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι:  Andriya Muriki, Nikola Vilasi, Gin Muriki, İvlaş Muriki, İştin Misepoliti, κ.λ.

 Μπάρτσι: Barçi  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι στον οικισμό (Κarye-i) Barçi: Leka Barçi, İvrato παιδί, Gin Barçi, Daçi αδελφός, İvlaş αδελφός, Leka αδερφός, Todoros Barçi, Gin Suli, Domenika Mare, Somas Meliti, Somas İvlaho, Araçi Kataranba, Yani İvlaho, Kozma Barçi, κ.λ.

Μπελούτσι:  Beluşi  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Marti Beluşi, Yorgi παιδί, Duκa Beluşi, Yorgi Doκuza, Yorgi άλλος (;) Doκuza, Κozma Plaçi, Gin Beluşi, Manκola Beluşi, Κozma Periyalis, Cani Κa[p]areli, κ.λ.

Μπούμπουκας, ο (Είναι στη Μεσσηνία):  Andriya Pupuka στην Περιφέρεια Λεονταρίου. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Andriya el-mezkūr, Yani Bubuka, Kozma Badra, Gin Bubuka

Μπουρλέσια:  Burlaşa στην Περιφέρεια Βοστίτσας. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Pa[v]l[o]s B[u]rlaşa, Yorgi Zupano, Gön αδελφός, Yorgi [—], İvrato Suliçi, Todoros Draġos, Kozma Kumi, κ.λ.

Νάσα:  Nasa στην Περιφέρεια Γούμερου. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Domenika Nasa, Vara Nasa, Dimitri αδελφός, Mihal Nasa, κ.λ.

Ντέμπρανη:  Debrani  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων (;). Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Lazaro Debrani, Leka Dramesi, Andriya Kondostavlo, κ.λ.

Παλαιόπυργος:  Bondaya (Μποντιά) στην Περιφέρεια Βεζενίκου. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Yani Bondaya, Mangişa Bondaya, Gin Bondaya, Margin Nikiforo, Mangişa Nikifor, Gön Palunbi, Lazaro Şalesi, Todoro Fraġna, κ.λ.

Πηγή:  Junbata στην Περιφέρεια Σπαρτιά (;). Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Gin Junbata, Trimi Junbata, Lazaro Junbata, κ.λ.

 Πλέσα: Dima Plaşa  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων (;). Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Dima Plaşa, [To]doros παιδί, Yorgi παιδί, İlya Laġatora, Gin [birā]d[er-i o=αδελφός], Dima Ripi, Marti Laliza, Yani αδελφός, Yorgi Laliza, Petros Laliza, Gin παιδί, Dimitri Κatavati, Dimitri Miha, Todoros αδελφός, Yani Mazaraki, Gin Zenbeş, Lazari αδελφός, Todoros Plaşa, Gön Çornota, İlya Plaşa, κ.λ.

 Πλέσα: Marti Plaşa  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων (;). Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: [Ma]rti el-mezkūr, Gin Plaşa, Marti παιδί, Lazaro [Pla]şa, Andriya Plaşa, Gin Kaznesi, Todoros αδελφός, Mihal Çeresi, Mart[i K]okla, κ.λ.

Πλέσσα, του:  Plaşa στην Περιφέρεια Βοστίτσας. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Gön Plaş[a], Mihal Plaşa, Yorgi Plaşa, İvrato Plaşa, Pranci Kalanci, κ.λ.

Ράικου, του:  Rayko στην Περιφέρεια Βοστίτσας. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Rayko Servo, Nikola αδελφός, Sarandi Ġorġoyiri, Papas Kondos, κ.λ.

Ροδιά:  Murik Buva (Μπούγα) στην Περιφέρεια Γάτσικο. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Orfano Murik Buva, İstefano Veluşi, Gin Manesi, κ.λ.

Σιγούνι:  Şiġuni  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Marti Siġuni, Aleksi αδελφός, Marti Roġire, İstilyano Papayanopulo, κ.λ.

Σούλι: Άγνωστος οικισμός,  Suli στην Περιφέρεια Καλαβρύτων(;). Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Suli el-mezkūr, Gin [Suli], Vasi παιδί, Gin kapareli, Varda Suli, Petro Suli, Petro Pilura, Gin παιδί, Gin Seryapo, κ.λ.

Φίλια, τα:  Fila στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Klaşire İvlanduşa, Gin Fila, Gin Besulka, κ.λ.

Φλάμπουρα:  İflamurari στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Andriya İflamurari, Varda Benaşi, Dimitri παιδί, Duşa Κraçi, Franka Zepandi, Yorgi αδελφός, Gin Mutuza, κ.λ.

Χαρακτινού:  Ηaraktinu  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Aleksi Ηaraktino, Petros Haraktinos, Gin Bardi, Andriya παιδί, İlya Gönaçi, Yorgi Gönaçi, Nikola Zapandi,3 Dimitri αδελφός, Yorgi Haraktino, Gin παιδί, İvrato Haraktino, Dimitri Plaşa, Nikola Plaşa, Gin Plaşa, Todoros παιδί, İvlaşi Muzaki, Dimitri αδελφός, κ.λ.

Χωριά με σλαβικής προέλευσης ονομασία αναφέρονται με Ελληνικό πληθυσμό, διότι προϋπήρχαν της καθόδου των Αρβανιτών στην Πελοπόννησο:

 Αναστάσοβα: κάτοικοι: Yani Yanopulo, Yani Kosoliva, Dimitri Malyaro, Yorgi Save, Yorgi Eksarhopulo, Dimitri Papaandropulo, Yorgi Papaandropulo, Dimitri Todoropulo, Nikola Kaliġopulo, Kondo Trahya, Yorgi Papayanopulo, Yorgi Ruso, κ.λ.

Βιλιβίνα: κάτοικοι: Todoros Kalokiri, Papas İstemati, Todoros Ġuneri, İvrato Haleli, Andriya αδελφός, Yani Vavuli, Kosta Kirkalos, Muriki İvlaho, Yani Kiri, Dimitri Velayiti, Nikola Siboliti, Sotoki Ģaleli, Yorgi Arkuçi, Yani Arkuçi, Todoros Falyaros, Vasıl U[z]ġuros, Yani παιδί, Yorgi hīş-i o, İstasinos Falyaro, Vasıl παιδί, Todoros Nomikos, Mihal Nomikos, Kosta Varala, Yorgi Orfano, Dimitri Orfano, Yani Andropulos, Nikola Larda, Yani Nomikos, κ.λ.

Στρέζοβα: κάτοικοι: Yorgi Zirvo, Nikola İzlika, Papas Yani Cinovina, Kosta αδελφός, Andriya Cinovina, Yorgi αδελφός, Yorgi Nebrovazi, Dimitri İvlaşi, Nikola İvlaşi, Yani İvlaşi, Andon İvlaşi, Todoros Komninos, Dimitri İvlaşi άλλος (;), Yorgi Beli, Dimitri Vasılopulos, κ.λ.

Αράχωβα: κάτοικοι: Yorgi Frankos, Yorgi Vari, Dimitri παιδί, Aleksi παιδί, Todoros Tefitopulos, Yani παιδί, Dimitri İstrati, Yorgi αδελφός, Andriya Kondarelo, Todoros αδελφός, Kosta Sarhani, Todoros παιδί, Kosta Makris, Yorgi Plastare, Todoros αδελφός, Yorgi Makri, Mihal Makri, Kosta dāmād-ı Seravanye, Dimitri Seravano, Todoros MaKris, NiKola αδελφός, NiKola MaKris, Yani İstraġaniti, Todoros Riġotis, και άλλοι ακόμα.

Καμενίτσα: κάτοικοι: Yorgi Kalvi, Yani Kokorovi, Nikola Trifona, Sotoki Kokorovi, Dimitri Trifona, Yorgi Trifona, Yorgi Harköpulo, Dimitri Harköpulo, κ.λ..

Κερέσοβα: κάτοικοι: Dimitri Lupis, Papas Manol Haraç, Aleksi Haraç, Yorgi Valkaçi, Yani Kokalinos, Todoros Matrilo, Yorgi Sotiri, άγαμοι: Kosta αδελφός κ.λ.

Κ.ο.κ.

Τα Σουδενά αναγράφονται με Ελληνικό πληθυσμό.

Επίσης:

Το Σκεπαστό:  Visoka στην Περιφέρεια Βοστίτσας. Αναφέρεται με Αρβανίτικο πληθυσμό. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Duka Papazato, Todoros Nikokiris, Dimitri Mazli, Nikola İskitika, Dimitri İskitika, Yani Çuraki, İstefano Ġorġaloġato, Yani αδελφός, Yorgi Pankalo, Mihal İvlaho, Todoros Posito, Yorgi Poniros, Mankola, Veluşi, Şuzi Veluşi, Yorgi Carci, Yorgi Nikokiri, Dimitri Meryas, Yani Turyas, Yorgi Turyas, κ.λ. Ουδείς εξ αυτών φέρει επώνυμο σχετιζόμενο με το Βυσωκά, το οποίο αναφέρεται ότι είναι σλαβικής προέλευσης.

Ο Μικρός Ποντιάς, ο:  Gin Bodya στην Περιφέρεια Σπαρτιά (;). Με Αρβανίτικο πληθυσμό. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Gin el-mezkūr, Bardi παιδί, Yorgi Klasire, Leka Ġurzumişa, κ.λ. Ουδείς εξ’ αυτών έχει το επώνυμο σχετιζόμενο με Μποντιά.

Τα Κρινόφυτα:  Epano Κurnofita  στην Περιφέρεια Καλαβρύτων, με Ελληνικό πληθυσμό. Αναφέρονται oι εξής κάτοικοι: Yani Κurnofitinos, İstemad παιδί, Κosta Κurnofitino, Mihal Kurnofitino, Dimitri Piskopopulo, Manol Kumyoti, Dimitri Darvos, άγαμος: Nikola Kurnofitino. Και αυτά φαίνεται να έχουν πάρει την ονομασία από τους οικιστές.

——————————————————————————————————–

[1] Georgios C. Liakopoulos: «The Early Ottoman Peloponnese …» GINGKO 2019.

Το κατάστιχο είναι σύνολο καταστάσεων, ένα βιβλίο, στο οποίο κατέγραψαν οι Τούρκοι τις κωμοπόλεις, χωριά, οικισμούς κ.λ. και τους κατοίκους αυτών, ως και πάσα πηγή εσόδων ώστε να δύνανται να εισπράττουν τους φόρους.

Το παραπάνω αναφερόμενο κατάστιχο είναι το παλαιότερο για την Πελοπόννησο. Έχει γίνει πολύ σοβαρή και επίπονη προσπάθεια από τον καθηγητή Γ. Λιακόπουλο να ταυτοποιήσει αυτά τα χωριά και τους οικισμούς με σημερινά αντίστοιχα.

Εδώ δεν παρουσιάζω αυτή την ταυτοποίηση, διότι ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι να γίνει κατανοητό πόθεν κατά κανόνα προήλθε η ονομασία των Αρβανιτοχωρίων της επαρχιας Καλαβρύτων και γενικώτερα της Πελοποννήσου.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ο Γεώργιος Λεχουρίτης και ο βοεβόδας των Καλαβρύτων Ιμβραχήν Αρναούτογλου (Ανέκδοτα και άγνωστα στοιχεία).

Ανέκδοτα και άγνωστα στοιχεία (πέραν των 14 πυκνογραμμένων σελίδων που έχω καταχωρήσει στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων») περιήλθαν τελευταία σε γνώση μου σχετικά με τον Γεώργιο Λεχουρίτη και τον Ιμβραχήμ Αρναούτογλου.

Στις 3 Μαρτίου 1826 ο Γεώργιος Παπά[1] Λεχουρίτης έγραφε στο Εκτελεστικό Σώμα ότι κατά την έναρξη του Αγώνα «ήτον βοϊβόντας εις τα Καλάβρυτα ο Ιμπραΐμαγας Αρναούτογλους[2] οπού και εσφαλίσθη με τους εντοπίους και πολεμηθέντες επροσκύνησαν, δώσαντες τα άρματα, εκάθησεν λοιπόν και ο ρηθείς Αρναούτογλους εις τα Καλάβρυτα υστερημένος κάθε αναγκαίου…».

Τότε ο πατέρας του Λεχουρίτη, τον Σεπτέμβριο του 1821, ευρεθείς στα Καλάβρυτα είδε την ελεεινή κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Αρναούτογλου όστις ούτε ψωμί δεν είχε να φάει, τον λυπήθηκε και τον πήρε σπίτι του μαζί με άλλους 4 Τούρκους που είχε μαζί του. Εκεί ο Λεχουρίτης τους κράτησε 4 χρόνια και τους παρείχε τροφή και ρούχα.

Πολλές φορές οι Τούρκοι ζήτησαν φανερά και με γράμματά τους να αγοράσουν τον Αρναούτογλου, δίδοντες πολλά γρόσια. Ο Λεχουρίτης αναφέρει: «Εγώ δεν εδέχθην ποτέ το παρόμοιον, να πωλήσω εχθρόν και να γένω των νόμων εχθρός».

Δύο φορές του τον έκλεψαν.

Την πρώτη  ο Γιάννης Αγιοβλασίτης και Γεώργιος Κομπηγαδιώτης και εξόδευσε 1.500 γρόσια για να μάθει ποιοί τον έκλεψαν και προς τα που τον επήγαν.

Τον Ιανουάριο του 1825 τον έκλεψαν για δεύτερη φορά. Τον πήρε ο Γεώργιος Σταυρόπουλος από το Λειβάρτζι μαζί με άλλους και τον πήγαιναν στην Πάτρα.

Τότε ο Λεχουρίτης φοβισμένος μήπως κατηγορηθεί ότι πήγε να τον πουλήσει, σε περίοδο ανταρσίας, πήγε στον Κωλέτη και του ανέφερε ότι του έκλεψαν τον Αρναούτογλου και ότι δεν τον επούλησε. Ο Κωλέτης τον προέτρεψε να βρεθεί ο Τούρκος διότι θα μείνει η κατηγορία σε βάρος του Λεχουρίτη. Έτσι αναγκάστηκε ο Λεχουρίτης να πληρώσει 25 στρατιώτες τους οποίους έστειλε και με δυσκολία τον βρήκαν και τον έπιασαν.

Τότε το Επαρχείο Καλαβρύτων εζήτησε με διαταγή τον Αρναούτογλου και τους άλλους 4 Τούρκους και ο Λεχουριτης τους παρέδωσε αλλά εζήτησε τα έξοδα της 4ετούς συντήρησης αυτού και των 4 άλλων Τούρκων καθώς και τα έξοδα που έκανε τις δύο φορές που του τον έκλεψαν, ως επίσης και τα έξοδα όσων είχε ορίσει να τον φυλάσσουν. Το επαρχείο του απάντησε ότι αυτά θα έπρρεπε να τα ζητήσει από τη Διοίκηση, όπες και έκανε με το έγγραφο αυτό.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, οι Δημητράκης Ζαΐμης και Σωτήρης Χαραλάμπης, ερωτηθέντες από την Αστυνομία απάντησαν ότι όντως ο Αρναούτογλου από τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης  μέχρι να παραδοθεί στο Επαρχείο των Καλαβρύτων και στη συνέχεια να αποσταλεί στη Διοίκηση στο Ναύπλιο, «ετρέφετο και ενεδύετο παρά του Λεχουρίτη». Για το ύψος της δαπάνης δήλωσαν ότι δεν ήτο δυνατόν να το γνωρίζουν.

Ο Λεχουρίτης ειδοποιήθηκε από το υπουργείο της Αστυνομίας ότι του ενέκριναν να πληρωθεί για τα έξοδα του Ιμπραήμ Αρναούτογλου 6.000 γρόσια, τα οποία ήσαν πολύ λιγότερα από τα 38.000 που ζητούσε ο Λεχουρίτης. Διαμαρτυρήθηκε λοιπόν στις 18 Μαρτίου 1826 στο Εκτελεστικό, αναφέροντας επί πλέον ότι συντηρούσε άλλους 4 Τούρκους και είχε και 5 άτομα που πλήρωνε για να τους φυλάνε. Τόνισε ότι θα μπορούσε να είχε πάρει πολλά γρόσια αν τον είχε δώσει όταν τον ζητούσαν οι ομοεθενείς του, αλλά τον κράτησε «να χρησιμεύση εις τους ομογενείς μας, όπως αναφέρει, καθού εχρησίμευσε». Ζητούσε λοιπόν να αποζημιωθεί με τα πραγματικά έξοδα που είχε κάνει.

Στις 27 Μαρτίου, όταν είχε πάρει ο Λεχουρίτης τη διαταγή να εκστρατεύσει στο Μεσολόγγι, έγραψε προς τη Διοίκηση ότι θα εκτελέσει τη διαταγή αυτή και θα πράξει το χρέος του, αλλά την παρακαλούσε να τελειώσει την υπόθεσή του τη σχετική με την αποζημίωση για τον Αρναούτογλου. Αφήνει δε την μέριμνα για την είσπραξη αυτών των χρημάτων στον εδικόν του κυρ Βασίλη.

Πηγή: Έγγραφα από τα Γ.Α.Κ. τα οποία πραθέτω αυτούσια στο υπό συμπλήρωση Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων.

Η εικόνα είναι από το διαδίκτυο.

————————————————————————————————

[1] Ελέγετο Παπαδόπουλος Γεώργιος και ήταν γνωστός ως «καπετάν Γιώργης». Αδέρφια του ήσαν οι Αναγνώστης και Νικόλας. Πατέρας του Γεωργίου Λ. ήταν ο Γιάννος ή Αναγνώστης Λ. γιός ιερέα, ο οποίος εμαθήτευσε στην Κων/πολη για να γίνει και αυτός ιερέας, αλλά ο Ασημάκης Ζαΐμης τον μετάπεισε και τον επάντρεψε με τη Λεμονιά Τσακίρη από το Σοπωτό και του ανάθεσε τη διοίκηση του σεμτίου του Λειβαρτζίου. Ο Γιάννος ή Αναγνώστης Λεχουρίτης διαδέχθηκε στο σέμπτι του Λειβαρτζίου τον Αναγνώστη Παπαδόπουλο και παρέμεινε στο στο αρχοντιλίκι μέχρις ότου ο Βελής τον αντικαταστήσει με τον Ξαντάκη Τομαρά (Ιστορ. Λεξικό).

[2] Αρναούτογλου Ιμβραχήμ βεγής: βοεβόδας στην επαρχία Καλαβρύτων. Καταγόταν από τη μεγάλη και ισχυρή οικογένεια των Αρναουτογλαίων της Τριπόλεως, γνωστός περισότερο για τη διοικητική του θέση. Έπινε πολύ κρασί και είχε αδύνατο χαρακτήρα. Λόγω αυτού του χαρακτήρα και κολακευόμενος από τους Καλαβρυτινούς, τους πίστευε και έγραφε στην Τούρκικη αρχή στην Τρίπολη ότι ήσαν φιλήσυχοι. Όταν όμως κατάλαβε* την απάτη, φοβισμένος από τα γεγονότα της επαρχίας και χωρίς στρατιωτική δύναμη, εξεκίνησε στις 20 Μαρτίου 1821 για το χωριό Δάρα στην Τρίπολη, που ήταν τσιφλίκι του και απείχε 6 ώρες από τα Καλάβρυτα. Πριν φτάσει σ’ αυτό, ο προπορευόμενος φροντιστής αυτού (τσαούσης) εκτυπήθηκε στο στένωμα της Κακής Σκάλας κάτω από το χωριό Πλανητέρο, από τους ενεδρεύοντες Πετμεζαίους και Μαζιώτες και εγύρισε πίσω. Μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς και έμαθε για την ενέδρα ο Αρναούτογλου γύρισε πίσω στα Καλάβρυτα και έντρομος κλείστηκε σε τρεις πύργους της πόλεως με όλες τις εκεί τουρκικές οικογένειες και τη μικρή υπ’ αυτόν εκτελεστική δύναμη. Χωρίς αναβολή οι Χαραλάμπης, Φωτήλας, Θεοχαρόπουλος, Σολιώτης, Παπαδόπουλος, Βασίλειος και Νικόλαος Πετιμεζαίοι, επικεφαλής εξακοσίων και πλέον, τον επολιόρκησαν και μετά από πενθήμερη αντίσταση τους ανάγκασαν να παραδοθούν και να αφοπλισθούν. Οι Έλληνες είχαν δύο νεκρούς και τρείς τραυματίες, μεταξύ των οποίων και ο Σολιώτης. Κέρδισαν όμως θάρρος και περισσότερες από εκατό οπλίσεις… (Ιστορικό Λεξικό.).

* Ο Γιουσούφ Μπέης (Σ. Λαΐου -Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις…) αναφέρει: «… Ο Αρναούτ-ζαντέ Ιμπραχίμ Αγάς, βοεβόδας των Καλαβρύτων από το Μάρτιο του ίδιου έτους, όταν είδε αυτές τις κινήσεις των απίστων βιάστηκε εξ ανάγκης να ξεκινήσει για την Τρι­πολιτσά· δίχως να ξέρει τι συνέβη στον εν λόγω Τάταρο, έφτα­σε στο ίδιο ρέμα, και άλλοι πεντακόσιοι εξακόσιοι ληστές τού έκοψαν το δρόμο με τον ίδιο τρόπο. Καθώς δεν υπήρχε δρόμος διαφυγής, κάποιοι από τους ακολούθους του άδειασαν μερικά τουφέκια, ελπίζοντας να σωθούν, αλλά, αν και προσπάθησαν να φτάσουν σε ασφαλές μέρος, δεν μπορούσαν να ξεφύγουν, λόγω του μεγάλου αριθμού των απίστων. Με αρκετούς άντρες πληγωμένους, ο εν λόγω αγάς και οι άνθρωποί του έπεσαν αιχμάλωτοι στα χέρια των εχθρών και κουτσά στραβά μετα­φέρθηκαν πίσω στην πόλη [των Καλαβρύτων]. Με το που μπήκαν, κάπου διακόσιοι άρχισαν να πολιορκούν και να ει­σβάλλουν στα σπίτια των μουσουλμάνων της πόλης. Χωρίς να λυπηθούν κανέναν, σκότωσαν τους άντρες και αιχμαλώτισαν τις γυναίκες. Ένας από τους άντρες του [βοεβόδα] κατάφερε να διαφύγει και να φτάσει με ασφάλεια στην Τριπολιτσά, πε­ριγράφοντας εκεί τις περιπέτειές του και τα όσα συνέβησαν. Έτσι η φλόγα της φωτιάς της αναταραχής έφτασε στο απόγειό της, και έγινε φανερό πως η ανταρσία με κάθε τρόπο είχε εγκατασταθεί στο μυαλό των απίστων του Μοριά…».

Posted in Uncategorized | Tagged , | Σχολιάστε

Το λεύκο.

Ήταν δεν ήταν μια σπιθαμή το βλαστάρι, η παραφυάδα, που είχε ξεπροβάλλει από τη σχισμή της τεράστιας πλάκας, στην αυλή του πατρικού μου σπιτιού σε υψόμετρο πάνω από 1.000 μέτρα. Το παραπούλι αυτό, προερχόταν από τις υπόγειες ρίζες ενός μεγάλου λεύκου που άπλωνε τα κλαδιά του και με το παχύ και πυκνό φύλλωμά του σκίαζε την πετρόστρωτη αυλή του σπιτιού. Τον ίσκιο του; το θρόισμα των φύλλων; ή τη δροσιά του;. Τι να πρωτοθυμηθώ; Το μικρό αυτό βλασταράκι λοιπόν είχε καταφέρει να φυτρώσει εκεί που τίποτα άλλο από το φυτικό βασίλειο δεν θα μπορούσε και γεμάτο ζωή πλέον αντίκρυζε τον ήλιο και απολάμβανε τη δροσερή αύρα του βουνού. Ήταν τόσο τρυφερό με τα φωτεινά και απαλά χρώματα στα ντελικάτα του φύλλα! Σκόπευε να φτάσει, ίσως και να ξεπεράσει σε ύψος και ζωηράδα το γεννήτορά του. Η πέτρα όμως και η περιορισμένη σχισμή της μάλλον δεν θα του το επέτρεπαν. Αλλά αυτό δεν το γνώριζε και πεισματάρικο όπως ήταν είχε ριζώσει εκεί και προσδοκούσε ν’  αναπτυχθεί περίφημα. Γύρω – γύρω και σε άλλες πέτρες είχαν φυτρώσει και άλλες παραφυάδες από το ίδιο λεύκο. Εκεί το έδαφος μόνο πέτρες έχει, χώμα ελάχιστο.

Το «έτερόν μου ήμισυ» το έβαλε στο μάτι, αυτό, εκεί στη σχισμή της πλάκας. Ήταν τρυφερό, πανέμορφο, ένα στολίδι της πέτρας που αισθανόταν ακόμα και την παραμικρή πνοή του ανέμου.

Ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Το πλησίασε, το κοίταξε και έσκυψε, άπλωσε το χέρι της  και το τράβηξε… Την είδα και της φώναξα:

 -Μη, θα το κόψεις!

Αλλά δεν πρόλαβα… Πριν προλάβω να ξαναμιλήσω, το κρατούσε ήδη στο χέρι της… Είχε και λίγη γυμνή ρίζα. Χώμα…  που να βρεθεί;

-Γιατί το ξερίζωσες; τη ρώτησα.

Με κοίταξε με μια φευγαλέα ικανοποίηση.

-Θα το πάρω στην Αθήνα! μου είπε.

-Μέχρι να πάμε στην Αθήνα αυτό θα έχει ξεραθεί! της είπα νευριασμένα.

-Αυτό άστο σε μένα, απάντησε.

Έβρεξε χαρτί, αυτό το χαρτί από το ρολό της κουζίνας, έβαλε και λίγο ψιλό χώμα το έβρεξε κι αυτό, τύλιξε τη λίγη ρίζα του και το έβαλε σε μια πλαστική σακουλίτσα.

Η ζωή αυτού του ντελικάτου βλαστού είχε αφαιρεθεί με ένα βάρβαρο τρόπο και χωρίς λόγο. Αυτό μου δημιούργησε μια ψυχοφθόρο κατάσταση. Η αύρα του βουνού, ο καθαρός αέρας, το οξυγόνο και η προοπτική του να μεγαλώσει και να ξεπεράσει το μεγάλο λεύκο, είχαν πλέον χαθεί γι’ αυτό, είχαν γίνει παρελθόν. Ούτε καν θα μπορούσε να αντιληφθεί που θα βρισκόταν πλέον. Εγώ ήμουν βέβαιος ότι δεν θα άντεχε τις 4 ώρες το ταξίδι της επιστροφής, μέσα στις λαμαρίνες του αυτοκινήτου και κάτω από τις αυγουστιάτικες αχτίνες του ήλιου.

Όταν φτάσαμε στην Παιανία, το βλασταράκι αυτό είχε πλέον μαραθεί και σε λίγες ώρες τα ντελικάτα φύλλα του έπεσαν και αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας απερίσκεπτης ενέργειας.

Αυτό το γυμνό βλασταράκι, που είχε μείνει μια λεπτή βεργούλα, δεν το ξαναείδα. Πέρασαν οι καλοκαιρινοί μήνες, πέρασε ο χειμώνας και ήρθε η άνοιξη. Μια μέρα μου λέει η σύζυγός μου:

-Έλα να δεις!

Και πήγα και έμεινα άφωνος. Κάτι άλλαξε μέσα μου, μια ελπίδα πέρασε από μπρος μου και το μήνυμά της ήταν «Ίσως…».

-Βλέπεις το λευκάκι; μου είπε.

– Μα πώς;   Αυτό δεν είχε ξεραθεί;… Είναι σίγουρα το λευκάκι που φέραμε από τα «βουνά»;

-Ναι! Αυτό είναι! Πέταξε φυλλαράκια.  Θα το αφήσω στη γλάστρα, που το έχω φυτέψει από την ημέρα που το φέραμε και μετά, μόλις ξεπεταχθεί, θα το μεταφυτεύσουμε σε άλλο μέρος.

Δεν το πίστευα. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Ήξερα βέβαια ότι είχε αγάπη στα φυτά και στα λουλούδια και ότι είχε μεγάλη πείρα γύρω απ’ αυτά, αφού φρόντιζε αρκετά στη βεράντα του σπιτιού μας.

Του έβαζε λίπασμα, το πότιζε και το βλασταράκι μεγάλωσε και ζωήρεψε και έκανε πάλι ωραία ντελικάτα φύλλα που ξαναπήραν αυτά τα πρώτα φωτεινά και απαλά χρώματα. Του έλλειπε βέβαια η αύρα του βουνού, ο καθαρός αέρας, η ησυχία και η μοναξιά που πριν κοντά ένα χρόνο απολάμβανε εκεί που γεννήθηκε. Τώρα άκουγε τις μηχανές των αυτοκινήτων να αυξομειώνουν τον ήχο τους, τις κόρνες να αντηχούν παράξενα, τους οδηγούς να στολίζονται μεταξύ τους με τα γνωστά «κοσμητικά επίθετα» και το χειρότερο αντί για οξυγόνο ανέπνεε τα καυσαέρια της λεωφόρου. Αυτό με είχε βάλει σε σκέψεις. Πως μπορούσε να ζει σ’ αυτές τις συνθήκες αυτό που είχε μάθει να ζει αλλιώς; Ίσως η ζωή όπως – όπως, να είναι καλύτερη από το θάνατο; Αυτό το «όπως – όπως» σκέφτηκα ότι θα μπορούσα, ίσως, να το βελτιώσω.

Άνοιξα έναν μεγάλο λάκκο στο πολύ μεγάλο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι. Αγόρασα ειδικό αφράτο χώμα το οποίο ανακάτεψα με κοσκινισμένο κοκκινόχωμα που πήγα και μάζεψα στα αμπέλια και με χώμα από πεύκα και άλλα δέντρα που μάζεψα στη ρίζα του βουνού. Γέμισα το λάκκο και φύτεψα εκεί το λευκάκι. Του έβαλα και ένα στήριγμα ψηλό για το μπόι του, γιατί αυτό το φυτό ήθελα να γίνει μεγάλο, τεράστιο και εύρωστο. Ήταν ένα κομμάτι της πατρίδας μου που το είχα πλέον κοντά μου. Το πότιζα ανελλιπώς, το λίπαινα συχνά και το πρόσεχα καθημερινά. Το φυτό ρίζωσε, μεγάλωσε και το καμάρωνα γιατί αποτελούσε στολίδι στο γυμνό πεζοδρόμιο. Πανέμορφο κεντρικό θέμα σε πίνακα ζωγραφικής με γκρίζο και απροσδιόριστο φόντο. Καθώς μεγάλωνε, φρόντιζα να μεγαλώνω και το άνοιγμα στο πεζοδρόμιο για να υπάρχει χώρος να ποτίζεται και να αναπτύσσεται.

Μερικές φορές μου έλεγε η σύζυγός μου:

-Θυμάσαι το φυτό που φέραμε από το χωριό σου; Που το είχες ξεγραμμένο; Βλέπεις πόσο έγινε;

Πράγματι χαιρόμουν και η ικανοποίησή μου ήταν μεγάλη καθώς το έβλεπα να πασχίζει να ξεπεράσει το ύψος του σπιτιού – περί τα 7 μέτρα -. Απέκτησε πολλά κλαδιά, πυκνά και ωραία φύλλα, ανοιχτού χρώματος σταχτί από την κάτω πλευρά και πράσινου ανοιχτού από πάνω. Πέρασαν σχεδόν 10 χρόνια και η μόνη σκέψη που με βασάνιζε ήταν ότι τα κλαδιά του πλησίαζαν τα ηλεκτροφόρα σύρματα. Ήθελα να τα κλαδέψω εγώ, γιατί είχα δει ότι αυτοί που έκαναν αυτή τη δουλειά, ήσαν κυρίως αλλοδαποί, απρόσεχτοι και άγαρμποι.  Δεν πρόλαβα όμως γιατί μια μέρα γυρνώντας από τη δουλειά, είδα αρκετά από τα κλαδιά του κάτω, δίπλα στον κορμό του. Κόπηκε η ανάσα μου. Κοίταξα πάνω και το είδα. Του έλλειπε ένα κομμάτι από την ομορφιά του. Πήρα μια βαθιά ανάσα. «Δεν πειράζει», σκέφτηκα. «Και εγώ αν τα έκοβα το ίδιο θα αισθανόμουν». Όλα αυτά γινόντουσαν την άνοιξη, όταν είχαν φουντώσει τα νέα φύλλα. Πέταξα τα κομμένα κλαδιά και συνέχισα να το φροντίζω. Άλλη μια φορά αισθάνθηκα πολύ άσχημα όταν φυσούσε δαιμονισμένος αέρας πάνω από 9  μποφόρ και φοβήθηκα πολύ πως θα μπορούσε να μου το ξεριζώσει. Αυτό όμως αποδείχτηκε ότι είχε βαθιές και δυνατές ρίζες.

Προς το τέλος Ιουνίου, ένα μεσημέρι που ο ήλιος έκαιγε και είχε μεγάλη ζέστη, παρατήρησα κάτι πολύ ανησυχητικό στο δέντρο. Τα φύλλα του στην πάνω πλευρά είχαν γεμίσει από μία κολλώδη γυαλιστερή ουσία και είχαν γυρίσει προς τα κάτω. Η κάτω πλευρά ήταν γεμάτη από μαύρα πολύ μικρά ζωύφια, κάτι σαν μελίγκρα. Στεναχωρήθηκα. Πήρα ένα φύλλο και πήγα στο γεωπόνο. Αυτός με αόριστα μισόλογα μου έδωσε να καταλάβω ότι κάτι κακό συνέβαινε στο δέντρο. Μου έδωσε ένα φάρμακο να το ραντίσω. Το δέντρο όμως ήταν πολύ μεγάλο και δύσκολα θα μπορούσα να το φτάσω έως την κορυφή. Αγόρασα ένα μεγάλο κοντάρι, προσάρμοσα ένα μεγάλο λάστιχο στην ψεκαστήρα και αρχικά ανέβηκα στην ταράτσα του σπιτιού και ράντισα το μισό. Στη συνέχεια κατέβηκα στη βεράντα και ράντισα όσο μπορούσα απ’ εκεί και στη συνέχεια από το πεζοδρόμιο και το δρόμο ράντισα το υπόλοιπο. Αυτό έγινε τρεις – τέσσερις φορές το καλοκαίρι αυτό, αλλά…. δεν έφερε αποτέλεσμα. Τα φύλλα του δέντρου αρχικά έγιναν σκληρά, κιτρίνισαν, στη συνέχεια συρρικνώθηκαν και γύρισαν προς την κάτω πλευρά και άρχισαν να πέφτουν γεμάτα από την κολλώδη αυτή ουσία. Αλλά και στις πλάκες του πεζοδρομίου είχε  πέσει αυτή η ουσία και δυσκόλευε κάθε περαστικό.

Το δέντρο πλέον είχε αρρωστήσει, υπέφερε και μαζί του και εγώ.

Ρώτησα παντού και όλοι μου έλεγαν ότι δεν υπάρχει τρόπος να το σώσω. Την επόμενη χρονιά πήγα στον «Συνεταιρισμό» και εκεί μου έδωσαν ένα άλλο φάρμακο με το οποίο το ράντισα επτά φορές, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Αποτυχία! Όλοι μου έλεγαν να το κόψω, αλλά δεν ήθελα ούτε να ακούσω αυτή την εκδοχή.

Περί το τέλος Ιανουαρίου, όταν είχαν πέσει τα φύλλα του και λίγο πριν «πετάξει» τα καινούργια, σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να το κλαδέψω και ν’ αφήσω μόνο τον κορμό του, ώστε μαζί με τα κομμένα να πετάξω και την ασθένειά του. Αυτό και έκανα. Έκοψα όλα τα κλαδιά του σύριζα στον κορμό ο οποίος έμεινε γυμνός χωρίς ίχνος ζωής πάνω του. Επί πλέον ράντισα πολύ καλά τον γυμνό αυτόν κορμό με τα φάρμακα που μου είχαν υποδείξει τα δύο προηγούμενα χρόνια. Παρ’ ότι δεν ήμουν σίγουρος ότι θα έβγαζε νέα κλαδιά και φύλλα και ήμουν μάλλον ανήσυχος και απογοητευμένος, αυτό ξαναγεννήθηκε και μάλιστα πιο ζωηρό. Φούντωσε και τα κλαδιά του απλώθηκαν παντού. Το παρατηρούσα καθημερινά. Μια ελπίδα ξαναγεννήθηκε μέσα μου. Αυτή τη χρονιά δεν παρουσίασε κάποιο σύμπτωμα όπως πριν. «Σώθηκε» σκέφτηκα, αλλά θα περίμενα την επόμενη χρονιά. Αυτά τα συμπτώματα, τα προηγούμενα χρόνια, εμφανιζόντουσαν με τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού.

Πράγματι, για κακή του τύχη, με τις πρώτες επόμενες ζέστες τα φύλλα άρχισαν να γυαλίζουν και να εμφανίζουν την ίδια κατάσταση των προηγουμένων χρόνων. Τα δάκρυα του φυτού είχαν εμφανιστεί στο φαιοπράσινο πρόσωπό του. Οι ελπίδες μου εξανεμίστηκαν, έσβησαν, και με πόνο ψυχής σκέφτηκα σοβαρά πλέον να το κόψω από τη ρίζα. Δεν τολμούσα όμως να πάρω την απόφαση. Περίμενα μήπως συμβεί κάτι και σωθεί το δέντρο.

Μια μέρα προς το τέλος του Ιουνίου, έπιασε μια καταιγίδα απότομη και ισχυρή και όταν τελείωσε, παρατήρησα ότι, παρά τη ζέστη που υπήρχε και τον ήλιο που έκαιγε, τα φύλλα του δέντρου δεν γυάλιζαν και δεν είχαν πάνω την κολλώδη αυτή ουσία. Είχαν ξεπλυθεί. Περίμενα τις επόμενες ημέρες και το δέντρο ξανάρχισε το γνωστό του δάκρυ. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι ανάλογο με τη βροχή… Το δέντρο με προσκαλούσε. Έτσι δοκίμασα… Πήρα το λάστιχο και με πίεση και πολύ νερό προσπάθησα να το ξεπλύνω. Όταν τέλειωσα το δέντρο δεν γυάλιζε ούτε την κολλώδη ουσία είχε στα φύλλα του. Αλλά στη συνέχεια παρατήρησα τις επόμενες ημέρες ότι και τα φύλλα του δεν έπεσαν.

Πέρασε καιρός και μου δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ήξερα το λόγο της συμπεριφοράς αυτής του δέντρου. Όταν το έβλεπα να με καλεί, έσπευδα και ειδικά το καταμεσήμερο, όταν ο ήλιος ήταν εκεί πάνω και τα φύλλα του «ίδρωναν», του έριχνα πολύ νερό με πίεση και αυτό σταματούσε να «δακρύζει» και να γυαλίζουν τα φύλλα του. Δεν έριχνε πιά τα φύλλα, ήταν σχετικά εύρωστο και έβγαζε νέα κλαδιά.

Όμως κάτι άλλο θα έπρεπε να συμβαίνει και το δέντρο παρουσίαζε αυτά τα συμπτώματα. Σκέφτηκα τη γύρω του κατάσταση, την άσφαλτο που έκαιγε και τις πλάκες του πεζοδρομίου που κάλυπταν όλο τον περιβάλλοντα χώρο, την έλλειψη υγρού εδάφους κάτω απ’ αυτά και μια ιδέα πέρασε από το μυαλό μου: «Μήπως χρειάζεται πότισμά; Μήπως δεν βρήκαν οι ρίζες του νερό και βασανίζεται;».

Έτσι άρχισα παράλληλα με το ξέπλυμα των φύλλων, να το ποτίζω. Αυτό άλλαξε αμέσως. Ζωήρεψε, φούντωσε, τα χρώματα των φύλλων του έγιναν λαμπερά και έντονα και ήταν πολύ ωραία να το κοιτάζεις. Έτσι σταμάτησα να του βρέχω τα φύλλα και συνέχιζα μόνο να το ποτίζω για πολλή ώρα, μία φορά την εβδομάδα. Πλέον ζει και αναπτύσσεται χωρίς πρόβλημα εδώ και δυο χρόνια… Είναι το μοναδικό στην περιοχή…

Η σχέση μας τώρα είναι στενά συναισθηματική. Εγω φροντίζω να το ξεδιψάω και εκείνο ανταποκρίνεται ευχαριστώντας με, με τη ζωντάνια του, τα χρώματά του και την ομορφιά του. Έτσι πορευόμαστε πλέον. Είμαι ικανοποιημένος που δεν το θυσίασα, ανακαλύπτοντας ότι με τη φροντίδα μου μπορεί να ζήσει, έστω και σε κατάσταση ημιελευθερίας δηλ. άμεσης εξάρτισης από μένα, έξω από τους κανόνες της φύσης.

 Δεν ξέρω βέβαια πόσον καιρό, ή πόσα καλοκαίρια, θα ζω για να μπορώ να του συμπεριφέρομαι έτσι. Αυτό που ξέρω είναι ότι όσο θα ζώ, αυτό το δέντρο, θα προσπαθήσω να το κρατήσω στη ζωή, να το ποτίζω και αν ξαναχρειαστεί, να το ξεπλένω από τις αρρώστιες του τόπου, που ίσως ξαναζήσει. Δυστυχώς ο τόπος που το φιλοξενεί αποδείχθηκε ξένος και εχθρικός γι’ αυτό. Ελπίζω βέβαια, ότι ίσως και η ίδια η φύση θα του συμπεριφερθεί φιλικά και θα το βοηθήσει, ώστε το «ορεσίβιο» λεύκο να εγκλιματιστεί τελικά στις νέες  συνθήκες του «αστικού» ρυπαρού περιβάλλοντος.

Θ. Τζώρτζης.

 

 

Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Νέο βιβλίο από τον Κ. Νικολόπουλο!

Έλαβα σήμερα από τον αγαπητό Κώστα Νικολόπουλο, με ιδιόχειρη αφιέρωση στο πρόσωπό μου, το νέο του πόνημα με τίτλο «Καλαβρυτινά Ανάλεκτα».

Αγαπητέ φίλε Κώστα, συγχαρητήρια για τη νέα αυτή πνευματική σου παρουσίαση, στην οποία εύχομαι να έχει καλή πορεία και αντάξια του περιεχομένου της, αποδοχή από τους αναγνώστες σου.

Το περιεχόμενο του πονήματος αυτού αποτελείται κυρίως από νοσταλγικά ποιήματα που  μας θυμίζουν παλιότερες εποχές, ιστορικές στιγμές και αλήθειες, ξεχωριστά εθνικά γεγονότα, αλλά και εικόνες της καθημερινής ζωής της επαρχίας των Καλαβρύτων και του χωριού του συγγραφέα, ως επίσης και διάφορα αποσπάσματα ομιλιών κ.ά.

Αγαπητέ Κώστα, σε ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μου έκανες να μου αποστείλλεις το πόνημά σου αυτό.

Ας είναι καλοτάξιδο!

Ενδεικτικά ένα από τα ποιήματα του βιβλίου:

Θ. Τζώρτζης.

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Το «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων» στη βιβλιοθήκη της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ύστερα από αίτημα της Βιβλιοθήκης της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, παρέδωσα σ’ αυτήν σήμερα το «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων».

Αποτελεί τιμή για μένα, το έργο μου αυτό να κοσμεί τη βιβλιοθήκη αυτή και να «είναι πολύ χρήσιμο βοήθημα όχι μόνο για τους χρήστες της Πανεπιστημιακής κοινότητας, φοιτητές και καθηγητές, αλλά και για τους εν γένει ερευνητές που χρησιμοποιούν την Βιβλιοθήκη της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ«.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Το τουρκικό κατάστιχο ΤΤ10-1/14662.

Πριν 10 περίπου ημέρες προμηθεύτηκα από την Αγγλία το παρακάτω βιβλίο του καθηγητού κ. Γεωργίου Λιακοπούλου, το οποίο είναι 650 6ελίδων, σχήματος 28Χ30, έχει εκδοθεί εκεί και είναι στην Αγγλική γλώσσα.

Σ’ αυτό περιέχεται το τουρκικό κατάστιχο ΤΤ10-1/14662 το οποίο είναι το πρώτο που αφορά το Μοριά, συντάχθηκε στο διάστημα των ετών 1460-1463 και μάλλον πριν το καλοκαίρι του 1463, κατά την περίοδο του σουλτάνου Μεχμέτ του Πορθητή.

Να σημειώσω ότι η γλώσσα του κατάστιχου είναι δυσνόητη και από ειδικούς οι οποίοι γνωρίζουν την Τουρκική, κυρίως διότι περιέχει ορολογία Αραβική ή άλλη, δεδομένου ότι μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης η τουρκική γλώσσα άλλαξε.

Το κατάστιχο περιέχει στοιχεία για την Πελοπόννησο και για την επαρχία Καλαβρύτων, όπως χωριά, αγροτικές περιοχές και οικισμούς, κωμοπόλεις, πληθυσμιακά στοιχεία, χωριά με Αρβανίτικο, Ελληνικό ή Μικτό πληθυσμό, ονοματεπώνυμα κατοίκων, φορολογικά κυρίως στοιχεία και άλλες πληροφορίες. Το κυρίως κατάστιχο είναι στην Τουρκική γλώσσα με Λατινικά στοιχεία. Το υπόλοιπο βιβλίο αποτελεί μελέτη του καθηγητού σχετική με το κατάστιχο αυτό και την Πελοπόννησο. Έχει γίνει μεγάλη προσπάθεια από τον καθηγητή να ταυτοποιηθούν πολλά χωριά, οικισμοί, αγροτικές περιοχές κ.λ.

Όπως πολλοί ιστορικοί ή και ερευνητές γνωρίζουν, στοιχεία του καταστίχου αυτού διεκινούντο και πριν τη δημοσίευσή του, από επαΐοντες οι οποίοι κατόπιν αδείας(;) τα επεκαλούντο. Σεβόμενος το μόχθο και τον αγώνα του πνευματικού δημιουργού μετά τη δημοσίευση του βιβλίου και την προμήθειά του, έχω αρχίσει ήδη να το επεξεργάζομαι ώστε να αντλήσω στοιχεία και να συμπληρώσω το έργο που έχω αναλάβει εδώ και χρόνια.

Υπάρχουν και άλλα παρόμοια κατάστιχα επομένων ετών που αφορούν την επαρχία Καλαβρύτων.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Από τη σημερινή «Πελοπόννησο»…

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τον τίτλο βάλτον εσύ, φίλε αναγνώστη!

Στο βιβλίο «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου» ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του αιώνας μας, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, υμνεί την γυναίκα και τα μυστήρια του έρωτα και μάλιστα του αγοραίου.

Μια πουτάνα, στην πατρίδα μας, με αφοπλιστική ειλικρίνεια εξομολογείται: «… Είμαι πουτάνα. Δεν μου αρέσει η λέξη ιερόδουλη ή πόρνη και όσοι νομίζουν ότι η σκατίλα του κόσμου σταματάει να βρομάει όταν της βάζουμε ωραίο περιτύλιγμα έχουν κάνει λάθος…».

Είναι γνωστό ότι, στο επάγγελμα αυτό δεν χωράνε μισόλογα ούτε υποκρισίες… Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης λειτουργεί, έστω υποτονικά. – Πόσα θέλεις; -Τόσα! Αν συμφωνήσεις η δουλειά κλείνει, με τα λεφτά μπροστά, γιατί αυτό το θηλυκό έχει γνώση ότι βρίσκεται σε μειονεκτική θέση κυρίως λόγω σωματικών παραμέτρων. Αλλά και στα «σπίτια» τα ίδια ισχύουν. -Πόσα; -Τόσα! «Όταν εκδίδεσαι πρέπει να πληρώνεσαι» καθώς έλεγε και η Γερμανίδα ντίβα Μάρλεν Ντήτριχ.

Αυτές οι πουτάνες, οι εκδιδόμενες φανερά για το χρήμα, για τα προς το ζην, τις συμπαθώ, για να μην πω ότι τις εκτιμώ, παρ’ ότι δεν είχα ούτε έχω σχέση μαζί τους. Το γιατί θα το δείτε παρακάτω.

Σήμερα θέλω να πω δυο λόγια για τις άλλες, που είναι και περισσότερες, τις κρυφές και επικίνδυνες πουτάνες θηλυκού και αρσενικού γένους (ναι, υπάρχουν και τέτοιες και μάλιστα πλέον γελοίες και επικίνδυνες εκείνων του θηλυκού γένους) που δεν δουλεύουν στους οίκους ανοχής, που δεν εκδίδονται στους κακόφημους δρόμους, που δεν ψωνίζουν πελάτες σε διάφορα στέκια ή μέσα από το διαδίκτυο, αλλά έχουν μετατρέψει τους χώρους εργασίας τους είτε είναι του δημόσιου ή ευρύτερου δημόσιου τομέα, είτε είναι δημόσιες επιχειρήσεις, ή και τα σπίτια τους ακόμα ή και άλλους χώρους που μέσα από την πουτανιά τους κατάφεραν να «καταλάβουν» και να λυμαίνονται, σε οιονεί «σπίτια», στα οποία τίποτα ανάλογο με όσα στους κανονικούς οίκους ανοχής τους γνωστούς, δεν ισχύει. Ούτε σειρά, ούτε προσφορά –  ζήτηση, ούτε «λόγος τιμής». Μα τίποτα!

Αυτές (αυτοί) λοιπόν δεν πιστεύουν ότι «είναι αδύνατο να μην καταλήξει κανείς να γίνει όπως οι άλλοι πιστεύουν πως είναι», δηλαδή πιστεύουν ότι η απάτη ή εξαπάτηση που έχουν σαν δόγμα, «περνάει» παντού και πάντα. Έτσι λοιπόν, ενώ καταλαμβάνουν μία θέση περνώντας από το κρεβάτι του «αρμοδίου», ενώ παίρνουν αύξηση, προαγωγή, τίτλους κ. λ. με τον ίδιο τρόπο ή «πλαγία υποκινήσει» άλλων τοιούτων πολιτικών πατρώνων, ή λέγοντας πάντα «ναι σε όλα» χωρίς τα ουσιαστικά προσόντα, αλλά με μόνο εφόδιο την πουτανιά τους ή το πολιτικό πατρονάρισμα, αυτά όλα προσπαθούν και στο μεγαλύτερο ποσοστό το καταφέρνουν, να τα κρύψουν. Αυτή την άλλη πλευρά τους την έχουν σφαλισμένη με προσωπείο ενάρετου, ευυπολήπτου και τιμίου πολίτη. Έτσι παρουσιάζονται πλέον, έτσι πλασάρονται και βλέπουμε λοιπόν ότι ενώ έχουν πηδηχτεί ασύστολα, ενώ έχουν εκβιάσει αδίστακτα, ενώ έχουν «πηδήξει» όλους τους ικανούς στην επετηρίδα, στη σειρά κ. λ. παίρνουν τις θέσεις, παίρνουν τους μισθούς, απολαμβάνουν τη γκλαμουριά και πλασάρονται επιπλέουσες (επιπλέοντες) στον αφρό. Πουθενά δεν φαίνεται ότι είναι φελλοί. Άλλες ή άλλοι, αφού δεν έχουν να παρουσιάσουν κάτι ουσιαστικό που με ευπρεπή τρόπο να έχουν αποκτήσει, πλασάρουν και μετά τη συνταξιοδότησή τους, τους τίτλους και τα αξιώματα που εκδίδοντας το σώμα και ότι άλλο μπορούσαν, είχαν κερδίσει στο παρελθόν, νομίζοντας ότι αν κάποιος ακούσει ή διαβάσει «διευθυντής» ή «γενικός» χωρίς ούτε το «τέως» καν να αναφέρεται, θα συγκλονιστεί και θα τους δώσει την αξία που τους έδιναν παλιότερα οι κόλακες, την οποία ούτε είχαν ούτε απέκτησαν ποτέ. Ξέρουν πού τους έχουν «γραμμένους» αλλά δεν θέλουν να το αποδεχθούν ούτε να αποκαλύψουν τη γύμνια τους. Δεν άκουσαν ούτε την πουτάνα που παραπάνω είπε: «όσοι νομίζουν ότι η σκατίλα του κόσμου σταματάει να βρομάει όταν της βάζουμε ωραίο περιτύλιγμα έχουν κάνει λάθος». Αυτοί και αυτές τυλίγονται με ασημόχαρτο και χρυσόχαρτο, νομίζοντας ότι η μπόχα γίνεται αισθητή μόνο από τα μάτια και όχι από τη μύτη. Αυτό είναι μια μορφή απάτης, εξαπάτησης του άλλου. Είναι και μια απόδειξη του αβυσσαλέου βάθους της βρωμιάς και της ηθικής κατάπτωσης του ανθρώπου. Είναι η «εξουσία χωρίς υπευθυνότητα» που «είναι το προνόμιο των πορνών σε όλες τις εποχές», όπως ο Άγγλος νομπελίστας συγγραφέας Rudyard Kipling, έγραφε. Αλλά και άλλος, Αμερικανός στρατιωτικός αυτός (Carl Spaatz) έλεγε ότι οι ερασιτέχνες στην πορνεία είναι ανώτεροι από τους επαγγελματίες.

Αν αποτολμούσαμε μία διαβάθμιση των όρων, για μεν τις γνωστές εκδιδόμενες και επαγγελματίες πουτάνες ο όρος «πουτάνες» αποδίδει την ουσία και δεν χαλαλίζεται προσδιορίζοντας υποκατάστατα αυτών, αλλά για τις λοιπές θα ταίριαξε η λέξη «πουτανάκια», όχι σαν υποκοριστικό της λέξης πουτάνες αλλά σαν ευτελιστικό της σημασίας αυτής και της «εναπομείνασας» αξιοπρέπειας αυτών

 ⁕⁕⁕

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ρόναλντ Ρήγκαν είχε πει: «Λένε ότι η Πολιτική είναι το δεύτερο αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου. Έχω διαπιστώσει ότι έχει καταπληκτική ομοιότητα με το πρώτο». Μην αναρωτιέστε… λέει καθαρά ότι η πολιτική είναι επάγγελμα που ομοιάζει καταπληκτικά με την πουτανιά. Πως, αν όχι απόλυτα, σε μεγάλο βαθμό οι πολιτικοί μοιάζουν με τις πουτάνες. Θα μου πεί κάποιος: Αυτό εσύ το πιστεύεις; Όχι! θα του απαντήσω, αλλά ζητώ και μια εξήγηση. Πολλές θα ζητούσα, αλλά ο χώρος και ο χρόνος δεν μου το επιτρέπουν. Πως π.χ. λοιπόν εξηγείται το γεγονός κυβερνήτης στη θητεία του οποίου έγιναν πλημμύρες, κάηκαν δάση, χάθηκαν εκατοντάδες ζωές, να βγαίνει ανερυθρίαστα και να κάνει θεωρία ότι το περιβάλλον πρέπει να είναι η πρώτη μας προτεραιότητα; Ένας άλλος Αμερικανός συγγραφέας και αρθρογράφος (P.J. O’ Rourke) έλεγε: «Κάθε κυβέρνηση είναι ένα κοινοβούλιο από πόρνες. Το πρόβλημα είναι, ότι σε μια δημοκρατία οι πόρνες είμαστε εμείς». Αυτό επισημαίνει τις ευθύνες μας, τη συμμετοχή μας και την ανοχή μας σε αυτές τις καταστάσεις. Σημαίνει επίσης αυτό που ο Ρωμαίος συγγραφέας Γάϊος Πετρώνιος, τον 1ο αιώνα μ. Χ. έγραφε: «Ο κόσμος θέλει να εξαπατηθεί, άσ’ τον λοιπόν να εξαπατηθεί» και αυτό που ο λαός λέει: «Εγέλασές με μια φορά, ανάθεμα σ’ εσένα, εγέλασές με δυο φορές, ανάθεμά μου εμένα.». Είναι λοιπόν απατεώνες εξ επαγγέλματος ή και εμείς τους θέλουμε έτσι; Δεν γνωρίζουμε ότι επί τόσα χρόνια άλλα μας υπόσχονται προεκλογικά και άλλα κάνουν μετά; «Πολιτική είναι η τέχνη να αρπάζεις τα λεφτά των πλουσίων και τις ψήφους των φτωχών, με το πρόσχημα ότι προστατεύεις τους μεν από τους δε». (Jules Michelet, Γάλλος ιστορικός).

⁕⁕⁕

Έτσι λοιπόν, ενίοτε και ο τύπος ακολουθώντας «προτροπές» της εκάστοτε εξουσίας, δεδομένου ότι κατά τη θυμόσοφη ρήση: «όπου υπάρχουν νταβατζήδες υπάρχουν και πουτάνες», και υποστηρίζοντας ενίοτε το ψεύδος και ταξικά συμφέροντα, επαληθεύει αυτό που ο Γάλλος συγγραφέας Μπαλζάκ έλεγε, ότι: «Οι εφημερίδες είναι το μπουρδέλο της σκέψης», και σε ευρύτερη έννοια ότι «ο γραφιάς στην αρχή γράφει για τον εαυτό του, ύστερα για τους φίλους του και στο τέλος για τα λεφτά» (Μολιέρος).

Οι παραπάνω ιδιότητες και συμπεριφορές, όσων κατέχουν δημόσια πόστα, οποιασδήποτε βαθμίδας και όλων όσων με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν έχουν (ή είχαν) καταλάβει θέσεις από τις οποίες εξαρτάται (εξαρτιόταν) ο πολίτης, έχουν (ή είχαν) συνέπειες βαρύτατες για το λαό και για την πατρίδα. Οι άνθρωποι αυτοί είτε διότι δεν θέλουν (;), είτε διότι δεν μπορούν(;), είτε διότι καθ’ εικασίαν βρίσκονται σε «διατεταγμένη υπηρεσία» (;), όπως και να έχει το πράγμα, δεν ενεργούν (ενεργούσαν) υπέρ των συμφερόντων του συνόλου, υπέρ της έννομης και δίκαιης πολιτείας, δεν εναντιώνονται (εναντιωνόντουσαν) στις προσπάθειες για συρρίκνωση της πατρίδας μας, στις προσπάθειες αλλοίωσης της γλώσσας μας, του πληθυσμού μας κ.λ., παρά μόνο επιφανειακά και με απατηλό τρόπο προσπαθούν να κατευνάσουν την οργή του λαού για να διατηρήσουν τις θέσεις τους.

⁕ Πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά τα τελευταία χρόνια με έντονο και ξεδιάντροπο τρόπο γίνεται προσπάθεια αλλοίωσης της ιστορίας, και παραπλάνησής μας. Κυρίως σε ότι αφορά την ελληνική ιστορία. Προσπαθούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε από που ερχόμαστε, να χάσουμε την επαφή με το παρελθόν μας και τις αξίες που μας ένωναν, να καταρρεύσουμε για να επωφεληθούν. Την ιστορία λοιπόν, που σου μαθαίνει πολλά, την γράφουν για τα παιδιά των σχολείων, άνθρωποι που δεν πολέμησαν, ούτε προσωπικές αναμνήσεις είχαν, γι’ αυτό και τη σχηματοποιούν όπως τους βολεύει. Οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να γράψουν αντικειμενικά δεν είναι στη ζωή και έτσι «οι ιστορικοί πλαστογραφούν το παρελθόν» ή μάλλον: «οι ιστορικοί μπορούν να αλλάξουν το παρελθόν, που δεν μπορεί να το κάνει ούτε ο Θεός». Ο Γερμανός Άρθουρ Σοπενχάουερ, έλεγε: «Η Κλειώ, η μούσα της ιστορίας, είναι βαριά μολυσμένη από ψέματα, όπως μια πόρνη του πεζοδρομίου από σύφιλη». (Νάτη πάλι η πόρνη!) Άφησαν λοιπόν να μολυνθεί η ελληνική ιστορία, κακοφόρμισε η πληγή, χάσαμε πολλά και περιμένουν να κακοφορμίσει περισσότερο η πληγή και αυτό δεν φαίνεται ν’ αργεί.

⁕ Άλλη προσπάθεια γίνεται να αποδομηθεί η θρησκεία μας. Η άλλη συνισταμένη του ελληνικού έθνους. Η θρησκεία κατέστη εργαλείο της πολιτικής. Ο Μαχάτμα Γκάντι έλεγε: «Αυτοί που λένε πως η θρησκεία δεν έχει σχέση με την πολιτική, δεν ξέρουν τι είναι η θρησκεία.». Ο Χαλίφης της Αλεξάνδρειας Ομάρ Μουσλίμ (581-644), διατάσσοντας το τελειωτικό κάψιμο της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, είπε: «Αν όλα αυτά τα γραπτά των Ελλήνων συμφωνούν με το βιβλίο του Αλλάχ, είναι περιττά και δεν είναι ανάγκη να τα κρατήσουμε. Αν δεν συμφωνούν, είναι επικίνδυνα και πρέπει να τα καταστρέψουμε». Άλλη λοιπόν θρησκεία προτασσόταν τότε όπως και σήμερα. Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη και θρησκεία είναι σχετικά ελεύθερη, ενώ άλλες, είναι απολύτως ελεύθερες.

⁕ Επειδή η Ελλάδα διέθετε και συνεχίζει να διαθέτει έναν ακόμα ισχυρό συνδετικό κρίκο στην αλυσίδα της ύπαρξής της, που είναι η γλώσσα της, αφού κατά τον Κικέρωνα «Ει θεοί διαλέγονται, την των Ελλήνων γλώττη χρώνται», θα εξυπηρετούσε η αλλοίωσή της. «Όταν ένας λαός δεν τολμά να υπερασπιστεί τη γλώσσα του, είναι έτοιμος πια να υποδουλωθεί» (Remy de Gourmont, Γάλλος ποιητής). Η γλώσσα λοιπόν είναι το αίμα της ψυχής μας. Καθώς η κοινωνία παρακμάζει, καθώς δέχεται τις διάφορες επιρροές από εισβολείς ή μετανάστες ή κατακτητές και η γλώσσα ακολουθεί. Το θαύμα με την ελληνική γλώσσα είναι ότι στους αιώνες κατάφερε και αφομοίωσε ό,τι ξενόφερτο και διατήρησε σε μεγάλο βαθμό αλώβητες τις καθαρές ελληνικές λέξεις, ώστε να υπάρχει πλήρης αντιστοιχία μεταξύ της λέξης και της εννοίας αυτής.

⁕⁕⁕

Αυτές λοιπόν, αγαπητοί μου φίλοι, οι έννοιες πασχίζεται να διαστρεβλωθούν και να αλλοιωθούν με διάφορους παραπλανητικούς τρόπους, με την έλλειψη της σωστής διδαχής στα σχολεία, με διάφορες εκδηλώσεις επίσης παραπλανητικές και με ψευδή μηνύματα και ειδήσεις.

Να λοιπόν γιατί οι μη επαγγελματίες στην πορνεία είναι ισχυρότεροι(ες) από τους(τις) επαγγελματίες, και θα πρόσθετα πλέον επικίνδυνοι(ες).

«Και συ λοιπόν στέκεις βουβός με τόσες παραιτήσεις

από φωνή

από τροφή

από άλογο

από σπίτι.

Στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.»

Μιχάλης Κατσαρός, 1921-1998, Έλληνας ποιητής («Υστερόγραφο»).

 

Posted in Άρθρα | Σχολιάστε

Εκκλησίες και Μοναστήρια της Αγίας Τριάδος στην επαρχία Καλαβρύτων.

Του Αγίου Πνεύματος σήμερα. Ας δούμε, έστω επιγραμματικά, μερικά από τα μνημεία της επαρχίας Καλαβρύτων, με το όνομα της Αγίας Τριάδος.

Αγία Τριάδα (Ακράτας): αρχικά περίπου στο τέλος του 16ου αιώνα, η μονή βρισκόταν στη θέση Πορί ή Κολωνίτης, στο κοίλωμα απότομου βράχου όπου ήσαν τα πρώτα ασκητήρια και ο Ναός των Αγίων Πάντων. Στις αρχές του 18ου αιώνα, η μονή μεταφέρθηκε στη σημερινή της θέση και αγιογραφήθηκε ο ναΐσκος της το 1751. Στο Μοναστήρι φυλάσσονται πολλά Άγια λείψανα, καθώς και σπάνια κειμήλια, όπως ένα Ευαγγέλιο του 1672. Με το Β.Δ. της 30ης Απριλίου 1881 (ΦΕΚ 39), η Μονή Αγίας Τριάδας του δήμου Ακράτας, ενώθηκε με τη Μονή Αγίου Αθανασίου του δήμου Λευκασίου. Το προαναφερόμενο διάταγμα ανακλήθηκε με το Β.Δ. της 3ης Ιουλίου 1891 (ΦΕΚ 206) και ανεξαρτητοποιήθηκαν οι δύο Μονές. Η Μονή της Αγίας Τριάδος του δήμου Ακράτας ενώθηκε με τη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου του δήμου Κερπινής με το Β.Δ. της 8ης Ιανουαρίου 1898 (ΦΕΚ 7). [Το διάταγμα έχει ως εξής: «ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α΄/ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ/ Μετα γνωμοδότησιν της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και κατάπρότασιν του Ημετέρου επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργού εγκρίνομεν, ίνα η εν τω δήμω Ακράτας μονή της Αγίας Τριάδος ενωθή μετά της κατά τον δήμο Κερπινής μονής του Μεγάλου Σπηλαίου και θεωρείται του λοιπού αυτή τε και τα απ’ αυτής εξαρτώμενακτήματα ως ταύτης μετόχιον. Εις τον αυτόν Ημέτερον Υπουργόν ανατίθεται η δημοσίευσις και εκτέλεσις του διατάγματος τούτου./ Εν Αθήναιςτη 13 Ιανουαρίου 1898/ ΓΕΩΡΓΙΟΣ/ Ο Υπουργός/ Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ»]. Το 1879 είχε 10 μοναχούς… (Συνέχεια στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων»).

Αγία Τριάδα (Αιγείρας): Από το ΦΕΚ 322/15.11.1891 προκύπτει ότι η συνδρομή της μονής Αγίας Τριάδος δήμου Αιγείρας υπέρ του ταμείου της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ήταν 120 δραχμές. Αναφέρεται η Μονή σε πίνακες με τα διατηρούμενα μοναστήρια στο νομό Αχαΐας και Ήλιδος (Δήμος Αιγείρας) κατά τον καιρό της εκδόσεως του περί μοναστηρίων Β.Δ. 25/9/1833 και κατά τις στατιστικές σημειώσεις της Ιεράς Συνόδου που συνέλεξε με υπουργική πρόσκληση στις 17.10.1857…

Αγία Τριάδα (Βουρών): το Μοναστήρι σήμερα είναι έρημο. Η ίδρυσή του ανάγεται στα τέλη του 14ου αιώνα. Είναι χτισμένο πάνω στα ερείπια αρχαίου ναού, αφιερωμένου στη θεά Γη, πλησίον του χωριού Τράπεζα του Δήμου Διακοπτού. Με το Β.Δ. 8-6-1893 (ΦΕΚ. 107/9-6-1893) η εν τω δήμω Βουρών μονή Αγίας Τριάδος, ηνώθη μετά της εν τω δήμω Καλαβρύτων μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Αγίας Λαύρας) (επαρχία Αιγιαλείας). Το προηγούμενο διάταγμα ακυρώθηκε και το μοναστήρι Αγίας Τριάδος που ανήκε στο δήμο Βουρών αποσπάσθηκε από τη Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Αγίας Λαύρας) με το Β.Δ. της 29ης Αυγούστου 1835 (ΦΕΚ 81)…. (Συνέχεια στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων»).

Αγίας Τριάδος μονή: (εις Κούντουρα Βουρών). Σύμφωνα με τον Γ. Θ. Παπαγεωργίου: «Η Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος κείται προς βορράν του Διακοπτού εις υψόμετρον 600 μέτρων και κατά τον Χρ. Κορύλλον ιδρύθη το 1396 και είχε το 1902 13 μοναχούς και υπηρέτας και 2750 δραχμάς έσοδα. Ο Ναός της Μονής συμφώνως προς επιγραφήν αυτού εξωγραφίσθη υπό Δαμίτη και του υιού αυτού Ευσταθίου το 1757, δια συνδρομής του άρχοντος Ιωάννου Τζίμη. Η Μονή αναφέρεται υπό του Φρ. Πουκεβίλ εις το βιβλίον του «Voyage en Grèce». Τα χειρόγραφα της Μονής Αγίας Τριάδος συνεκεντρώθησαν εις την Ιεράν Μονήν της Αγίας Λαύρας.». Ο φάκ. (Μοναστηριακά) των Γ.Α.Κ. περιέχει έγγραφα περιόδου 1834-1841 της διατηρουμένης τότε μονής «Αγία Τριάς Διακοφτού» εις Κούντουρα. Σε πίνακα του 1833 αναφέρεται ότι η μονή της Αγίας Τριάδος Διακοπτού είχε 11 μοναχούς, εργαστήρια 2, 1 ελαιοτριβείο, 117 στρέμματα γης, 41,5 στρέμματα αμπελώνες, 394 ελαιόδεντρα, 30 μελίσσια, 40 αγελαία ζώα, 5 γεωργικά, 4 φορτηγά, κ.λ. (Συνέχεια στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων»).

Αγίας Τριάδος μονή: (εν Στρεζόβη;) αρχαία μονή που αναφέρεται στο κτητορικό του Μ. Σπηλαίου και ίσως να εννοεί τη μονή Ευαγγελιστρίας Στρεζόβης, η οποία παλαιότερα ίσως να ετιμάτο στο όνομα της Αγίας Τριάδος (Παπανδρέου: Επαρχία…, σ. 104). Περισσότερα περί αυτής εις Γ. Παπανδρέου Ιστορία των Καλαβρύτων ανατυπ. 2011.

Αγίας Τριάδος μονή: μοναστήρι πλησίον του χωριού Λιβάρτζι του Δήμου Αροανίας, ιδρύθηκε το 1650 και σήμερα είναι ερημωμένο. Το μοναστήρι αναφέρεται ως Hagia Triada στην επιστημονική έρευνα της Γαλλικής αποστολής του στρατηγού Μαιζώνος (1829-1830), χωρίς να αναφέρεται πλήθος μοναχών. Με τον νόμο ΚΕ΄ της 5ης Δεκεμβρίου 1845 αναφέρεται Αγία Τριάς στο δήμο Ψωφίδος και με τον νόμο ΔΝΖ΄ έτους 1912 αναφέρεται μονή Αγίας Τριάδος (διαλελυμένη) στο δήμο Ψωφίδος… (Συνέχεια στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» πολλές σελίδες).

Αγία Τριάδα: τπν. Βεσινίου, στο χωριό Βεσίνι Καλαβρύτων, τ.δ. Πάου (Σκουπίου).

Αγιατριάδα: τπν. στο Βερσίτσι. Δύο τοποθεσίες Πάνω και Κάτω Αγιατριάδα ΒΔ του χωριού με ομώνυμο εκκλησάκι στην Κάτω Αγιατριάδα που λειτουργεί μια φορά το χρόνο, την Τρίτη της Λαμπρής.

Πηγή: Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων.

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Η Αγία Τριάδα Παιανίας.

Του Αγίου Πνεύματος σήμερα και η τιμή ανήκει στα θρησκευτκά μνημεία της πατρίδος μας…

(Πηγή: Γεωργίου Δ. Χατζησωρηρίου: Ιστορία της Παιανίας και των Ανατολικά του Τμηττού περιοχών (1205-1973). Αθήνα 1973.)

Posted in παραδόσεις κ.λ. | Tagged | Σχολιάστε

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και η επανάσταση.

Στο ερώτημα που και τις τελευταίες ημέρες έγινε επίκαιρο, αν δηλαδή ξεκινούσε η όχι η Επανάσταση του 1821 χωρίς τον Π. Π. Γερμανό, ο Τούρκος Γιουσούφ Μπέης, σε αφήγησή του για τα γεγονότα της περιόδου εκείνης, αναφέρει τα εξής (με την υποσημείωση από εμένα):

«… Όταν έφτασε ο Τάταρος Χασίμ, ο οποίος μετέφερε την επείγουσα κλήση για τους κοτζαμπάσηδες των Καλαβρύτων και της Παλιάς Πάτρας στον εν λόγω καζά, παρέδωσε τα γράμματα αυτά στους προδότες κοτζαμπάσηδες των Καλαβρύτων, Σωτήρη Χαραλάμπη και Ασημάκη Ζαΐμη, καθιστώντας τους σαφές ότι έπρεπε να ξεκινήσουν το συντομότερο για την Τριπολιτσά. Εκείνοι εξάρτησαν τον ερχομό τους από το εάν θα ερχόταν επίσης ο δεσπότης [Π. Π. Γερμανός] και ο κοτζάμπασης της Πάτρας. Όταν ο εν λόγω Τάταρος έφτασε στην Πάτρα, παρέδωσε και διάβασε στον δεσπότη και τον κοτζάμπασn τα γράμματα προς αυτούς εκείνοι, όμως, προσποιήθηκαν τους άρρωστους και προέβαλαν διάφορες δικαιολογίες. Ο Τάταρος επέστρεψε στα Καλάβρυτα, επιμένοντας ότι οι κοτζαμπάσηδες έπρεπε να ξεκινήσουν για την Τριπολιτσά. Η απάντησή τους ήταν:

Είναι δύσκολο να πάμε στην Τριπολιτσά, γιατί στα γράμματα παν μας έστειλαν κάποιοι μουσουλμάνοι με επιρροή έγραψαν σαφώς ότι, τη στιyμή παυ θα φτάσουμε, θα σκοτώσουν είτε εμάς είτε όλους όσους είναι εκεί. Το καλύτερο για σένα είναι να φύγεις μια ώρα αρχύτερα.

Έτσι επέμειναν να γυρίσει ο Τάταρος, και τον έστειλαν πίσω με τέτοιο τελεσίγραφο και ανάρμοστη απάντηση. Όταν εκείνος έφτασε στο ρέμα που λέγεται Κατσάνες, πεντακόσιοι άπιστοι του έκοψαν το δρόμο από τα βουνά· μόλις άκουσε τις τουφεκιές και κατάλαβε τι τον περίμενε, προσπάθησε να γυρίσει πίσω ελπίζοντας να γλιτώσει τη ζωή του, αλλά αυτοί τον κύκλωσαν από μπρος και από πίσω. Για να σώσει τη ζωή του θέλησε να τους δώσει το ταμείο της Πάτρας, που είχε μαζί του, αλλά δεν τα κατάφερε: αφού λεηλάτησαν κομμάτι κομμάτι το ταμείο, τερμάτισαν επί τόπου τη ζωή του άτυχου Τάταρου. Ο Αρναούτ-ζαντέ Ιμπραχίμ Αγάς, βοεβόδας των Καλαβρύτων από το Μάρτιο του ίδιου έτους, όταν είδε αυτές τις κινήσεις των απίστων βιάστηκε εξ ανάγκης να ξεκινήσει για την Τριπολιτσά· δίχως να ξέρει τι συνέβη στον εν λόγω Τάταρο, έφτασε στο ίδιο ρέμα, και άλλοι πεντακόσιοι εξακόσιοι ληστές τού έκοψαν το δρόμο με τον ίδιο τρόπο. Καθώς δεν υπήρχε δρόμος διαφυγής, κάποιοι από τους ακολούθους του άδειασαν μερικά τουφέκια, ελπίζοντας να σωθούν, αλλά, αν και προσπάθησαν να φτάσουν σε ασφαλές μέρος, δεν μπορούσαν να ξεφύγουν…».

Όλα λοιπόν εξαρτιόντουσαν από τον Δεσπότη… Αυτός, και κατά τους Τούρκους, κινούσε τα νήματα.

Και κάτι άλλο από την ίδια αφήγηση: Ενώ αναφέρει ο Τούρκος για τα γεγονότα των Καλαβρύτων, ουδεμία κάνει νύξη για αντίστοιχα στη Μεσσηνία

Πηγή: «Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ πασά» (Σ. Λαΐου – Μ. Σαρηγιάννης), 2019.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Φόροι στα πρόβατα κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας (μετά την άλωση της Πόλης) στην Πελοπόννησο.

Φόρος επί των προβάτων (Resm-i aġnām ή ādet-i aġnām).

Σε ότι αφορά την Πελοπόννησο, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, έχουμε τις εξής πληροφορίες.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Mehmed II, ο φόρος είχε οριστεί σε 1 akçe (άσπρο) ανά τρία κεφάλια προβάτων. Στον Κανουνναμέ του Μοριά που εκδόθηκε στην περίοδο του Bayezid II (1481-1512) αναφέρεται ο ίδιος φόρος επί των προβάτων (1 akçe (άσπρο) ανά τρία κεφάλια).

Στο σαντζάκι του Μοριά όσοι είχαν πρόβατα έδιναν ένα στα 100 και έπαιρναν μια μεζούρα αλάτι, αφού το αλάτι το κατείχε το κράτος και δεν πουλιόταν ελεύθερα στο εμπόριο, αλλά το διέθεταν συγκεκριμένα άτομα. Όποιος άλλος έφερνε αλάτι και το πουλούσε ετιμωρείτο. Κάθε μεζούρα (mezür) ήταν 12.000 δράμια και κόστιζε 10 ή 12 ακçes (άσπρα). Τα αρμόδια όργανα για την είσπραξη των φόρων των προβάτων, περιόδευαν εκεί όπου ξεχείμαζαν τα πρόβατά τους οι τσοπάνηδες τα μετρούσαν και έπαιρναν ένα στα 100 και έδιναν το αλάτι. Από τους Μουσουλμάνους δεν έπαιρναν πρόβατα.

Επειδή σε κάποιες περιοχές του Μοριά τα πρόβατα γεννούν δύο φορές το χρόνο, δόθηκε διαταγή να εισπράττεται 1 akçe (άσπρο) ανά δύο κεφάλια.

Δεν ήταν όμως μόνο αυτός ο φόρος που εισέπρατταν οι Τούρκοι από τους απίστους Έλληνες.

Εισέπρατταν και το φόρο μάνδρας (μαντριού) (resm-I agil) 5 akçes (άσπρα) για κάθε κοπάδι, όπου κοπάδι εθεωρούντο τα 300 ζώα.

Άλλος φόρος ήταν ο φόρος λιβαδιού (kiṣla hakki) ή φόρος βοσκής (otlak), που ήταν 25 akçes (άσπρα). Έτσι συνολικά για 100 πρόβατα πλήρωναν 60 akçes (άσπρα), στα οποία συμπεριλαμβανόντουσαν και όλοι οι άλλοι φόροι.

Αναλυτικά είχε καθιερωθεί να πληρώνουν για 50 πρόβατα 6 akçes (άσπρα), για 25 πρόβατα 3 akçes (άσπρα) και για 12 πρόβατα 1,5 akçe (άσπρο). Όταν οι βοσκοί ένωναν τα κοπάδια τους τότε οι εισπράκτορες του φόρου έπαιρναν τα πρόβατα που ήθελαν από το κοπάδι που μπορεί να ανήκαν και στον ένα εκ των βοσκών. Οι φόροι αυτοί συγκεντρωνόντουσαν τον Απρίλιο ή τον Μάϊο.

Οι διενεργούντες την είσπραξη αυτών των φόρων, εδικαιούντο για τη διατροφή τους να πάρουν από ορισμένα κοπάδια απίστων ένα αρνί που κόστιζε 4 akçes (άσπρα). Αυτό το τελευταίο στη συνέχεια καταργήθηκε.

Μερικοί τσοπάνηδες για να μην πληρώσουν φόρους προσπαθούσαν να κρύψουν τα κοπάδια τους ή  να τα ενώσουν με κοπάδια όσων είχαν βακούφια[1] ή μούλκια[2] ή ακόμα και με πρόβατα τιμαριωτών[3]. Αν απεκαλύπτοντο, τότε μετρούσαν τα πρόβατα αυτού που τα πήγαν να τα κρύψουν  και εκείνων που τα δέχθηκαν και τα έκρυψαν και αφ’ ενός μεν ετιμωρούντο παραδειγματικά από τον καδή, αφ’ ετέρου πλήρωναν φόρο-πρόστιμο ένα άσπρο το κεφάλι.

Αν τυχόν δεν ήταν δυνατόν να μετρήσουν οι εισπράκτορες των φόρων τα πρόβατα, έπαιρναν κατ’ εκτίμηση  ένα πρόβατο στα 100.

Στη συνέχεια και σχετικά με το φόρο των προβάτων τέθηκε το εξής όριο: τα χίλια πρόβατα. Μέχρι τα 1.000 πλήρωναν τον φόρο προβάτων (ādet-i aġnām). Μετά τα 1.000 ήσαν ενοικιαστές (mültezim) του φόρου αυτού και πλήρωναν 34 φλουριά (efrenciyye).

Εδώ να σημειωθεί ότι τα μοναστήρια απολάμβαναν ειδικής μεταχείρησης ως προς τον φόρο. Το Μ. Σπήλαιο λ.χ. πλήρωνε μόνο 15 φλουριά Χαράτσι και τίποτ’ άλλο. Σχετικά με τα προνόμια αυτά αναφέρεται ότι τα πρόβατα του μοναστηριού «αν δε γένωσι χίλια να μη δίδουν ρέσμι (resmi=φόρο) και αντί του ουσουρίου [οσούρ στα Αραβικά σημαίνει 1/10= «δεκάτη»] και ρεσμίου και των άλλων τεκιλιφίων να πληρώνωσι κατ’ έτος εις το μιρί μακτού άσπρα (λεπτά) 15.000».

Επίσης υπήρχε η εξής διάταξη: επιτρεπόταν στους κατοίκους ενός χωριού να αφήσουν μια έκταση ακαλλιέργητη για τη βοσκή των βοδιών τους ή το αλώνισμα, και απαγορευόταν η καλλιέργεια ή η δέσμευση τόπου που ήταν χαρακτηρισμένος ως βοσκότοπος.

Πηγή: Κανουνναμέδες του Μοριά (Μπαλτά Ε.).

           TT10-1/14662 (Γ. Λιακόπουλος).

————————————————————————————–

[1] Βακούφι: ακίνητη αναπολλοτρίωτη ιδιοκτησία μουσουλμανικών ναών, τζαμιών ή ευαγών ιδρυμάτων.

[2] Μούλκι: ακίνητο περιουσιακό στοιχείο απόλυτης κυριότητας, σε αντιδιαστολή με το βακούφι.

[3] Timar: μονάδα γης, υπό τον έλεγχο τιμαριώτη, με ετήσια έσοδα που δεν υπερέβαιναν τις 20.000 akçes (άσπρα) και είχε παραχωρηθεί σε στρατιωτικό όργανο (ιππέα).

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Καταχώρηση στη σημερινή (22 Μαΐου 2020) εφημερίδα «Πελοπόννησος»…

(Η κίτρινη επισήμανση είναι από εμένα).
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Εφημερίδα «Πελοπόννησος» 15 Μαΐου 2020.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ένα σπάνιο ιστορικό ντοκουμέντο για το θάνατο του Οδυσσέως Ανδρούτσου.

Στο έτυπο του Κάρπου Παπαδοπούλου «Ανασκευή των εις την ιστορίαν των Αθηνών αναφερομένων περί του στρατηγού Οδυσσέως Ανδρούτσου…., Εν Αθήναις 1837«, το οποίο αναφέρεται στην Ιστορία των Αθηνών του Σουρμελή, διαβάζουμε και τα εξής:

Στη συνέχεια παραθέτω από τα ΓΑΚ, το έγγραφο της αστυνομίας, με το οποίο γίνεται προσπάθεια να καλυφθεί η δολοφονία του ήρωα και να παρουσιαστεί σαν αυτοκτονία.

 

«Περίοδος Γ΄. Αριθ. 108./ Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος/ Προς το έξοχον υπουργείον της Αστυνομίας/ Η Γεν. Αστυνομία Αθηνών.

Σήμερον το πρώΐ ειδοποιηθέντες το συμβεβηκός του Οδυσσέως επήγαμε εις την Ακρόπολιν όπου εύρομεν το σώμα του υποκάτω του Γουλά (τόπος εις τον οποίον τον είχον φυλαγμένον) και ερωτήσαντες ταις Γουάρδιαις* ομολόγησαν ότι χθες εις τας 5 ώρας της νυκτός θέλοντας να κρεμασθή από τον Γουλάν δια να φύγη, εκόπη το σχοινί και έπεσεν κάτω και εσκοτώθη, και από δώδεκα οργυών πέσιμον του ύψους ετζακίσθη ο δεξιός μηρός του και εσυντρίφθη το μιλίγγι του. Το σχοινί εκόπη έως εις τας πέντε οργυάς κατεβαίνοντας. Επάνω του είχεν ένα φουστελίκι και δύο τοκάδες ασημένια, δύο ζωνάρια και ένα κεμέρι αδειανόν, ένα σιλάχι και πιστολόκλιφαν παλαιά, και τέσσαρας παράδες, και όπισθέν του είχεν ένα σχοινί κρεμασμένον, με το οποίον συμπεραίνομεν ότι το είχε δια να κρεμασθή και από το έξω τοίχος του κάστρου. Αφού λοιπόν ούτως μας ομολόγησαν αι Γουάρδιαις, και αφού είδομεν το σώμα του πεσμένον εις τέτοιον τρόπον, και καλεσθείς και ο ιατρός της χώρας, και είπών ότι έπεσεν χωρίς άλλο, εδόθη η άδεια του ενταφιασμού του η ανήκουσα εις το υποκείμενόν του, και έστω εις είδησιν του εξόχου υπουργείου./ με το προσήκον σέβας μένομεν./ τη 5 Ιουνίου 1825/ Εν Αθήναις/ Ο Γεν. Αστυνόμος Αθηνών/ Π. Μοναστηριώτης/ ο Γραμματεύς/ Δ. Τριανταφύλλου».

[*φύλακες, σκοποί φρουροί.]

Να σημειώσω εδώ ότι προσπάθειες να δολοφονηθεί ο Οδ. Ανδρούτσος είχαν γίνει και άλλες, αλλά είχαν αποτύχει.

Τα της δολοφονίας του, τα οποία έχουν καταγραφεί με όλες τις λεπτομέρειές τους, δεν παρατίθενται εδώ. Εδώ καταχωρώ αυτό το σπάνιο πρωτότυπο έγγραφο από τα ΓΑΚ το οποίο είναι διαφωτιστικό και αποδεικτικό της μεθοδευμένης, κατ’ εντολή του Γκούρα δολοφονίας του Οδυσσ. Ανδρούτσου.

Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας (Μέρος Γ΄ – τελευταίο).

(Συνέχεια από προηγούμενα…)

Η μάχη στον Άγιο Νικόλαο της Βλασίας: Στην Κάτω Βλασία στις 23 Ιουλίου του 1948 είχε από ημέρες στρατοπεδεύσει το 617 Τ. Π. της 72ας Ταξιαρχίας με Διοικητή τον Σταύρο Δρακουλαράκο και Υποδιοικητή τον Ιωάννη Δαμιανό. Προβλεπόταν να μείνει εκεί αρκετό καιρό γι’ αυτό και ένας λόχος του είχε οχυρωθεί μέσα στο χωριό, ένας δεύτερος στα γύρο υψώματα, ο τρίτος γύρω από το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το χωριό και μία διμοιρία είχε οχυρωθεί μέσα στο μοναστήρι.

Οι αντάρτες απεφάσισαν να χτυπήσουν το Τάγμα και συγκέντρωσαν δυνάμεις από το Μαίναλο και την περιοχή του Ερύμανθου. Η αρχική άποψή τους ήταν να το αφήσουν να φύγει και παρακολουθώντας το να το χτυπήσουν εν κινήσει, αλλά επεκράτησε η άποψη του Γκιουζέλη Στ. να χτυπηθεί εκεί όπου είχε στρατοπεδεύσει. Το Τάγμα ήταν εμπειροπόλεμο και καλά οχυρωμένο. Η επίθεση έγινα τη νύχτα της 22ας προς 23η Ιουλίου στις 4.40 και ήταν αιφνιδιαστική. Οι αντάρτες ήσαν τόσο σίγουροι για την έκβαση της μάχης ώστε είχαν «μαζέψει από τα γύρω χωριά 200 περίπου ζώα να φορτώσουν τα λάφυρα, πράγμα που φυσικά δεν έγινε. Τα ζώα με τους χωρικούς ιδιοκτήτες τους αφού μείνανε σ’ όλη τη διάρκεια της μάχης μέσα στο δάσος και κινδύνευσαν και αυτοί από την αεροπορία, ξαναγύρισαν στα χωριά τους»[1].

Σύμφωνα με τον Αλ. Τσιγκούνη[2]: «ο αγών εκατέρωθεν υπήρξε πεισματώδης, δε Κ/Σ ενήργησαν αλλεπαλλήλους επιθέσεις δι’ εφεδρικών μονάδων, άπασαι όμως απεκρούσθησαν με βαρείας απωλείας των Κ/Σ. Από της 7ης πρωινής ώρας επενέβη εις τον αγώνα η Αεροπορία, πολυβολούσα και βομβαρδίζουσα τους Κ/Σ και ενισχύσασα ούτω σημαντικώς τους ημετέρους. Απεστάλησαν ενισχύσεις εκ Καλαβρύτων, οίτινες αφιχθείσαι περί ώραν 11.30 έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Ομοίως απεστάλη εκ Πατρών Διλοχία του Κ. Β. Ε. Περί την 12.30 ώραν αι εθνικαί δυνάμεις ενήργησαν αντεπίθεσιν και ανέτρεψαν τους Κ/Σ, ους κατεδίωξαν προς Ν.Δ. βοηθούμενοι και υπό της Αεροπορίας. Εκ των ημετέρων εφονεύθησαν 1 αξιωματικός και 2 στρατιώται και ετραυματίσθησαν 5 αξιωματικοί και 40 οπλίται, εκ δε των Κ/Σ εφονεύθησαν 67 ανευρεθέντες επί του πεδίου της μάχης και ετραυματίσθησαν περί τους 70. Συνελήφθη εις συμμορίτης τραυματίας…». Ο συγγραφέας σ’ ότι αφορά τις απώλειες των στρατιωτών, δεν αποδίδει την πραγματικότητα αφού οι τάφοι και οι σταυροί στον περίβολο της μονής είναι 13.

Για τους νεκρούς αντάρτες ο Κ. Καραλής (Ιστορία των δραματικών γεγονότων της Πελοποννήσου 1943-1949 – Αθήναι 1969) αναφέρει ότι ήσαν 152 και οι τραυματίες 200 (υπερβολικό), ο «Μπελάς» (Κ. Παπακων/νου: Νεκρή Μεραρχία) γράφει ότι ήσαν 10 οι νεκροί και 40 οι τραυματίες και προσθέτει ότι με στρατιωτικό ηγέτη (και όχι τον Γκιουζέλη) δεν θα αποτύγχανε η μάχη, ενώ ο Αρ. Καμαρινός (Ο Εμφύλιος στην Πελοπόννησο 1946-1949, Αθήνα 2000) αναφέρει ότι οι νεκροί ήσαν 16 και οι τραυματίες 32.

Η μάχη στη Βλασία απέτυχε για τους αντάρτες γιατί το Τάγμα ήταν έμπειρο και καλά οχυρωμένο, γιατί δεν πέτυχε ο αιφνιδιασμός των ανταρτών και γιατί οι ενισχύσεις ήσαν άμεσες και σημαντικές, κυρίως από τον αέρα.

Οι κάτοικοι της Βλασίας, αλλά και των γύρω χωριών πιστεύουν ότι η νικηφόρα έκβαση της μάχης οφείλεται σε θαύμα του Αγίου Νικολάου, ο οποίος παρουσιάστηκε στον διοικητή του 617 Τ. Π. Στ. Δρακουλαράκο καθώς κοιμόταν, την νύχτα εκείνη της αιφνιδιαστικής επίθεσης και τον ξύπνησε λέγοντας του ότι ήταν κυκλωμένος από τους αντάρτες.

Σ’ ανάμνηση της μάχης εκείνης αλλά και σε ένδειξη τιμής προς τους πεσόντες, στον περίβολο του ναού υπάρχει στρατιωτικό νεκροταφείο και έχει στηθεί ηρώο πεσόντων. Μέσα δε στον ναό υπάρχει μία ασημένια εικόνα του Αγίου Νικολάου, δώρο των αξιωματικών και οπλιτών του 617 Τ. Π. προς τον Άγιο που τους έσωσε τη ζωή.

Όπως και νάχει, η μάχη αυτή αποτελεί την πρώτη μεγάλη αποτυχία των ανταρτών στην Πελοπόννησο και το ανεβασμένο από την μάχη της Χαλανδρίτσας, γόητρό τους πληγώθηκε σοβαρά.

Από τη Βλασία άρχισε η αποτυχία κάθε μελλοντικής προσπάθειας των ανταρτών στην Πελοπόννησο. Ο «Μπελάς» στον 2ο τόμο αναφέρει μεταξύ άλλων: «…Με τα φωτήματα φτάσαμε στο Πορετσό.. Το απόγευμα μας κάλεσαν από λοχαγό και πάνω στη διοίκηση της Μεραρχίας. Εκεί μας μίλησε ο Γκιουζέλης. Έτσι αργόστροφος όπως ήταν μετρούσε κάθε κουβέντα που μας έλεγε. Ήταν πολύ προσεχτικός σ’ αυτό που έλεγε. Δεν είχε πλούσιο λεξιλόγιο… Μας ανακοίνωσε ότι ένα τάγμα εχθρικό με δύναμη γύρω τους 700 άντρες με τρεις σωλήνες όλμων και τριάντα μεταγωγικά, κινήθηκε στο χώρο της ορεινής Αχαΐας και έφθασε στην Άνω Βλασία. Έχει πιάσει το χωριό και το Μοναστήρι. Είναι ευκαιρία να το παγιδέψουμε και να το εξοντώσουμε… Η διοίκηση της μεραρχίας αποφάσισε να το χτυπήσει. Γι’ αυτό έκαμε και τη συγκέντρωση των δύο ταγμάτων που ήταν δυνατό να φθάσουν έγκαιρα. ίσως μετά τη νύχτα να φθάσει και ο Μπασακίδης και ο Μανώλης [Σταθάκης] αν πάρουν τη διαταγή… Η επιχείρηση θα άρχιζε τα χαράματα. Πριν φωτίσει θα έπρεπε να πιάσουμε τα πρώτα σπίτια. Την επίθεση θα την έκαναν τρεις λόχοι. Δύο του Ταϋγέτου και ένας δικός μας. Ένας λόχος θα έμπαινε στην εφεδρεία της Μεραρχίας. Θα χτυπούσαμε ταυτόχρονα στη δημοσιά, στο χωριό και στο μοναστήρι. Η επίθεση θα ενισχύονταν και με πυρά δύο βαρειών πολυβόλων. Ένας λόχος ο δικός μας, θα έπιανε το ύψωμα πάνω από το Μοναστήρι για να χτυπάει κάθετα μέσα στο μοναστήρι. Μόλις τέλειωσε μας ζήτησε να ρωτήσουμε κάτι που δεν καταλάβαμε. Μπήκαν πολλές ερωτήσεις από τους διοικητές των λόχων. Οι διοικητές των ταγμάτων δεν έκαναν καμιά… Τελικά η συζήτηση πήρε μάκρος κι όλο για το Μοναστήρι κουβεντιάζαμε. Ο Κανελλόπουλος κατάλαβε ότι οι διοικητές των λόχων έχουν μέσα τους αντιρρήσεις. Τότε ρώτησε ανοιχτά: «Μήπως έχετε προτάσεις να κάνετε και προσπαθείτε να τις βάλετε με ερωτήσεις;» Απαντήσαμε όλοι μαζί: «Ναι, δεν πρέπει να χτυπήσουμε τώρα. Το Μοναστήρι δεν πέφτει». Ο Κανελλόπουλος απάντησε ότι αυτό το ζήτημα δεν μπαίνει για συζήτηση. Η διοίκηση αποφάσισε. Τώρα συζητάμε το πώς θα γίνει καλύτερα η δουλειά. Τότε έκλεισαν όλοι τα μλοκάκια τους κι ετοιμάστηκαν να φύγουν. Ο Γκιουζέλης ανησύχησε. Πήρε το λόγο και μας επανέλαβε τα ίδια… Από τη συγκέντρωση φύγαμε όλοι με κρύα καρδιά. Ο Κανελλόπουλος το είδε αυτό. Οι διοικήσεις των Αρχηγείων έκαναν την κατανομή των αποστολών. Ο Σαρήγιαννης ανάθεσε στο λόχο της νεολαίας που τον διοικούσε ο Ετεοκλής Δουμουλάκης να χτυπήσει το Μοναστήρι. Στο λόχο του Λύσσαντρου να πιάσει το ύψωμα πάνω από το Μοναστήρι και να χτυπήσει κάθετα το Μοναστήρι. Οι λόχοι αυτοί είχαν σειρά. Ο δικός μου [Μπελά] θα έμενε στην εφεδρεία της Μεραρχίας επειδή είχε πάρει μέρος στη μάχη στις Κουμπάρες. Είχε νυχτώσει πιά. Εκεί πάνω στο διάσελο της Βλασίας θα μέναμε τη νύχτα και από εκεί θα ξεκινούσαν τα τμήματα για τις αποστολές τους. Κατατοπίσαμε τους διμοιρίτες μας. Πριν ξεκινήσουμε θα κατατοπίζαμε και τους αντάρτες… Μια ώρα νύχτα ξημερώνοντας 23 Ιούλη 1948 ξεκινήσαμε. Σε μισή ώρα τα τμήματα συγκρούστηκαν. Ο εχρός αιφνιδιάστηκε παράτησε το χωριό και τόβαλε στα πόδια. Μερικοί οχυρώθηκαν στα τελευταία σπίτια. Οι πιο πολλοί όμως μοιράστηκαν. Άλλοι τράβηξαν για τη δημοσιά και το κύριο τμήμα για το Μοναστήρι. Όπως έπεσαν μπουλούκι πάνω στον Ετεοκλή τον ανάγκασαν να μαζευτεί και έτσι μπήκαν στο μοναστήρι γύρω στους τριακόσιους μαζί με την διοίκηση δηλαδή το Δρακουλαράκο, που ήταν τραυματισμένος ελαφρά στο χέρι, και τον ασύρματό τους. Ο Λύσσαντρος τους χτυπούσε συνέχεια και δεν μπορούσαν να κινούνται άνετα μέσα στο Μοναστήρι. Αλλά τους χτυπούσε μόνο από μια πλευρά. Οι άλλες ήταν απυρόβλητες. Ο Ετεοκλής έκαμε αμέσως επίθεση κι έφθασε στην πόρτα που την είχαν αφήσει ανοιχτή. Έκανε απόπειρα, μπήκε μια ομάδα μέσα αλλά γύρισε πίσω γιατί μέσα χαλούσε ο κόσμος. Ο Ετεοκλής τώρα χτυπούσε γύρω – γύρω και ο λόχος του Λύσσαντρου μπιχτά. Αυτοί που οχυρώθηκαν στα τελευταία σπίτια, ανέκοψαν τους άλλους δύο λόχους… Με το ραδιόφωνο είχαμε πιάσει τον ασύρματο του Δρακουλαράκου. Καλούσε για βοήθεια… Η διοίκηση στην αρχή, ακούγοντας τον Δρακουλαράκο να κλαίει χεσμένος, νόμισε ότι πάμε καλά. Όταν ήρθε η αναφορά των διοικητών ότι εκτόπισαν τον εχθρό από το χωριό, χάρηκε. Δεν πρόσεξε όμως που έλεγαν ότι «τα μεταγωγικά διέφυγαν προς τη δημοσιά και δεν βρήκαμε υλικό». Μετά από μισή ώρα ήρθαν κι άλλες αναφορές των διοικητών. Σ’ αυτές αναφέρονταν ότι τα τμήματα έχουν καθηλωθεί. Ήρθε και η αεροπορία. Έριξε εφόδια στο Μοναστήρι. Χτύπησε το ύψωμα που είχε πιάσει ο Λύσσαντρος. Τραυμάτισε δύο-τρείς και ανάμεσα σε αυτούς σοβαρά στο μάτι τον Λύσσαντρο. Απώλειες μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχαμε πολλές… Το Μοναστήρι δεν έπεφτε. [Ο Κανελλόπουλος] έδωσε εντολή να ρίξουμε όσα βλήματα ατομικών όλμων έχουμε. Ιδιαίτερα εμπρηστικά… Ρίξαμε οχτώ βλήματα. Μερικά καπνογόνα. Πάνω στη σύγχιση ο Ετεοκλής έκανε επίθεση. Μπήκαν μέσα στο προαύλιο. Τους καθήλωσαν. Ο τόπος άναβε. Αναγκάστηκαν να ξαναβγούν. Τότε ο Κανελλόπουλος έδωσε εντολή να σταματήσουν οι επιθέσεις. Σε μένα έδωσε εντολή να γυρίσω εκεί που ήμουνα. Γυρίσαμε πίσω στη διοίκηση της μεραρχίας. Ο Γκιουζέλης κατέβασε τα μούτρα. Κατάλαβε κι αυτός ότι το Μοναστήρι τώρα που ενισχύθηκε δεν πέφτει. Στα μεταγωγικά δεν μπορούσαμε να πλησιάσουμε. Από τη δημοσιά οργάνωσαν αντεπίθεση. Μου έδωσαν εντολή να τους χτυπήσουμε με το βαρύ πολυβόλο. Τους χτυπήσαμε. Ανατράπηκαν και γύρισαν πίσω. Ο Δρακουλαράκος εξακολουθούσε να κλαψουρίζει. Είχε φθάσει τώρα πιά μεσημέρι και τα πράγματα είχαν σταθεροποιηθεί. Η αεροπορία πολυβολούσε τις γύρω κορυφές δηλαδή στα άσπρα βράχια και τις ελατόκλαρες. Ήταν φανερό ότι νικήσαμε χωρίς να πάρουμε τίποτα. Τι κι αν καταλάβαμε το χωριό; Τι κι αν τους προξενήσαμε σοβαρές απώλειες; Δεκαπέντε νεκρούς και χώρια οι τραυματίες. Για μας αυτά δεν μέτραγαν… Τέλος διέταξε υποχώρηση. Φύγαμε ανενόχλητοι. Ο λόχος μου έμεινε οπισθοφυλακή. Όταν αποσύρθηκαν τα τμήματά μας πίσω από το διάσελο, τότε αυτοί αναθάρρησαν. Έκαναν απόπειρα να βγούν από το χωριό. Μερικές ριπές με το βαρύ πολυβόλο και ξαναχώθηκαν στις τρύπες τους μέχρι που νύχτωσε. Δέκα νεκροί δικοί μας έμειναν εκεί. Οι πιο πολλοί μπροστά στο Μοναστήρι. Είκοσι δύο τραυματίες πήραμε μαζί μας, μόνο τέσσερις σοβαρά. Ο ένας πέθανε την άλλη ημέρα από ακατάσχετη αιμορραγία… Από τους τέσσερις βαρειά τραυματισμένους οι δύο ήσαν παλαιοί δικοί μου αντάρτες. Ένας φαντάρος από αυτούς που είχαμε πιάσει αιχμαλώτους στη μάχη στου Βάγγου κι είχε μείνει αντάρτης στη διμοιρία μου, και το Βλαχόπουλο, ο Κώστας Βλάχος ή Αναστασόπουλος, ο αδερφός του Παναγιώτη Βλάχου ή Αναστασόπουλου, από το χωριό Τσιωρωτά της Μεσσηνίας. Τον είχα πάρει αντάρτη στην ομάδα μου… Ήταν τότε 18 χρονών που τον πήρα. Τώρα ήταν ομαδάρχης στο λόχο του Ετεοκλή. Ο φαντάρος την άλλη ημέρα πέθανε από αιμορραγία. Είχε τραυματιστεί στο μπούτι και στην κοιλιά. Το Βλαχόπουλο είχε τραυματιστεί στο θώρακα, στην κοιλιά και στα πόδια… Ξανασυγκεντρωθήκαμε το βράδυ στο διάσελο της Βλασίας… Τελικά η διοίκηση διέταξε να γυρίσουμε στις βάσεις μας… Μετά πό τη μάχη της Βλασίας άρχισε ο κατήφορος. Δεν το καταλάβαμε από την αρχή. Όταν ήρθαν και τα άλλα τότε είδαμε την αρχή. Από δω και πέρα η μια αποτυχία διαδεχόταν την άλλη… Το Δρακουλαράκο και το 516 τάγμα, θα το είχαμε γκρεμοτσακίσει στις χαράδρες του Παναχαϊκού και του Ερύμανου αν δεν τον χτυπούσαμε στο Μοναστήρι της Βλασίας αλλά τον παίρναμε κατά πόδι όταν θα έβγαινε από την τρύπα του… Μετά τη μάχη στη Βλασία τσακισμένοι και περίλυποι γυρίσαμε στη Γορτυνία…» .

Ο Μπρούσαλης (Οι Ανυπότακτοι…) αναφέρει τους παρακάτω αντάρτες μεταξύ των νεκρών: Φ. Ψιλοβασιλόπουλος, Τζουλουχάς (ομαδάρχες), Φ. Γεωργούλιας (Κωστομέρα Ολυμπίας), Γιαν. Λαμπρόπουλος (Αυλώνα Τριφυλίας), Σταυρ. Κονταργύρης και Δημ. Μπατσάκης (Άγιο Δημήτρη Λακωνίας), Θεόδ. Ρουμελιώτης (Αβραμιό Μεσσηνίας), Αθαν. Τσίριμπας (Τσαπόγα Μεγαλόπολης), που πέθανε μετά.

Για τη μάχη στον Άγιο Νικόλαο της Βλασίας, παραθέτω εδώ και την άποψη του Ιωάννη Κωστόπουλου (Αντάρτες…) με συμπληρωματικά στοιχεία «… Τα δικά μας τμήματα έμειναν στον Ερύμανθο και το Παναχαϊκό. Μαζί μας τώρα ήταν και ο Γκιουζέλης με τον Κανελλόπουλο. Αυτές τις μέρες ένα τάγμα στρατού κινήθηκε σ’αυτά τα μέρη και κατέληξε να μείνει στο χωριό Βλασία. Το αρχηγείο αποφάσισε να το χτυπήσουμε πριν εδραιωθεί για τα καλά, ώστε να το εξαναγκάσουμε να αποσυρθεί, για να έχουμε το μέρος ελεύθερο. Το είχαμε σχεδόν κυκλώσει και περιμέναμε πότε θα μπει σε πορεία για να το τσακίσουμε. Αυτοί όμως άραξαν στο χωριό και δεν έλεγαν να το κουνήσουν. Τότε ο Γκιουζέλης αποφάσισε να τους χτυπήσουμε μέσα στο χωριό. Αυτό που αποφάσισε ο Γκιουζέλης ήταν κάπως δύσκολο να το πετύχουμε, διότι στο πάνω μέρος του χωριού ήταν ένα μοναστήρι [Άγιος Νικόλαος] που δέσποζε σ’ όλο το χωριό. Το μοναστήρι είχε γύρω – γύρω μαντρότοιχο από ασβεστολιθιά πάνω από μέτρο ύψος και όλο το υπόλοιπο ήταν τέτοια η κατσκευή του που ήταν σχεδόν κάστρο. Όποιος κατείχε το μοναστήρι ήταν και ο κύριος του χωριού και της κατάστασης γενικώτερα. Όπως μας έλεγε μετά τη μάχη ο Πέρδικας, που κατεβήκαμε μαζί στην Αργολίδα, έγιναν πολλές συζητήσεις για το αν θα έπρεπε να χτυπήσουμε το τάγμα μέσα στο χωριό ή να περιμένουμε να ξεκινήσει, για να το χτυπήσουμε ενεδρικά. Ο Πέρδικας όπως μας άφησε να εννοηθεί, στο τέλος υπερίσχυσε η γνώμη του Γκιουζέλη, ο οποίος έλεγε ότι δεν πρέπει να το αφήσουμε να μας ξεφύγει τώρα που το έχουμε στη φάκα. Ενώ οι Κανελλόπουλος – Πέρδικας και λοιποί καπεταναίοι ενόμιζαν ότι θα έχουμε καλύτερα αποτελέσματα αν το χτυπήσουμε πάνω στην κίνηση. Η απόφαση πάρθηκε και κάλεσαν τους λοχαγούς να τους δώσουν τις τελευταίες οδηγίες σχετικά με το σχέδιο της επιχείρησης. Στο χωριό θα χτυπούσε ο λόχος του Σουγκλάκου και άλλος ένας από τον Ταΰγετο. Στο μοναστήρι θα χτυπούσε ο λόχος της Δημοκρατικής Νεολαίας με λοχαγό τον Ετεοκλή Δημουλάκη. Ο Ετεοκλής ήταν από την Πολίχνη της πάνω Μεσσηνίας… και ήταν από τους τελευταίους αντάρτες που έζησε το 1952. Τον βρήκαν μεθαμένο σε κάποια σπηλιά έξω απ’ την Καλαμάτα. Ο άλλος λόχος που θα έπαιρνε μέρος στο μοναστήρι ήταν του Βασίλη Κωνσταντόπουλου ή Λύσανδρου. Ο Βασίλης …ήταν από το Αγρίδι δίπλα από τη Βυτίνα… Τον συνέλαβαν την άνοιξη του 49, τον πέρασαν στρατοδικείο στην Τρίπολη και τον εκτέλεσαν… Η μάχη άρχισε μισή ώρα νύχτα πάνω κάτω. Στο χωριό με το πρώτο χτύπημα ο λόχος του τάγματος αιφνιδιάστηκε και οι φαντάροι τράβηξαν για το μοναστήρι. Ο Ετεοκλής δεν μπόρεσε να τους ανακόψει, ήταν πολλοί και αυτοί σχεδόν τον πήραν σβάρνα. Κάπου 200 και πάνω άτομα. Οι άλλοι μισοί οχυρώθηκαν στο κάτω μέρος του χωριού. Ο Λύσανδρος χτυπούσε με το λόχο του το μοναστήρι. Από επάνω και ο Ετεοκλής οργάνωσε και αυτός μια επίθεση. Έφθασε σχεδόν έξω από την μάντρα του μοναστηριού. Αποφάσισαν να την καβαλήσουν να πηδήξουν μέσα, δεν τα κατάφεραν όμως. Τους ρήμαξαν με τις ριπές και οπισθοχώρησαν. Οι δύο λόχοι κάτω στο δρόμο στην άκρη του χωριού άπαθαν τα ίδια. Δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Ο Κανελλόπουλος έκαμε μια τελευταία προσπάθεια. Είχαμε κάποια σωλήνα όλμου με καμιά 15αριά βλήματα, τα περισσότερα καπνογόνα. Τα έριξε όλα μέσα στο μοναστήρι. Τότε και ο Ετεοκλής έκαμε την τελευταία επίθεση με τα καπνογόνα που τύκλωσαν τον τόπο, μια διμοιρία κατάφερε να πηδήξει μέσας την μάντρα και άνοιξαν την πόρτα. Δεν κατάφεραν τίποτα. Για κακή μας τύχη έφτασαν και τα αεροπλάνα και βομβάρδιζαν με ρουκέτες γύρω από το μοναστήρι. Η διμοιρία οπισθοχώρησε με μεγάλες απώλειες, 7-8 νεκροί. Κοντά σ’ αυτούς και ο Διμοιρίτης Θανάσης Τσίρμπας από του Τσαπόγα της Μεγαλόπολης. Ένα παλικάρι και ομορφόπαιδο 20 χρονών. Η μάχη είχε κριθεί. Τα χάσαμε όλα. Έχουμε πάνω από 20 νεκρούς και άλλους τόσους τραυματίες. Ευτυχώς οι τραυματίες δεν είναι βαριά. Δύο είναι βαριά. Ο ένας πέθανε τη νύχτα. Ο άλλος ήταν από του Τσορωτά αδελφός του Παναγιώτη Βλάχου. Είχε πολλά τραύματα στο θώρακα και νόμισα ότι δεν θα γλιτώσει το θάνατο. Τα κατάφερε όμως και έζησε. Τον συνάντησα στην Αθήνα πριν λίγα χρόνια, μόλις μου είπε ποιός είναι δεν πίστευα στα μάτια μου. Χαρήκαμε και οι δύο, διότι και αυτός με είχε ξεγραμμένο. Ο Κανελλόποιυλος βλέποντας αυτή την κατάσταση διέταξε τα τμήματα να οπισθοχωρήσουν όπως μπορούσαν. Και όπως έγινε. Αυτή ήταν η μεγάλη αποτυχία του στρατού μας στο Μοριά. Δεν ήταν δυστυχώς και η τελευταία, παρόλο που είχαμε αρκετές δυνάμεις σε έμψυχο υλικό και πολεμοφόδια…».

Ομοίως παραθέτω την περιγραφή του Γ. Μόσχου (Χρόνια της Φωτιάς…): «… Η μάχη στη μονή Κ. Βλασίας./ Στα τέλη του Ιουλίου 1948, στο ημικύκλιο των ανταρτοκρατούμενων χωριών των νομών Αχαΐας, Αρκαδίας, Ηλείας και γύρω από τις περιοχές Αιγίου, Βλασίας, Κοντοβάζαινας και Ζαχάρως Ηλείας οι οποίες υπήρξαν βάσεις του Εθνικού Στρατού, κινείτο το 617 Τάγμα της 72ας Ταξιαρχίας, προβαίνοντας σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, υπό τον Διοικητή του ονόματι Δρακουλαράκο. Το Τάγμα αυτό είχε μεταφερθεί στην Πελοπόννησο από την Κεντρ. Ελλάδα, το Δεκέμβριο του 1947… Το Τάγμα Κρανιά δρούσε στη Ν. Α. Πελοπόννησο και σε μια εποχή όπου ακόμα (μέσα 1947) δεν είχε αναπτυχθεί πλήρως η αντάρτικη δράση, ενώ στη Βόρεια και Κεντρική Πελοπόννησο επιχειρούσε το Τάγμα Χωροφυλακής υπό τον Γ. Ζάρα, που προϋπήρχε στην περιοχή του Τάγματος Κρανιά. Είναι γεγονός ότι τόσο οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής Κρανιάς και Ζάρας όσο και ο Διοικητής Δρακουλαράκος του 617 Τ. Π. είχαν μάθει καλά την αντιμετώπιση της αντάρτικης στρατηγικής, γι’ αυτό και αποτελούσαν σοβαρούς αντιπάλους του Δ.Σ.Ε. στην Πελοπόννησο. Δεν θα είναι υπερβολή αν υποστηρίξω, ότι με την αποτελεσματικότητα της δράσης τους και τον έντεχνο τρόπο αποφυγής της σύγκρουσης με το Δ.Σ.Ε. όταν αυτή δεν επρόκειτο να διεξαχθεί σε προνομιακό, για τα εθνικιστικά στρατεύματα πεδίο, έγιναν μύθος για τους αντπάλους των αναταρτών. Τα τάγματα αυτά ήσαν αξιόμαχα, και οι διοικητές τους ήξεραν να αποφύγουν τις αντάρτικες παγίδες. Βεβαίως τα τάγματα όπως και τα αποσπάσματα Χωροφυλακής αποτελούνταν από άνδρες μισθοφορικούς που την εποχή αυτή εύρισκαν ένα κομμάτι ψωμί στη Βασιλ. Χωροφυλακή, με την κατάταξή τους σε αυτήν. Και επειδή δεν ήταν η ιδεολογία ο συνδετικός κρίκος τους, όπως συνέβαινε στις τάξεις του Δ.Σ.Ε., όταν αντιμετώπιζαν δυσκολίες και άμεσο κίνδυνο της ζωής τους εγκατέλειπαν το πεδίο της μάχης, όπως έγινε και στη Χαλανδρίτσα, στις 5.7.48. Δηλαδή έδιναν μάχη μόνον όταν επρόκειτο να την κερδίσουν. Όμως τα Τάγματα Χωροφυλακής Γ. Ζάρα και Αρ. Κρανιά, όπως και το Τάγμα Πεζικού 617 του Δρακουλαράκου, αποτελούσαν εξαίρεση. Ειδικώτερα το Τάγμα Δρακουλαράκου, δυνάμεως περίπου 500 ανδρών ποτέ δεν μετεκινείτο με σκόρπιους τους λόχους του και δεν επέστρεφε στον προορισμό του από το ίδιο δρομολόγιο. Έτσι ήταν δύσκολο στο Δ.Σ.Ε. να του στήσει ενέδρα και να το χτυπήσει. Ήδη ένα μήνα πριν, δηλ.στις 24 Ιουνίου 1948 στη μάχη της Ζαχάρως οι αντάρτες αντιμετώπισαν σθεναρή αντίσταση από ένα τάγμα κυβερνητικού Στρατού και αυτό σίγουρα βάρυνε στην κρίση τους. Έτσι το βράδυ της 22ας Ιουλίου 1948 προς το πρωί της 23ης του μηνός, που το 617 Τ.Π. στάθμευσε στη Μονή Βλασίας, σε μια σύσκεψη που έγινε μεταξύ των επιτελών του Δ.Σ.Ε. βεβιασμένα πάρθηκε η απόφαση να το χτυπήσουν. Στη σύσκεψη αυτή που έγινε στο Αρχηγείο Πελοποννήσου υπό το Διοικητή Στεφ. Γκιουζέλη, παρουσίασε το σχέδιο μάχης ο επιτελάρχης του Δ.Σ. της Πελοποννήσου αντισυνταγματάρχης Κ. Κανελλόπουλος (πρώην κάτοικος Βλασίας) και συμμετείχαν ο επίσης αντισυνταγματάρχης Σαρρήγιαννης (Σαρρής Γιάννης) οι Ταγματάρχες Πέρδικας (Γιαννακούρας Μήτσος) και Κώστας Βρετάκος και οι διοικητές των λόχων. Αν και λόγω του περιορισμένου χρόνου που διέθετε ο Δ.Σ.Ε. για να συγκεντρώσει αρκετές δυνάμεις, οι αξιωματικοί αυτοί αποφάσισαν, μετά την επιμονή των Γκιουζέλη και Κανελλόπουλου (κατά τον ανθυπολοχαγό Κ. Παπακωνσταντίνου) το χτύπημα του 617 Τ.Π. αισιοδοξώντας σε νίκη των ανταρτών, ιδιαίτερα μετά τη νίκη τους στη Χαλανδρίτσα. Το χάραμα στις 4.30 της 23.7.48 οι αντάρτες χτυπούν το Σταθμό Διοίκησης του 617 Τ.Π. που εδρεύει στη μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας, η οποία όμως είναι περιτοιχισμένη από υψηλό μαντρότοιχο και αποτελεί βασικό μειονέκτημα για τους επιτιθέμενους. Πάντως, όπως είχε τονισθεί στη σύσκεψη ακόμα και σε περίπτωση αποτυχίας, αυτή η επίθεση θα αποτελούσε μάχη αντιπερισπασμού και μάλιστα επιτυχής στον αποφασιστικής σημασίας αγώνα του Δ.Σ.Ε. που διεξήγαγε στο Γράμμο. Παράλληλα με την επίθεση στο μοναστήρι, μια ακόμα επιθετική ενέργεια των ανταρτών εξελίσσεται στο κεφαλοχώρι της Κάτω Βλασίας. Οι αντάρτες που καιροφυλακτούσαν στη δασώδη περιοχή είχαν βρει την ευκαιρία που ζητούσαν, και μάλιστα από απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων. Όμως το τάγμα του Δρακουλαράκου που διανυκτερεύει στη Βλασία δεν αιφνιδιάστηκε, διότι λίγα λεπτά πριν την επίθεση έπεσαν πυροβολισμοί στο χώρο του μοναστηριού όπου κοιμόταν ο λόχος Διοίκησης και έτσι χάθηκε το βασικό πλεονέκτημα των ανταρτών που ήταν ο αιφνιδιασμός. Επίσης είχε εκραγεί και μια παγιδευμένη υπό του στρατού χειροβομβίδα. Η μάχη άρχισε σκληρή. Η διλοχία του Στρατού που είχε εγκατασταθεί αμυντικά σε σπίτια της Κάτω Βλασίας εγκατέλειψε μετά από δύο ώρες τις θέσεις της, αλλά ένας σημαντικός αριθμός σταρτιωτών κατάφερε να φθάσει στο Μοναστήρι και να ανισχύσει τις θέσεις των αμυνομένων. Μάλιστα από τις 7 το πρωί ένα σμήνος μαχητικών αεροπλάνων παίρνει μέρος στη μάχη πολυβολώντας τους αντάρτες από πολύ ψηλά. Δεν κατέβαιναν κάτω από τα 800 μέτρα τα αερπλάνα γιατί από την πλευρά τους οι αντάρτες τα αντιμετώπιζαν με καταιγιστικά πυρά από το έδαφος, με ό,τι όπλα διέθεταν. Και αυτό το ήξεραν οι αεροπόροι. Έπειτα από τρεισήμισι ώρες οι έγκλειστοι στρατιώτες στη Μονή, άρχισαν να κάμπτονται ελλείψει πυρομαχικών. Οι αγωνιώδεις εκκλήσεις του Δρακουλαράκου προς τους πιλότους να τους κάνουν ρίψεις εφοδίων και οι διαμαρτυρίες τους προς τις διοικήσεις της Πάτρας και των Καλαβρύτων να του στείλουν ενισχύσεις με μηχανοκίνητα, έδειχναν την τραγική κατάσταση των αμυνομένων. Γι’ αυτό και η κατάσταση άλλαξε μόνον όταν με μια ριψοκίνδυνη και παράτολμη ρίψη τους οι αεροπόροι ενίσχυσαν με πολεμοφόδια που έπεσαν εντός της μονής του Αγ. Νικολάου, τους αμυνόμενους και αναπτέρωσαν το ηθικό τους έως τις 12.30 που έφθασαν ενισχύσεις μηχανικινήτων στρατού από τα Καλάβρυτα και μια διλοχία από το Κ.Β.Ε. Πάτρας. Τις οποίες οι αντάρτες δεν είχαν εφεδρικές δυνάμεις για να τις αντιμετωπίσουν και να τους δοθεί χρόνος για τη συνέχιση της μάχης στη Μονή. Έτσι με διαταγή του Κανελλόπουλου απεσύρθηκαν. Οι απώλειες των ανταρτών ήσαν 16 νεκροί και 32 τραυματίες εκ των οποίων βαριά ο αξιωματικός Πληροφοριών ανθυπ/γός του 2ου Τάγματος Τηλέμαχος Συρράκος. Μια ριπή πολυβόλου του έσπασε το πόδι. Ο κυβερνητικός στρατός είχε 10 νεκρούς και 45 τραυματίες. Γλίτωσε όμως την εξόντωση όπως είχε συμβεί με τη Χωροφυλακή στη Χαλανδρίτσα και το στρατό στα Καλάβρυτα. Και αυτό χάρη στους θαρραλέους αεροπόρους των οποίων τρία αεροπλάνα έπαθαν σημαντικές βλάβες από τα αντάρτικα πυρά, αλλά και στη συνεχή μετακίνηση και έξυπνη διάταξη των δυνάμεων του Ταγματάρχη Δρακουλαράκου. Σε κριτική που έγινε αργότερα στο χωριό Βελιμάχι για την επίθεση στη Βλασία, αυτή κρίθηκε θετική. Πάντως στο βιβλίο της Στρατιωτικής Διοίκησης Πελοποννήσου «Ο συμμοριτισμός στην Παλοπόννησο 1946-49» αναφέρονται 20 νεκροί από τους αντάρτες και δύο νεκροί από το στρατό. Τις επόμενες ημέρες πληροφορίες που δόθηκαν στον Τύπο της Πάτρας εκ μέρους του Στρατού, αναφέρονται σε εξωφρενικούς αριθμούς. Μιλούν για 152 νεκρούς αντάρτες και δύο νεκρούς από το στρατό, ενώ τις απώλειες των πρώτων τις ανεβάζουν ακόμα και σε 200 νεκρούς. Ειδικώτερα αναφέρονται τούτα: «Το μεσονύκτιον της Πέμπτης προς την Παρασκευήν ηκούσθη έκρηξις χειβομβίδος επί του υψώματος Ερύμανθος το οποίον είχε παγιδευθεί υπό στρατιωτικού τμήματος δια χειροβομβίδων. Αμέσως εδόθη το σύνθημα του συναγερμού, διότι ήτο προφανές πλέον ότι εκεί ευρίσκοντο αντάρται. Περί την 3.30 πρωϊνήν της Παρασκευής ο Διοικητής του Τάγματος ετέθη επί κεφαλής περιπόλου και εξήλθε προς ανίχνευσιν πέραν του υψώματος της μονής Αγίου Νικολάου, όπου όμως εδέχθη ριπάς αυτομάτων όπλων υπό των συμμοριτών. Η περίπολος ήρχισε να βάλλη, συμπτυσσομένη ταυτοχρόνως ίνα ενωθή μετά του λόχου της. Την 4.05 ακριβώς εξεδηλώθη λυσσώδης επίθεσις κατά του υψώματος Αγίου Νικολάου εξ αποστάσεως 20-30 μέτρων, δεδομένου ότι λόγω του δασώδους της περιοχής οι συμμορίται είχον κατορθώσει να πλησιάσουν πολύ (…)».

Πριν την επίθεση ο Βρεττάκος στην ημερήσια διαταγή του προς τους αντάρτες τονίζει: «Το τάγμα αυτό το έχουμε χτυπήσει δύο φορές και δεν μπορέσαμε να το τσακίσωμε. Τώρα πρέπεινα το διαλύσουμε. Η επίθεσις θ’ αρχίση στις 4.45 και πρέπει στις 5.45 να πέση το Μοναστήρι, όπου η διοίκησις του τάγματος, άλλως η επίθεσις εχάθηκε»…».

Ο Λάζαρης (σ. 223) αναφέρει: «… Έπρεπε συνεπώς το τάγμα του Δρακουλαράκου να συντριβεί ή τουλάχιστον να υποχρεωθεί σε αποχώρηση – και τη σχετική αποστολή ανέλαβε μια ισχυρή αντάρτικη δύναμη, όχι όμως τόσο ισχυρή όσο χρειαζόταν. Συγκεκριμένα την επίθεση κατά του εχθρού ανέλαβαν δύο λόχοι των ανταρτών υπό τον Ετεοκλή Δουμουλάκη και τον Βασ. Κωνσταντόπουλο ή Λύσανδρο, ενώ ένας τρίτος λόχος, υπό τον Κων/νο Παπακωνσταντίνου ή Μπελά, παρέμεινε στις εφεδρείες της διοίκησης, πού τη συγκροτούσαν ο Κων. Κανελλόπουλος, ο Σαρηγιάννης και ο ίδιος ο Στεφ. Γκιουζέλης. Η επίθεση άρχισε τα ξημερώματα και αιφνιδίασε το τάγμα του Δρακουλαράκου, το οποίο έσπευσε να εγκαταλείψει τις περισσότερες θέσεις του – ο κύριος ωστόσο όγκος του με επικεφαλής τον διοικητή του, κατόρθωσε να μπεί στο κοντινό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, το οποίο και μετέτρεψε σε απόρθητο φρούριο. Οι αντάρτες επιχείρησαν με επανειλημμένες εφόδους να καταλάβουν το μοναστήρι, όταν όμως επενέβη η εχθρική αεροπορία, υποχρεώθηκαν, για να μην εκτεθούν στους πολυβολισμούς της, να υποχωρήσουν […]. Οι απώλειες των ανταρτών στη μάχη της Βλασίας υπήρξαν σημαντικές. Οι νεκροί ήταν οπωσδήποτε λιγότεροι από 152, που ισχυρίζεται ο Κων. Καραλής[3], αλλά σαφώς περισσότεροι από 16, που ισχυρίζεται ο Αρ. Καμαρινός[4]. Ο αντίπαλος είχε υποστεί μικρότερες απώλειες – τουλάχιστον όμως 13 νεκρούς, όπως φανερώνουν άλλωστε οι ισάριθμοι τάφοι στρατιωτών, που βρίσκονται στο μοναστήρι[5]…».

Η μονή είχε μετόχι στα Αγιοβλασίτικα Δύμης, και στα κτήματα της μονής (πρώην κτήματα Σαήδ αγά) είχαν εγκατασταθεί μερικοί οι οποίοι τα επεξέτειναν σε βάρος δασικών εκτάσεων. Διασώζεται η οικία των μοναχών (το Καλογερικό) στη Σπαρτούλα (οικισμό στα Αγιοβλασίτικα). Είχε περιουσία, 18 ελαιόδντρα και ζώα στο Παυλόκαστρο. Στην εφημερίδα «Φωνή των Καλαβρύτων» αναφέρεται ότι ο εκ Βλασίας Κων/νος Αβραντινής που έμενε στην Πάτρα, προσέφερε 600.000 δραχμές «για να γίνει περιτοίχιση και διαμόρφωση του προαυλίου της ιεράς μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας. Το έργο χάρις στις σύντονες παροσπάθειες του καλού Ηγουμένου της Μονής π. Θεοδωρήτου Ζουρνά[;] ήδη εκτελέστηκε και μάλιστα με παραδοσιακή τοιχοποιΐα που κατασκεύασε ο τεχνίτης Θεόδωρος Στουρνάρας. Ο π. Θεοδώρητος με γράμμα του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Πάτρας «Πελοπόννησος» ευχαριστεί τον κ. Αβραντινή και τη σύζυγό του Χρύσα Αβραντινή. Στις ευχαριστίες τους προστίθενται και οι ευχαριστίες όλων των Βλασιωτών./ Γεώργιος Τσαπικούνης».

——————————————————————-

[1] Δημ. Παλαιολογόπουλος: Ο εμφύλιος πόλεμος στην επαρχία Καλαβρύτων 1946-1949.-Εκδόσεις Παρασκήνιο.

[2] Αλ. Τσιγκούνη: Ο Συμμοριτισμός στην Πελοπόννησο- Αθήνα 1961

[3] «Κων. Καραλή, ό.π., τ. Β΄».

[4] «Αρ. Καμαρινού, ό.π.».

[5] «Δημ. Παλαιολογόπουλου, ό.π.».

Σημείωση: Για τις πηγές και τη χρήση του παραπάνω κειμένου καθώς και όσων προηγήθηκαν, ισχύουν όσα στο πρώτο μέρος έχω αναφέρει. Για ευνόητους λόγους δεν αναγράφω επακριβώς εδώ τις πηγές και όχι από έλλειψη εκτίμησης στους πνευματικούς δημιουργούς.

Το πλήρες κείμενο παρατίθεται στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων»

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας (Μέρος Β΄.).

(Συνέχεια….)

Σε πίνακα εκποιηθέντων κτημάτων της μονής, με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1838, αναγράφονται από την επιτροπή οι αγροί με τα εξής στοιχεία κατά σειρά: ποτιστικός (π) ή ξερικός (ξ), θέση στην οποία βρίσκεται, έκταση σε στρέμματα και μέτρα, ποσό της ολικής εκτίμησης σε δραχμές, ποσό που προσφέρθηκε στη δημοπρασία για την αγορά σε δρχ., ονοματεπώνυμο αγοραστή και ονοματεπώνυμο εγγυητή και πληρωτή. 1. αγρός (π), Βρύσθα, 6 στρ. και 345 μέτρα, 190, 350, Βασίλειος ιερέας Πανάγου, Γ. Οικονομόπουλος. 2. αγρός (π), Αλμπόβρυσο, 6 στρ., 120, 130, Βασίλειος ιερέας Παναγ…, Γ. Οικονομόπουλος. 3. αγρός (π), Βαρικά, 1 στρ. και 804 μέτρα, 30, 40, Π. Νικολόπουλος, Θ. Θεοδωρόπουλος. 4. αγρός (π), Καλτεζιά, 960 μέτρα, 60, 150, Κ. Παπαδογιαννόπουλος, Κων. Τουφεξής. 5. αγρός (π), Καλτεζιά, 2 στρ. και 247 μέτρα, 120, 240, Κων. Τουφεξής, Ιωά. Δακόπουλος. 6. αγρός (π), Βουτά Σταύρου, 3 στρ. και 344 μέτρα, 120, 150, Παν. Νικολόπουλος, Θ. Θεοδωρόπουλος. 7. αγρός (π), Βουτά Καλαντζή, 3 στρ. και 622 μέτρα, 200, 210, Π. Νικολόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 8. αγρός (π), Βουτά Τζουρούλα, 3 στρ. και 450 μέτρα, 210, 260, Π. Νικολόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 9. αγρός (π), Βοϊδομάτι, 5 στρ. και 400 μέτρα, 230, 390, Χ. Μακροδημόπουλος, Λουκάς Κανελλόπουλος. 10. αγρός (π), Βοϊδομάτι, 1 στρ. και 957 μέτρα, 40, 50, Θ. Θεοδωρόπουλος, Π. Νικολόπουλος. 11. αγρός (π), Καλαντζή Βοϊδομάτι, 3 στρ., 55, 65, Θ. Θεοδωρόπουλος, Γ. Οικονομόπουλος. 12. αγρός (π), Βοϊδομάτι Γεωργίου, 6 στρ. και 537 μ., 230, 270, Γκολφινόπουλος Θεόδωρος, Βασίλειος Γ. Μαραγκού. 13. αγρός (ξ), Λάζους, 11 στρ. και 800 μ., 210, 220, Γεώργιος Οικονομόπουλος, Βασίλειος ιερεύς Πανάγου. 14. αγρός (ξ), Αλμπόβρυσιν, 4 στρ. και 790 μ., 60, 90, Γεώργιος Καραμεσίνης, Κωνστ. Παπαδογιακόπουλος. 15. αγρός (ξ), Βαρικά, 5 στρ. και 795 μ., 45, 60, Παναγιώτης Νικολόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 16. αγρός (ξ), Καλέτα, 1 στρ. και 350 μ., 25, 45, Ιω. Αντωνόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 17. αγρός (ξ), Χούρχουρη, 6 στρ. και 482 μ., 85, 165, Ιω. Αντωνόπουλος, Γ. Καραμεσίνης. 18. αγρός (ξ), Βρομονέρι, 4 στρ. και 10 μ., 60, 110, Κωνστ. Παπαδογιακόπουλος, Γ. Καραμεσίνης. Το ολικό ποσό εκτίμησης ήταν 2090 δρχ. και το ολικό ποσό προσφοράς 2995 δρχ. Την επομένη 26.6.1838 ο διοικητής Κυλληνίας διαβιβάζει το πρακτικό εκποίησης των κτημάτων που εκτέθηκαν σε δεύτερη δημοπρασία καθώς και αίτηση του Αναστασίου Μιχαλοπούλου προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματεία. Η αίτηση αυτή έχει ημερομηνία 18 Ιουνίου 1838, απευθύνεται στη διοίκηση Κυλληνίας και είναι δυσανάγνωστη.

Στις 16 Ιουνίου 1838 ο δήμαρχος Γ. Οικονομόπουλος πιστοποιεί ότι η κτηματική περιουσία του Γιάννου Στεριοπούλου δημότη του δήμου Βλασίας είναι αξίας 4.000 δρχ. Στις 29.9.1838 ο γραμματέας της επιτροπής γνωρίζει στον διοικητή Κυλληνίας ότι από τα εννέα πωλητήρια των εκποιηθέντων κτημάτων της μονής που στάλθηκαν στην επιτροπή, επικυρώθηκαν τα επτά τα οποία και επιστρέφει να τα επιδώσει στους ανήκοντες αγοραστές. Τα λοιπά δύο του Αναστασίου Μιχαλοπούλου και του Παναγ. Νικολοπούλου δεν επικυρώθηκαν, και για το πρώτο επικαλούνται την από 27 Ιουλίου διαταγή περιμένοντας σχετική απάντηση και για το δεύτερο γιατί δεν είχαν αναγραφεί πλήρη στοιχεία στην περιγραφή του κτήματος. Στις 29 Οκτωβρίου 1838 ο Διοικητής Κυναίθης ζητεί διευκρίνιση για τα μη εγκριθέντα πωλητήρια, την οποία δίδει η Γραμματεία των εκκλησιαστικών.

Στις 10 Ιανουαρίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης διαβιβάζει αίτηση από 2.1.1839, του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής Αγ. Νικολάου Βλασίας προς την επί των εκκλησιαστ. Γραμματεία να επιτραπεί ο διορισμός του δικηγόρου Χριστοδούλου Τζίνου για την εκδίκαση στο πρωτοδικείο Πατρών υπόθεσης με ιδιώτη που κατείχε μοναστηριακά κτήματα.

Σε άλλο έγγραφο το ηγουμενοσυμβούλιο της μονής περιγράφει προς τον διοικητή Κυναίθης τη διένεξη της μονής με τον κάτοικο των Πατρών Δημήτριο Κρίτζο στον οποίο είχαν ενοικιάσει κτήματα της μονής και ζητάει την άδεια να ορίσει δικηγόρο για την υπεράσπιση της υπόθεσης.

Η Γραμματεία στις 16 Ιανουαρίου 1839 απαντάει στην από 10.1.1839 αναφορά του διοικητή Κυναίθης ότι το ηγουμνοσυμβούλιο της μονής Αγίου Νικολάου δεν αρκεί να ζητάει την άδεια προς επιχείρησιν δίκης και να γνωστοποιεί το όνομα του δικηγόρου αλλά πρέπει να επισυνάψει στην αίτηση και αποδεικτικό τακτικού δικηγόρου ότι η δίκη δεν είναι προφανώς άνομος, άδικος και ανυποστήρικτος και τότε θα απαντήσει στην αίτηση.

Στις 25 Ιανουαρίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης στέλνει προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματεία αναφορά με τις αναγκαίες διορθώσεις στα πωλητήρια των Π. Νικολοπούλου και Αναστασίου Μιχαλοπούλου και ζητάει την επικύρωση αυτών. Το ηγουμενοσυμβούλιο της μονής στις 27.5.1839 γνωρίζει στην αρμοδία Γραμματεία επί των εκκλησιαστικών ότι όρισε αντιπρόσωπον τον Ιωνά για να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα. Με αναφορά του από 18.5.1839 ο διοικητής Κυναίθης γνωρίζει στην επι των εκκλησ. Γραμματεία ότι ο ένας εκ των μέσω της δημοπρασίας αγοραστών Χαράλαμπος Μακροδημόπουλος, υπαναχωρεί και παρά τις πολλές εκκλήσεις δεν πληρώνει τα χρήματα. Ζητείται η άδεια να ξανακάνουν δημοπρασία για το εν λόγω ακίνητο ή να τους υποδειχθεί τρόπος αντιμετώπισης του θέματος. Η επιτροπή με σημείωση πάνω στο ίδιο έγγραφο δίνει οδηγίες στον διοικητή Κυναίθης για επαναδημοπράτηση του αγρού αυτού και αποζημίωση της μονής από τον υπαναχωρήσαντα Μακροδημόπουλο και σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας του για αποζημίωση να προχωρήσουν σε κατάσχεση και πλειστηριασμό κτήματος αυτού.

Σε άλλο έγγραφο του Μαΐου 1839 αναφέρονται τα εξής: «Σημείωσις εξηγμένη εκ των καταστίχων της Μονής Αγίου Νικολάου, του β. Δεκάτου, το οποίον το Ταμείον της Μονής ταύτης επλήρωσεν εφ’ όλων των προϊόντων των κτημάτων της κατά τα έτη: 1836-1837 και 1838 εις το τότε εκκλησιαστικόν Ταμείον. Κατά το έτος 1836 επλήρωσεν δρχ. 70. Κατά το έτος 1837 επλήρωσεν δρχ. 50. Κατά το έτος 1838 επλήρωσεν δρχ. 40. Την 27 Μαΐου 1839/ Άγιος Νικόλαος/ Οι Σύμβουλοι/ Παρθένιος ηγούμενος/ Καλλίνικος/ Γρηγόριος». Φέρει δε το έγγραφο κυκλική σφραγίδα με το σχήμα του σταυρού στη μέση και κυκλικά αναγράφεται: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΝ ΚΥΝΑΙΘΗ.

Στις 28 Ιουνίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης στέλνει αναφορά στην Γραμματεία επί των εκκλησιαστικών με την οποία διαβιβάζει αναφορά του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής για την πιστοποίηση του δικηγόρου Πατρών Χ. Ξούκη.

Η αναφορά του ηγουμενοσυμβουλίου από 11 Ιουνίου 1839 προς την διοίκηση Κυναίθης αναφέρει τα εξής: «Προ της ελληνικής επαναστάσεως, η Μονή του Αγίου Νικολάου εις χωρίον Άγιον Βλάσιον Κυλληνίας δέδωκε δια των πατέρων αυτής εις εμφύτευσιν προς τον ποτέ Δημήτριον Κρίτσον παπατσήν Πατραίον μίαν άμπελον εκ στρεμμάτων ως έγγιστα πέντε κειμένην εντός του δήμου Πατρών εις θέσιν καλουμένην Μπουντοβάγια, επί συμφωνία του να δίδει προς την μονήν κατ’ έτος προς γρόσια είκοσι και οκάδας είκοσι και πέντε έλαιον. Η άμπελος αύτη έλαβε κατά καιρόν διαφόρους διακατόχους∙ νυν δε διακατέχεται παρά της Κωνσταντινιάς Ξυγκού, Σμαράϊδου Ξυγκού και συζύγου αυτής Αντωνίου Ηλιοπούλου κατοίκου Πατρών. Οι διακάτοχοι αυτής δέδωκαν μέχρι της επαναστάσεως τον ετήσιον κανόνα, ως άνωθεν, αλλ’ από την επανάστασιν και ήδη ηρνήθησαν την απόδοσιν του αναντιρρήτου τούτου χρέους των ιδιοποιούντες αυτήν και ούτως η Μονή υστερείται αρκετά. Διά ταύτα λοιπόν και επειδή κατά τον 8ον Νόμον της Βιβλ. Γ. Τίτλ. Δ΄ της Εξαβίβλου Αρμενοπούλου, η Μονή χαίρει δια την έλλειψιν τοσούτων χρόνων του συμφωνηθέντος κανόνος του δικαιώματός της να ζητήση ου μόνον τα άχρι σήμερον καθυστερούμενά της δικαιώματα, αλλά και την επιστροφήν της διαληφθείσης αμπέλου, ήδη αποκατασταθείσης αγρού, από τους διαληφθέντας τελευταίους διακατόχους και την εγκατάστασίν της εις αυτήν, το οποίον και είναι πλέον σύμφορον δια την Μονήν. Και επειδή ο υποφαινόμενος προϊστάμενος αυτής, ταύτην αγωγήν δεν δύναται κατά το από 12(24) Μαΐου 1835 Β. Διάταγμα να κινήση, χωρίς προλαβόντως να του δοθή η άδεια του παρίστασθαι επί δικαστηρίου και του να διορίση δικηγόρον τινά προς υπεράσπισιν των δικαιωμάτων της διαληφθήσης Μονής. Διά ταύτα εγκλείων και αποδεικτικόν του κυρίου Χ. Ξούκη Δικηγόρου παρά τοις εν Πάτραις Δικαστηρίου περί του ότι η προκειμένη δίκη δεν είναι άδικος∙ παρακαλεί την Σ. ταύτην Διοίκησιν όπως ευαρεστηθή να αναφέρη ταύτα όθεν δεί δια να τω δοθή η απαιτουμένη άδεια του παρίστασθαι επί Δικαστηρίου δια την διαληφθείσαν υπόθεσιν και να διορισθή προς διεξαγωγήν της δίκης ταύτης πληρεξούσιος της Μονής ο διαληφθείς Δικηγόρος Κύριος Χριστόδουλος Ξούκης∙ και υποσημειούμαι με το ανήκον σέβας./ Εν Αγίω Βλασίω την 11 Ιουνίου 1839/ ο ευπειθέστατος./ Παρθένιος ηγούμενος./ Σύμβουλοι Καλλίνικος/ Γρηγόριος». Επισυνάπτεται πιστοποίηση με ημερομηνία 10.6.1839 του δικηγόρου Ξούκη ότι «η δίκη… δεν είναι προφανώς άλογος, άδικος και ανυποστήρικτος».

Η επιτροπή με ημερομηνία 4.7.1839 προς τον ηγούμενο της μονής Αγίου Νικολάου δίδει την άδεια για έναρξη δικαστικού αγώνα μεταξύ της Μονής και των αντιδίκων αυτής, καθώς και για τον διορισμό του Χριστόφορου Ζούκη ως δικηγόρου της Μονής. Στις 11.7.1839 ο διοικητής Κυναίθης με έγγραφο ορίζει τα του αναπλειστηριασμού. Στη συνέχεια και από πρακτικό που επισυνάπτεται προκύπτει ότι στις 25 και 26 Ιουλίου 1837 έγινε δημοπρασία αλλά δεν υπήρξε προσφορά και στις 27.7.1839 προσέφεραν: ο Νικολίνος(;) Α. Ζαήμης (;) δρχ. 250, ο Θεόδωρος Θεοδωρόπουλος 270 δρχ., ο Χαράλ. Μακροδημητρόπουλος 280 δρχ. και τέλος ο Θεόδωρος Θεοδωρόπουλος 290 δρχ. Έτσι πλειοδότρια ήταν η τελευταία. Στις 29 Ιουλίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης αναφέρει στην επί των Εκκλησιαστ. Γραμματεία ότι έγινε αναπλειστηριασμός του ακινήτου για το οποίο υπαναχώρησε ο Μακροδημόπουλος αλλά η τιμή που επιτεύχθηκε ήταν κατά 100 δραχμές μικρότερη της προηγούμενης δημοπρασίας. Επισυνάπτει το πρακτικό της επαναδημοπράτισης και ζητάει την έγκριση της επιτροπής. Στις 29 Αυγούστου η Γραμματεία εγκρίνει το πρακτικό του αναπλειστηριασμού και ορίζει να πληρώσει ο Μακροδημητρόπουλος τους τόκους και τη διαφορά τιμής. Στη συνέχεια υποβάλλεται και εγκρίνεται το πωλητήριο στις 27.9.1839. Στη συνέχεια η μονή διαβιβάζει ομολογίες χρεωστών της στη διοίκηση Κυναίθης και στη συνέχεια στην αρμοδία Γραμματεία η οποία επιστρέφει τις ομολογίες και συστήνει να κινηθεί η μονή δικαστικά κάνοντας όλες τις απαραίτητες ενέργειες μέσω δικηγόρου και σχετικών αδειών και εγκρίσεων που πρέπει να της δοθούν.

Από έγγραφο του οικονομικού εφόρου Καλαβρύτων, που συντάχθηκε στα Καλάβρυτα στις 2 Αυγούστου του 1852 και απευθύνεται στο υπουργείο των εκκλησιαστικών προκύπτει ότι το μοναστήρι διεκδικούσε εκτάσεις σε θέσεις που κατονομάζονται και που κατά τον προϊστάμενο της επαρχίας ανήκουν στο δημόσιο και μάλιστα η μονή στρεφόταν κατά ποιμένων, υλοτόμων κ.λ χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα. Ο υπουργός έδωσε εντολή στον νομάρχη στις 12.81852 να καλέσει τη μονή να παρουσιάσει τους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων στις θέσεις που αναφέρονται στο έγγραφο. Στις 29.9.1852 γίνεται νέα υπόμνηση από το υπουργείο προς το νομάρχη Αχαΐας και Ήλιδος αφού μέχρι τότε δεν υπήρχε απάντηση με τα στοιχεία που ζητούσε το υπουργείο. Στις 11.9.1858 ο νομάρχης υποβάλλει στο υπουργείο αναφορά του δημάρχου Λαπαθών με τις ζητούμενες πληροφορίες.

Η αναφορά του δημάρχου Λαπαθών Καραμεσίνη έχει συνταχθεί στις 6.9.1832 και απευθύνεται στον έπαρχο Καλαβρύτων. Είναι δυσανάγνωστη και αναφέρει ότι τις αναφερόμενες θέσεις κατείχε η μονή πριν την Επανάσταση και οι μοναχοί καταδιώκουν τους βοσκούς και ποιμένες διότι μεταξύ των δασικών εκτάσεων που ανήκουν στο δημόσιο μετά την επανάσταση, υπάρχουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις της μονής όπως στη θέση Φλωσκούνη όπου έχει περί τα 4 στρέμματα στην κυριότητά της με έγγραφα.

Το υπουργείο των εκκλησιαστικών έστειλε το εξής έγγραφο στη μονή Αγ. Νικολάου: «Εν Αθήναις τη 25 Σεπτεμβρίου 1852./ Προς Πανοσιώτατον ηγούμενον της εν Καλαβρύτοις διατηρουμένης μονής του Αγίου Νικολάου και τους περί αυτού Συμβούλους./ Περί αντιποιήσεως Εθνικών τινων/ κτημάτων ως μοναστηριακών./ Κατηγγέλθητε ότιαντιποιείσθε τας εθνικάς θέσεις Φλωσκούνι, Καλλιφώνι, Σκαφίδια, Μπούγα, διάσελον Παντάσια, Γργορ… της Κουνσουλόβρυσης ως ανηκούσας δήθεν εις την μονήν της οποίας προΐστασθε, και ότι κατά συνέπειαν φορολογείτε και ενάγετε ενώπιον των Δικαστηρίων διαφόρους ποιμένας, υλοτόμους κ.λ. λαμβάνοντες τα δικαιώματα τα ανήκοντα εις το Δημόσιον. Επειδή εάν μεν αντιποιείσθε τα αλλότρια, εκείνα τουτέστι τα οποία εις την Μονήν Σας δεν ανήκουσι, ενεργείτε πράξιν καταδιώξιμον και τιμωρητέαν∙ εάν δε δυνάμει τίτλων δύνασθε να αποδείξετε ότι δεν αντιποιείσθε, αλλ’ αντέχεσθε της ιδιοκτησίας της ανηκούσης εις την Μονήν Σας, έχετε δικαίωμα εις υπεράσπισην νόμιμον, δια ταύτα, δια να γνωρίσωμεν το βάσιμον ή μη της άνω καταγγελίας, έχομεν ανάγκην να Μας πληροφορήσετε άνευ της ελαχίστης αναβολής, άμα λαβόντες την παρούσαν, περί των εφεξής. Εάν έχετε υμείς σήμερον, και εάν τίνος χρόνου έχετε την αδιαφιλονίκητον κατοχήν των προμνησθεισών θέσεων, αίτινες παριστώνται ως εθνικαί. Και β΄, Διά τίνων τίτλων αποδεικνύετε την επ’ αυτών των θέσεων ιδιοκτησίαν της Μονής. Μετά των πληροφοριών δε τούτων, όσον […] ευκρινώς και σαφώς εκτεθεισομένων, Σας προσκαλούμε να μας υποβάλετε και αντίγραφα επικυρωμένα των παρά τη υμετέρα μονή σωζομένων εγγράφων της ιδιοκτησίας. Την περί ταύτα απάντησίν σας περιμένομεν εντός δύο εβδομάδων, το βραδύτερον, από της παραλαβής της παρούσης./Ο υπουργός [υπογραφές]».

Στις 6.10.1852 το υπουργείο επανέρχεται και δίδει πρόσθετη οκταήμερη προθεσμία στη μονή για να απαντήσει. Ακολουθεί η παρακάτω απάντση της Μονής: «Εν τη Μονή Αγίου Νικολάου/ την 10η Οκτωβρίου 1852/ Προς το επί των εκκλησιαστικών και της Δημοσίου εκπαιδεύσεως Σ. Υπουργείον./ Κατά συνέπειαν της υπ.αριθ. 4194. 4247/2990 διαταγής του Σ. τούτου υπουργείου προς την Μονήν, πληροφορούμε αυτό ως εφεξής./ Τα περιγραφόμενα εις το εσώκλειστον εν αντιγράφω πιστοποιητικόν των κατοίκων Βλασίας όρη και δάση, κατέχει η Μονή προ αμνημονεύτων χρόνων και επί Τουρκοκρατίας εισέτι ως ιδιοκτησίαν της και τα οποία ηγόρασε εκ της Οθωμανικής Πύλης, εκδοθέντων περί της αγοραπωλησίας ταύτης των τακτικών εγγράφων, τα οποία ευρίσκοντο εις την Μονήν προ της ανεξαρτησίας της Ελλάδος. […] εν καιρώ επαναστάση ένεκεν των Οθωμανικών και εμφυλίων σπαραγμών, όταν απώλεσαν άπαντες οι Έλληνες παν ότι είχον απωλέσθησαν και οι τίτλοι της ιδιοκτησίας της. […] τούτο και οι εν τω πιστοποιητικώ εμφαινόμενοι κάτοικοι βεβαιούν την αδιαφιλονίκητον κατοχήν και κυριότητα, την οποίαν η Μονή έχει επί των ορέων αυτών και δασών, και το οποίον πιστοποιητικόν υποβάλλομεν εν αντιγράφω εις το υπουργείον προς απόδειξιν των εκτεθέντων εις την παρούσαν μας./ Εκτός τούτου εντός των περιγραφέντων εν τω πιστοποιητικώ τούτο ορίων κείται και η Μονή και οι αγροί αυτης, εξ’ ών αναλαμβάνουν οι εν αυτή πατέρες τους δημητριακούς καρπούς προς διατροφήν των./ Ουδείς άλλος των κατοίκων δύναται να αρνηθή την κυριότητα και κατοχήν την οποίαν προ αιώνων έχει η Μονή εις τα’ αναφερόμενα όρη και δάση, ειμή τινές απονενοημένοι, αίτινες θέλοντες να βόσκωσιν τα ζώα των δωρεάν εις τα μέρη ταύτα, αναφέρονται οσημέραι εις το επί των οικονομικών υπουργείον και φροντίζουν [… 2 λέξεις] να θεωρηθούν ως εθνικαί./ Μακράν ούτως να πιστεύσωμε, ότι το υπουργείον θέλλη παραδεχθή τας τοιαύτας ψευδείς και […] αναφοράς, είμεθα πλέον παρά βέβαιοι, ότι θέλει απορρίψει ταύτας ως […2-3 λ.] καθόσον τα περιγραφόμενα όρη και δάση θεωρούμε ως πλήρη και αναφαίρετη ιδιοκτησίαν της Μονής./ Υποσημειούμεθα/ ευσεβάστως/ ευπειθέστατοι/ Ο Ηγούμενος/ Παρθένιος ιερομόναχος./ Το Συμβούλιον/ Καλλίνικος ιερομόναχος/ Δανιήλ ιερομόναχος.».

Ακολουθεί το εξής δυσανάγνωστο πιστοποιητικό έγγραφο: «Οι υπογεγραμμένοι κάτοικοι γέροντες του χωρίου Αγίου Βλάση του ομωνύμου Δήμου πιστοποιούμεν εν βάρει συνοδείας ως και θεμιτής και χρείας τυχούσης μεθ’ όρκου τα εξής. 1ον. Ότι το όριον Καλλιφώνιον και Φλουσκούνιον περιέχουν δάσος και θερινά λειβάδια δύοπερίπου χιλιάδων προβάτων και συνορεύοντα με ράχην κερασιάς, Κόκκινον βράχον, ψεύτην, όριον Καλλιφωνίας βράχον αντίκρυ Κρύας Βρύσης, όρη Λεχουρίου καθώς ρέουσιν τα βρόχινα ύδατα, Ράχην Φλουσκουνιάς Γλυγορνόνμη Χαρκοσκάλαν, με την Μονήν Αγίου Νικολάου και αλωνίων της ήσαν ανέκαθε προ αμνημονεύτων χρόνων υπό την κατοχήν και κυριότητα της Μονής του αγίου Νικολάου, τόσον επί τουρκοκρατίας όσον και επί βασιλείας. 2ον. Ότι και άλλοτε κατ΄αίτησιν των ιερομονάχων της Μονής Αγίου Νικολάου επιστοποιήσαμεν ταύτα καίτοι ως εν παντί καιρώ και όπως δυνάμεθα να ομολογήσωμεν μεθ’ όρκου. Εις πίστωσιν των ανωτέρω δίδομεν το παρόν μας εις χείρας του καθηγουμένου Παπαπαρθενίου κατ’ αίτησίν του δια να του χρησιμεύση όθεν ανήκει./ Εν Βλασία τη […] 1848. Αποστόλης ιερεύς Σακελλάριος/ Μ. Νικολόπουλος/ Κανέλος ιερεύς Οικονόμος/ Μ. ιερεύς Σακελλάριος/ Νικόλαος Δημακόπουλος/ Α. Ντζόρτζης/ Ιωάννης Ρουμελιώτης. Γ. Καραμεσίνης/ Ν. Καραμεσίνης. Γ. Κυριαζόπουλος/ Δημήτριος Καρπής/ Στάθης Καρκλάς(;) δι εμού Μ. Νικολοπούλου. […]/ Νικόλαος Δημακόπουλος/ Μίχος ….ταζακόπουλος δι εμού του […]/ Κ. Αναγνωστόπουλος/ Γ. Καραμεσίνης/ Αντώνης Θεοδώρου/ Αποστόλης Μ. Θεοδωρόπουλος/ Κωνσταντής Παπασταθούρος/Ν. Πολυζώης δι εμού Καλλινίκου ιερομονάχου/ Δ. Λιάσκος δι εμού Δ. ιερομονάχου/ Κωνσταντίνος Δ. Ντουφεξής δι εμού […]/ Γιάννης Λάπας δι εμού Δημακόπουλου/ Παναγιώτης Καλαντζής και Θεόδωρος […] δι εμού/ Ν. Καραμεσίνης/ Βασίλειος Μπάκος δι εμού Π. Νικολοόπουλου/ Γιάννης Στάγγος/ Ιωάννης Δημόπουλος/ Επικυρούται το γνήσιο…. Ο Δημαρχεύων πάρεδρος του δήμου Βλασίας/ /Τ.Σ/ Α. Μιχαλόπουλος».

Στη συνέχεια έγγραφο συνταχθέν στην Αθήνα από το υπουργείο των Οικονομικών με ημερομηνία 27.10.1852 αναφέρεται σε κτήματα της μονής Αγίου Νικολάου για τα οποία έχουν χαθεί οι τίτλοι ιδιοκτησίας και λέγει ότι η κυριότητα μπορεί να αποδειχθεί με μάρτυρες κ.λ. Στις 3.1.1853 το υπουργείο Οικονομικών στέλνει έγγραφο στο υπουργείο εκκλησιαστικών για τα κτήματα του Μ. Σπηλαίου. Στις 12.1.1853 το υπουργείο των εκκλησιαστικών στέλνει στο υπουργείο των οικονομικών διευκρινήσεις ότι τα κτήματα είναι της μονής Αγίου Νικολάου και όχι του Μ. Σπηλαίου και με το ίδιο έγγραφο προτρέπει τους πατέρες της μονής να προσκομίσουν τους ζητηθέντες τίτλους ιδιοκτησία των κτημάτων, η να προσφύγουν, ακολουθούντες τη σχετική διαδικασία, κατά του δημοσίου για να δικαιωθούν για όσα δεν έχουν τίτλους και τα θεωρούν ιδιοκτησία της μονής .

Το έτος 1835 η Μονή Αγ. Νικολάου είχε 8 μοναχούς και ανήκε στον δήμο Βλασίας. Αναφέρεται η Μονή σε πίνακες με τα διατηρούμενα μοναστήρια στο νομό Αχαΐας και Ήλιδος (Βλασία, Δήμου Λαπαθών) κατά τον καιρό της εκδόσεως του περί μοναστηρίων Β.Δ. 25/9/1833 και κατά τις στατιστικές σημειώσεις της Ιεράς Συνόδου που συνέλεξε με υπουργική πρόσκληση στις 17.10.1857. Αναφέρεται στην αρχική σύσταση της κοινότητας Κάτω Βλασίας με το Β.Δ. 1 8/8/1912 (ΦΕΚ 256/Α/28-8-1912.

Αναφέρονται σε κατάσταση, ως ανήκοντες στη Μ. Αγίου Νικολάου οι παρακάτω μοναχοί ή ιερομόναχοι κ.λ.: Τουφεκζιόγλους Γρηγόριος, Λαζόπουλος Δαμασκηνός, Πριρόπουλος Καλλίνικος, Λασκόπουλος Νεκτάριος, Παπαπαναγόπουλος Παρθένιος, Κακοδήμος Παγκράτιος, Ζαφειρόπουλος Παρθένιος, Βασιλόπουλος Χριστόφορος, για τους οποίους βλ. αντίστ. λ. Οι μοναχοί του τα έτη: 1879, 1889, 1896, 1907, 1920, 1928, 1940, 1951, 1961, 1971, 1981, 1991, 2001 ήσαν αντίστοιχα: 13, 27, -, 16, 7, -, 6, 3, 2, 2, 2, 1, -. Ο Νικ. Βέης συνέταξε το 1902 (;) τους καταλόγους των χειρογράφων της μονής Αγίου Νικολάου του δήμου Λαπαθών . Από το ΦΕΚ 322/15.11.1891 προκύπτει ότι η συνδρομή της μονής Αγίου Νικολάου Λαπαθών υπέρ του ταμείου της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ήταν 273 δραχμές. Στο ΦΕΚ. 65/13.4.1898 αναφέρεται ότι η μονή συνεισέφερε υπέρ της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως 107 δρχ. Στο ΦΕΚ. 68/16.4.1898 αναφέρεται ότι η μονή συνεισέφερε υπέρ του κηρύγματος του θείου λόγου 64 δρχ. Από το ΦΕΚ. 38/22.2.1902 προκύπτει ότι η εισφορά της μονής υπέρ της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως για το έτος 1902 ήταν 88 δραχ. ενώ τα έσοδα τα υποκείμενα σε εισφορά 6920 δραχ.

Η μονή Αγίου Νικολάου συνεισέφερε για τη στοιχειώδη εκπαίδευση για το διάστημα 1895 – 1913 κατ’ έτος τα εξής ποσά αντίστοιχα: το 1895, 250 δρχ. το 1896, 166 δρχ. το 1901, 90 δρχ. το 1904, 92 δρχ. το 1907, 85 δρχ το 1910, 72 δρχ. το 1913, 73 δρχ. (Μούρτζης, σ. 269).Το 1896 ηγούμενος της μονής ήταν ο Παρθένιος Καστανάς (βλ. λ.). Με Β. Δ. από 21.9.1909 (ΦΕΚ. 221/Α/30.9.1909) δίδεται άδεια στο ηγουμενοσυμβούλιο της μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας να παραχωρήσει για εμφύτευση κτήματα στη Μυρτιόλακκα του Ριόλου του δήμου Δύμης. Με Β. Δ. από 15.12.1909 (ΦΕΚ. 303/Α/21.12.1909) εγκρίνεται η εκποίηση κτημάτων της μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας στο χωριό Μπρακουμάδι μιάς σταφιδαμπέλου εκτάσεως 12 στρεμ. και 200 τετραγ. μέτρων και ετέρου αγρού στην ίδια θέση και συνεχομένου της σταφιδαμπέλου.

Από το οδοιπορικό βιβλίο: Άνω Βλασία απ’ τα έλατα βγαλμένη αντιγράφω τον παρακάτω θρύλο: «Στα χρόνια της τουρκοκρατίας ο τοπικός αγάς έκλεψε όλα τα πρόβατα της μονής και τα κατέβασε στο Κατάκολο για να τα πουλήσει στα απέναντι νησιά. Όμως το πλοίο με τα κλεμμένα δεν έφευγε από την ακτή, οπότε ο καπετάνιος που γνώριζε από θαύματα ρώτησε αν τα ζώα είναι βακούφικα (μοναστηριακά δηλαδή), οπότε και θα έπρεπε να βγούν έξω για να μπορέσει να φύγει το πλοίο. Αυτό και έγινε και το ποίο απέπλευσε αφούβγήκε και η τελευταία κλεμένη προβατίνα από το μοναστήρι της Βλασίας. Το κοπάδι, μαζί με μία σκύλα που το είχε ακολουθήσει ως τη θάλασσα, πήρε τους δρόμους οδηγούμενο από μια σκοτεινή ανδρική μορφή. Το επόμενο πρωί οι καλόγεροι που είχαν ήδη δεηθεί στον Άγιο Νικόλαο για την επιστροφή των ζώων, είδαν το κοπάδι να κοιμάται έξω από την μάντρα της μονής μαζί με το σκυλί. Το θαύμα είχε γίνει και ο κλέφτης αγάς, εντυπωσιασμένος από τη δύναμη του θαλασσινού αγίου, δώρισε στη μονή ένα ασημένιο καντήλι με ένα καραβάκι κρεμασμένο επάνω του. Σήμερα το καραβάκι βρίσκεται κρεμασμένο πάνω στην ιερή πύλη».

(Συνεχίζεται…).

Σημείωση: ισχύουν όσα στο πρώτο μέρος αναφέρθηκαν, για τη χρήση του παρόντος και τις πηγές του.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας (Μέρος Α΄.).

Η Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας, όπως έχει καταγραφεί στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων».

Αγίου Νικολάου μονή: (Βλασίας), ανδρικό μοναστήρι κοντά και πάνω από το χωριό Βλασία της επαρχίας Καλαβρύτων του νομού Αχαΐας. Εξαρτάται από τη μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

Η Μονή του Αγίου Νικολάου είναι χτισμένη σε βουνό κωνοειδές κατάφυτο από έλατα, ανάμεσα στα γύρω βουνά: Αγγελόκαστρο, Χαρκοσκάλα και Καλλίφωνοι, σε υψόμετρο 1180 μέτρα και σε θέση που σύμφωνα με την παράδοση είδε στον ύπνο του ο ιδρυτής μοναχός. Ιδρύθηκε από τον ένα εκ των τριών Πελοποννησίων μοναχών που κατά τον 7ο μ. Χ. αιώνα ξεκίνησαν από το Άγιο Όρος και πήγαν στα Καλάβρυτα. Εκεί ο ένας έχτισε την Μονή του Αγίου Αθανασίου στα Φίλια Καλαβρύτων, ο άλλος την Μονή του Αγίου Αλεξίου στην Αγία Λαύρα και ο τρίτος την Μονή του Αγίου Νικολάου στην Βλασία.

Αρχικά το μοναστήρι κτίστηκε σε απόκεντρο χώρο μέσα στο δάσος αλλά έπεσε ο τοίχος και τα διάφορα υλικά βρέθηκαν στη θέση όπου υπάρχει σήμερα το μοναστήρι. Το μοναστήρι καταστράφηκε τρεις φορές αλλά έζησε και μέρες δόξας έχοντας περί τους 100 μοναχούς. Τόσο το επιβλητικό τοπίο, όσο και η ιστορία του αλλά και ο πλούτος του σε ιερά κειμήλια το έχουν καταστήσει τόπο ανάτασης της ψυχής του επισκέπτη.

Δυτικά του μοναστηριού τρέχουν τα κρυστάλλινα νερά της «καλογερόβρυσης» και στα ανατολικά του μοναστηριού πάνω στο δρόμο Πατρών – Καλαβρύτων υπάρχει το Μετόχι με τα αιωνόβια πλατάνια, την βραστή γίδα και με το Ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και τα προσκυνητάρια του Αγίου Νικολάου. Εκεί υπάρχει και οικισμός όπου 60 περίπου οικίσκοι της μονής ενοικιάζονται στους επισκέπτες.

Σήμερα το μοναστήρι αυτό, μετά την αποχώρηση για λόγους υγείας της γυναικείας αδελφότητος, διοικείται από επιτροπή κληρικών και λαϊκών, η οποία μεριμνά για την μονή, τα συμφέροντά της και την πνευματική πρόοδό της (Τζώρτζη: Γκέρμπεσι…).

Στους λόφους Χαρκόσκαλα και Αγγελόκαστρο παλαιά υπήρχαν τείχη προς φύλαξη της μονής αλλά και ίχνη αρχαίας κατοικίας δείγμα ότι εκεί ίσως υπήρχαν πολίχνες κατά την αρχαιότητα. Το 1885 ανακαινίσθηκε εκ βάθρων ο ναός και τα κελιά. Εντός της μονής σώζεται αρχαίος ναός.

Το 1906 προηγούμενος της μονής ήταν ο Δανιήλ Μιχόπουλος. Άλλος προηγούμενος, ο Παρθένιος ο οποίος εφονεύθη, μερίμνησε για την κατασκευή δεξαμενής προς διοχέτευση των ομβρίων υδάτων για την ύδρευση των μοναχών, αλλά και για την κατασκευή σταύλων, δρόμων κ. λ.

Η σφραγίδα της μονής είχε το 1906 την επιγραφή «Άγιος Νικολάου Κυναίθης». Είχε την ίδια εποχή ιερά λείψανα 40 Αγίων μέσα σε χρυσά κιβωτίδια, τα οποία είχαν σταλεί εκεί από βασιλικά Βυζαντινά πρόσωπα. Είχε τρία μετόχια: στη Βλασία, στο Ριόλο και στην Αχαϊά. Ηγούμενος αυτής το 1906 ήταν ο Ιάκωβος Λαμπίρης, προηγούμενοι δε οι Νικόδημος Κοσκέρας, Αμβρόσιος Γεωργίου και Δανιήλ Μιχόπουλος, όλοι από τη Βλασία . Το καθολικό του ανακαινίστηκε το 1892 . Μετά από πολλές καταστροφές, δυστυχώς διασώθηκαν και φυλάσσονται λιγοστά κειμήλια. Μεταξύ αυτών μια εικόνα του Αγίου Νικολάου, του έτους 1115, η οποία επισκευάστηκε το 1739, όπως αναφέρει σχετική επιγραφή. Η επιγραφή προς τα κάτω και αριστερά: ΑΨΛΘ΄. ανακενουργώθη, δεικνύει ότι αυτή έχει ανακαινισθεί.

Η μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας είχε επί τελευταίας Ενετοκρατίας 18 ρίζες ελιές στο Παυλόκαστρο. Αναγράφεται στα Δικαιοπρακτικά έγγραφα. (Τσελίκας) με αριθμό 83 που συντάχθηκε στις 30/10/1781 στην Χαλανδρίτσα και αναφέρεται σε ανταλλαγή ελαιοδέντρων (27 ρίζες) που είχε στη Χαλανδρίτσα, και με αριθμό 95 που συντάχθηκε στις 31/3/1789 στη Βοστίτζα και αναφέρεται στην αφιέρωση αγρών και σαν σημείωση αναγράφεται: «σας παρακαλώ με τον ερχομόν σας να λάβετε καλοσίνη να μας φέρετε / γαλατόχορτο από τον Άγιον Βλάσιον τον Άγιον Νικόλαον». Ο Κ. Ντόκος (Η εν Πελοποννήσω εκκλ. περιουσία κατά την Β΄ Ενετοκρατία) αναφέρει: «Μαναστίρι Αγιος Νικόλαος/ <έχει>χόράφια κούβελιών διακοσίων αμπέλια εις την Κούτελη τριάντα ξινάρια και εις τον Άγιον Βλάσιων αμπελια πένηντα σπίτι ένα. εις την Χαλαντρίτζα ελιές 150». Αναγράφεται σε Λογαριασμό σύναξης χρημάτων από μοναστηριακό έρανο, που αποδίδει ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος (ή Παπαδάκης) και έχει ημερομηνία 14 Απριλίου 1822. Εκεί φαίνεται ότι από τον Άγιο Νικόλαον εις Άγιον Βλάσην (εσυνάχθησαν) γρόσια 500.

Αναφέρεται σε νομοκανονικό χειρόγραφο της Μονής Βλαχέρνας το οποίο φαίνεται να έχει γραφεί το έτος 1733 και το οποίο μεταφέρθηκε από την Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας: «… Υπάρχει δε ο παρόν νόμος της μονής του Αγίου Νικολάου εις Άγιον Βλάσιον και όστις τολμήση και τον αποξενώσει από το αυτώ το ιερόν μοναστήριον να έχει την κατάραν της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου, ο δε φοβερός κριτής να τον πεδεύση ως ιερόσυλον… 1794 αφιερόθη εκ του Νεοφύτου προηγουμένου Γγερμπεσιώτου.».

Όπως προκύπτει από κατάσταση του έτους 1829, στο μοναστήρι Άγιος Νικόλαος Βλασίας διέμεναν τότε οι παρακάτω: ιερομόναχος Γρηγόριος ετών 30 από Βλασία, Προηγούμενος Δανιήλ ετών 50 από Βλασία, Προηγούμενος Ευθύμιος ετών 55 από Βλασία, ιερομόναχος Καλλίνικος ετών 45 από Νεζερά, Ηγούμενος Κυπριανός ετών 66 από Νεζερά, μοναχός Νεκτάριος ετών 60 από Βλασία, μοναχός Παγκράτιος ετών 60 από Βλασία, ιερομόναχος Παρθένιος ετών 35 από Βλασία.

Από έγγραφο κατάλογο με ημερομηνία 6 Ιουλίου 1833 που υπογράφει ο ηγούμενος της μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας ιερομόναχος Παρθένιος, προκύπτουν τα εξής: Τα κύρια εισοδήματα ήσαν, στάρι μισάδια 120, κριθάρι μισάδια 50, αραβόσιτος μισ. 150, τυρί οκάδες 250, βούτυρο 15, μαλιά 80, μέλι 50, κρασί 6.400 και τυχερά σε στάρι μισάδια 20, κριθάρι μισ. 10, αραβόσιτος μισ. 30. κερί 15, μέλι 50+100. Τυχερά σε γένημα μισάδια 25, κριθάρι 10, αραβοσίτι 30. Στο έγγραφο αναφέρεται επίσης ότι το μοναστήρι ήταν χωρητικότητος 40 πήχεων τετραγωνικών.

Είχε δύο εκκλησίες και 6 κελιά θολωτά στερεά. Επίσης είχε δύο οντάδες για τους εισερχομένους, έναν αλευρόμυλο με την νεροτριβήν του. Η μία εκκλησία ονομαζομένη Άγιος Νικόλαος είχε τέσσερις εικόνες, ένα τέμπλεον με τας Δεσποτικάς εορτάς πέντε καντήλια τα τρία ασημένια και τα δύο τενεκένια. Η δε άλλη εκκλησία ονομαζομένη Παναγία έχει δύο εικόνας και δύο κανδήλια υάλινα. Τα κελλιά […] πλην παλαιά. Έχει και δύο κουτιά λείψανα αγίων, το ένα ασημένιο και το άλλο από Σεντεφένιον. Οι μονάζοντες εκεί ήσαν οι: προηγούμενος Κυπριανός ετων 80 από τον Πλάτανο μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο προηγούμενος Ευθύμιος ετών 60 από τον Άη Βλάση μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο εφημέριος Καλλήνικος ετών 50 από τον Πλάτανο μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο εφημέριος Παρθένιος ετών 45 από τον Άγιο Βλάση μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο εφημέριος Γρηγόριος ετών 35 από τον Άγιο Βλάση μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο εφημέριος Δαμασκηνός ετών 40 από τον Άγιο Βλάση μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο μυλωνάς Νεκτάριος ετών 70 από το Άγιο Βλάση αγράμματος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο ποιμήν Παγκράτιος ετών 80 από Άγιο Βλάση αγράμματος και σεμνής ηθικής διαγωγής. Το 1834 ο πληθυσμος της μονής ήταν 8 άτομα.

Από συγκεντρωτικό πίνακα προκύπτει ότι η μονή Αγίου Νικολάου είχε 1 μετόχι, 4 σπίτια, 1 νερόμυλο, 160 στρέμματα γής από τα οποία 8 καλλιεργήσιμα, αμπελώνες 20 στρέματα καλιεργήσιμα, συκαμινιές 7, συκιές 5, 10 διάφορα δέντρα, 25 ελαιόδεντρα, 80μελίσσια, 320 αγελαία ζώα, 3 γεωργικά ζώα, 2 φορτηγά ζώα.

Από τα Γεν. Αρχεία του Κράτους παραθέτω τα εξής: Σε κατάσταση που συντάχθηκε το 1836 αναγράφονται 7 μοναχοί της μονής με τα επώνυμά τους που είναι πολύ δυσανάγνωστα: Παρθένιος Παπαπαναγόπουλος, ετών 48, ηγούμενος, Αγιοβλασίτης που εισήλθε στη μονή το 1814. Ευθύμιος Τουφεξόπουλος, ετών 63, προηγούμενος, Αγιοβλασίτης, μπήκε στη μονή το 1798. Καλλίνικος Πριλόπουλος, ετών 55, ιερομόναχος Νεζερίτης, μπήκε στη μονή 1806. Γρηγόριος Τουφεξόπουλος, 38 ετών, ιερομόναχος Αγιοβλασίτης εισήλθε στη μονή το 1814. Δαμασκηνός(;) Λετόπουλος 42 ετών ιερομόναχος Αγιοβλασίτης που μπήκε στο μοναστήρι το 1832. Νεκτάριος Λια..ρόπουλος ετών 72, Αγιοβλασίτης ιερομόναχος, μπήκε στο μοναστήρι το 1794. Παγκράτιος …., ετών 82, ιερομόναχος Αγιοβλασίτης που μπήκε στο μοναστήρι το 1818.

Η Πελοποννηιακή γερουσία έστειλε στους μοναχούς της μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας το παρακάτω έγγραφο, στο οποίο περιγράφονται και οι ανάγκες καθώς και η οικονομική κατάσταση της χώρας το 1822: «Η Πελοποννησιακή Γερουσία/ Προς τους σεβασμίους πατέρας της ιεράς μονής του Αγίου Νικολάου κατά τον Άγιον Βλάσην./ Ο σκοπός της ορθής πολιτικής είναι το να συνάπτη όλας τας κλάσεις των πολιτών δια της ομονοίας, δια της αμοιβαίας αγάπης, και βοηθείας δια των γενικών συμφερόντων, και να τας κινή αδιακόπως προς την πράξιν της αρετής, και προς εκπλήρωσιν των καθηκόντων αυτών εν γένει προς την πατρίδα και κατά μέρος προς ένα έκαστον. Τούτο γνωρίζοντες οι πεφωτισμένοι υπουργοί της αγιωτάτης θρησκείας μας, έδραμον με όλην την ζέσιν και προθυμίαν […] εις το ιερόν της ελευθερίας στάδιον. Και ιδού ο σεβάσμιος εκείνος γηραιός ο πατριάρχης Κων/πόλεως, ο ενάρετος Γρηγόριος, ομού και άλλοι περίφημοι αρχιερείς, έγιναν θύματα του πατριωτισμού των, και ιδού όταν το θείον ιερατείον, ιδού το φιλέρημον μοναχικόν τάγμα εδράξατο των όπλων ήνοιξαν την σημαίαν του τιμίου σταυρού και υπερασπίζοντας τα δίκαια της πατρίδος, και της πίστεως. Αφού δε διεφύλαξαν δια της θρησκείας τον χαρακτήρα, τα ήθη, τα έθιμα, και την ωραιοτάτην γλώσσαν των προπατόρων μας, εις τον φοβερόν κλύδωνα της πολυχρονίου και πολιστόνου[;] δουλείας μας, ήδη αγωνιζόμεθα με όλον τον ζήλον δια την τελείαν απόκτησιν της ανεξαρτησίας του έθνους, και δια την στερέωσιν της πολιτικής του υπάρξεως, αλλ’ όμως ώ άγιοι πατέρες! ώ φίλτατοι συμπολίται! Δεν σας λανθάνει, ότι η πατρίς ευρίσκεται εις φοβερόν κίνδυνον, ο εχθρός ακόμη υφίσταται εις το ιερόν της έδαφος και καθ’ ημέραν εκτελεί τας εχθροπαθείας του εναντίον μας. Ο Τουρκικός στόλος αυξάνει το θράσος του δια της επικουρίας στρατιωτών και ζωοτροφιών. Οι βασιλικοί μετά των φιλοπολέμων αλβανών επαπειλούντες επιδρομήν εις τον Μωρέαν, κρατούσιν τας ελπίδας του, και ημείς τώρα πρέπει να φανώμεν άξιοι της ελευθερίας και των προγόνων μας. Τώρα πρέπει να δείξωμεν ότι δεν είμεθα των Λεωνίδων και των Θεμιστοκλέων υποδεέστεροι, τώρα πρέπει να πολιορκήσωμεν τα φρούρια Ναυπλίου, Μοθώνης, Κορώνης και Πατρών. Τώρα πρέπει να εκστρατεύσωμεν κατά των εχθρών εις την Ήπειρον. Τώρα πρέπει να περιπλέη ο ελληνικός στόλος μας δια να προφυλάττη όλα μας τα παράλια από τας επειρείας του εχθρικού. Τώρα πρέπει να πέμψωμεν τους διορισμένους πρέσβεις μας εις τας αυλάς των άλλων δυνάμεων, δια να γνωστοποιήσουν το σύστημά [;] μας και να μας προμηθεύσουν την συμπάθειάν των, και την εύνοιάν των, και την κατά πάντα συνδρομήν των. Αλλά κατά δυστυχίαν η πατρίς πάσχει δεινήν και πέρα δεινής χρηματοδείαν, και επομένως οι μεν ανδρείοι μας στρατιώται στερούμενοι των ων ούκ άνευ, δηλονότι τροφών, πολεμοφοδίων, υποδημάτων και όπλων, έχασαν την ….αν των, διέλυσαν τας πολιορκίας των φρουρίων, έγιναν λιποτάκται και παλινδρομούν εις τα ίδια, ο δε στόλος μας υποστρέφεται εις τας νήσους, και δεν αποπλέει πλέον εναντίον του βαρβάρου, οι δε πρέσβεις μας εισέτι ευρίσκονται εδώ, και ο εχθρός προβαίνει με γιγαντιαία βήματα και αν δεν ηξεύρομεν σύνορον, πόρον, και τρόπον των αναγκαίων δια να τον εξολοθρεύσωμεν, εχάσαμε το παν και απολώλαμεν δια παντός. Εις ταύτην λοιπόν απορίαν και αμηχανίαν η υπερτάτη Διοίκησις έλαβε πατριωτικήν δηδεμονίαν του έθνους, και εθεσπίσατο την καταβολήν δανείου πέντε μιλιουνίων γροσίων, και ημείς ενεκρίναμεν το δίκαιον τούτο θέσπισμα, του οποίου σας περικλείομεν επικυρωμένον αντίγραφον. Απαιτούντες δε αφ’ όλας τα επαρχίας της πελοποννήσου, και αφ’ όλας τας τάξεις και κλάσεις των πολιτών μας την χρηματοδοτικήν ποσότητα, οπού εκρίναμεν ανάλογον της δυνάμεως εκάστου. Αποτεινόμεθα εν ταυτώ και προς τα ιερά μοναστήρια, και ζητούμεν από την φιλογένειάν σας επί λόγων δανείων γρόσια πεντακόσια αποστέλλοντες επί ταυτού τον κυρ Παναγιώτην Παπαδάμη[;] δια να πληρώσητε ανυπερθέτως προς τον ίδιον, και να λάβητε παρ’ αυτού την πρόσκαιρον αποδειξίν σας ισχύουσαν, ώστε να σας στείλωμεν εφεξής την τακτικήν ομολογίαν της υπερτάτης διοικήσεως κατά τον τρόπον του ψηφίσματος. Φιλοτιμηθήτε λοιπόν αγαπητοί πατριώτες, και ακούσατε προθύμως την φωνήν της πατρίδος, εις την οποίαν εγεννήθητε και εζήσατε, δια να στεφανώσητε τας ελπίδας της, και να φανήτε άξιοι του σεβασμού και της ευλαβείας της προς το ιερόν τάγμα σας. Η πεφωτισμένη Ευρώπη σας επιδαψιλεύει τα εγκώμια δια τα φιλάνθρωπα και ηρωικά σας φρονήματα καθότι επιδείξατε, ότι δεν είσθε διηρημένοι από το ελληνικόν έθνος, ότι είσθε μέλη της πολιτείας, γνήσια τέκνα της πατρίδος, ότι αισθάνεσθε την γλυκύτητα της πολιτικής κοινωνίας, ότι εμεθέξατε του ιερού μας τούτου αγώνος, αλλά και τώρα οφείλετε ν’ αποδείξητε, ότι είσθε αληθινοί πολίται, άξιοι της αγάπης των ομοίων σας, συνεισφέροντες δια την επικειμένην ελευθερίαν, δια την κοινήν σωτηρίαν, και δια το γενικόν συμφέρον της πατρίδος γνωρίζοντες ότι τα ιδιαίτερα συμφέροντα αν…ουν εις την ευδαιμονίαν της, και ότι δια να ευδαιμονίσουν τα μέρη, ανάγκη να ευδαινονή το όλον. Πράξατε λοιπόν κατά την ζήτησιν της πατρίδος και πληρώσατε αφεύκτως και ότι τάχιστα τα γρόσια πεντακόσια δάνεια προς το έθνος, δια να ημπορέσωμεν και ημείς με την συνδρομήν των πατριωτών, να εξαποστείλωμεν εις τας ξένας αυλάς του πρέσβεις της Ελλάδος, δια να έχωμεν τον ελληνικόν μας στόλον έτοιμον κατά των τουρκών,δια να πολιορκήσωμεν τα φρούρια δια να εκστρατεύσωμεν κατά της Ηπείρου, δια να πολεμήσωμεν υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος, και ελπίζομεν εις τον ύψιστον να φθάσωμεν εις τον σκοπόν μας, και ν’ απολαύσωμεν τ’ αγαθά της ελευθερίας προσέξατε δια να εκτελεστή το δίκαιον ζήτημά μας, γνωρίζοντες ότι αυτά τα γρόσια ανάγκη πάσα να πληρωθούν αξάπαντος και περί της τοιαύτης εκδουλεύσεως μέλλει να προσδιορισθούν εν καιρώ και προνόμια των μοναστηρίων ούτω ποιήσατε λοιπόν και υγιαίνοιτε./ 1822 τη 11 Απριλίου. Τρίπολις/» Ακολουθούν αρκετές δυσανάγνωστες υπογραφές μεταξύ των οποίων διακρίνω: «Ασημάκης Φωτήλας αντιπρόεδρος, Γεώργιος Μπάρμπογλης, Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος, Κωνσταντίνος Δημητρίου, Διονύσιος Παπαγιαννόπουλος, Δημήτριος Καλαμάς, Δημήτριος Παπατζόνης, Αναγνώστης Στεφανόπουλος, Αναγνώστης Ζέρβας, Ηλίας Καραπα…, Χριστόδουλος Άχολος, Ιωάννης Γ. Οικονομίδης, Παναγ. Καλογεράς». Σε συνημμένο σημείωμα αναφέρονται τα εξής: «Ο κύρ Παρθένιος καθηγούμενος του Αγίου Νικολάου Βλασίας έδωσε την αναλογίαν των οκτώ μουλαρίων γρ. 316 τρακόσια δέκα έξη κατά την διαταγήν της σεβαστής κυβερνήσεως εις τον αρχιστράτηγον. 1822 Οκτωβρ. 11. Μέγα Σπήλαιον. Ο σκευοφύλαξ Νεόφυτος». Από έγγραφο του Διοικητή Κυλληνίας με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1838 προκύπτει ότι τα έσοδα της μονής αυτής «τα δέκατα των διατηρουμένων» ήσαν για το έτος 1837 δραχμές 50 .

Σε έγγραφο των μοναχών της μονής: καθηγουμένου Παρθενίου και συμβούλων Καλλινίκου και Γρηγορίου προς τη Διοίκηση Κυλληνίας από 22 9βρ. 1837, αναφέρεται ότι τα χέη προς όσους συμπεριλαμβάνονται σε συνημμένο κατάλογο δεν μπορούν να εξοφληθούν παρά μόνο αν εκποιηθεί μέρος της περιουσίας της μονής και γι’ αυτό ζητούν την σχετική έγκριση. Στον συνημμένο κατάλογο που είναι δυσανάγνωστος και τον υπογράφει το ίδιο ηγουμενοσυμβούλιο, αναφέρονται χρέη αναλυτικά για τα έτη 1817 γρόσια 300, 1820 γρόσια 2213, 1821 γρόσια 3500, 1822 γρόσια 1600 και 1823 γρόσια 200, συνολικά 7.813 γρόσια. Στο συνημμένο κατάλογο των κτημάτων για εκποίηση με ημερομηνία 22.2.1837 αναφέρονται κτήματα 30 στρεμμάτων σε διάφορες τοποθεσίες καθώς και εκατό αιγοπρόβατα. Σε έγγραφο από 23.11.1837 του διοικητή Κυλληνίας προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματεία της Επικρατείας αναφέρεται ότι δύο δανειστές της μονής ζήτησαν τα χρήματά τους και οι πατέρες της μονής για να μην οδηγηθούν στα δικαστήρια, ζήτησαν την άδεια να εκποιήσουν μέρος των αχρήστων κτημάτων της μονής καθώς και εκατό αιγοπροβάτων. Η Γραμματεία δίδει τη συγκατάθεσή της με έγγραφο από 7.12.1837 και ορίζει να ορκιστούν πραγματογνώμονες για την οροθετική διαγραφή συμπράττοντος του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής και να υποβληθεί στην Γραμματεία πρωτόκολλο ορκοδοσίας. Στις 10.12.1837 η επιτροπή εκκλησ. Ταμείου απευθύνεται με έγγραφο από την Αθήνα στον Διοικητή Κυλληνίας και ζητεί να ενεργήσει για τη διαγραφή υπό ενόρκων εκτιμητών των υπό εκποίηση κτημάτων της μονής. Στις 9 Φεβρουαρίου 1838 οι διορισθέντες εκτιμητές Κωνσταντίνος Οικονομόπουλος και Ιωάννης Αντωνόπουλος συνυπέγραψαν πρακτικό ορκωμοσίας το οποίο πλην αυτών υπογράφουν ο ειρηνοδίκης Κυναίθης Δημήτριος Πανταζόπουλος καθώς και ένας ιερέας Πέτρος … Στη συνέχεια παρατίθεται πίνακας με ημερομηνία 19.2.1838, που περιλαμβάνει τα εκποιηθέντα ακίνητα και το είδος τους, τις θέσεις αυτών, την έκταση, την ποιότητα της γης, τους συνορίτες κάθε κτήματος, καθώς και την αξία κάθε κτήματος. Η εκτίμηση ανέρχεται σε δραχμές 2.731 και σ’ αυτό το ποσό περιλαμβάνεται και η αξία 100 γιδοπροβάτων αξίας 400 δραχμών. Τον Μάρτιο του 1838 ο διοικητής Κυλληνίας Γ. Λεβέντης, υποβάλλει προς την Γραμματεία των εκκλησιαστικών προς έγκριση πρωτόκολλο της «ενεργηθείσης διαγραφής και εκτιμήσεως των εκποιητέων κτημάτων της μονής… συνοδευόμενο με το της ορκωμοσίας των εκτιμητών…». Αυτό διαβιβάζεται στις 5.3.1838 από την Αθήνα στην επιτροπή του εκκλησιαστικού ταμείου. Η τελευταία επιτροπή εγκρίνει με έγγραφό της στις 9.3.1838 την οροθετική διαγραφή και εκτίμηση και αναθέτει στον διοικητή Κυλληνίας να προχωρήσει σε δημοπρασία και ορίζει χρόνο 61 ημέρες μετά την έγκριση, υποβάλλοντας τα πρακτικά της δημοπρασίας προς έγκριση. Στις 19.4.1838 γραμματέας της εκκλησιαστικής γραμματείας επιτροπής με αναφορά του ζητάει την έγκριση των ενεργειών της εκποίησης κ.λ. από τον βασιλέα Όθωνα. Ο «Ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος» Όθων, με απόφασή του στις 14/26 Απριλίου 1838, δίδει την συγκατάθεση για τη δημοπρασία. Στις 10 Ιουνίου 1838 ο διοικητής Κυλληνίας, αναφέρει στη Γραμματεία των εκκλησιαστικών ότι ο διαγωνισμός διενεργήθηκε, καλύφθηκαν τα ελάχιστα ποσά και συνυποβάλλει το πρωτόκολλο ζητώντας τη σχετική έγκριση.

Σε κατάσταση που συνέταξε και υπέγραψε το ηγουμενοσυμβούλιο της μονής με ημερομηνία 9.6.1838 αναφέρονται οι δανειστές της μονής Γεροαντωνάκης, Γεροντόπουλος Νικόλαος, Σωτηρχόνυμφη Δημήτρενα και Χολιαστός Γεωργάκης με τα αντίστοιχα οφειλόμενα ποσά και επεξηγηματικές παρατηρήσεις. Σε άλλο σημείωμα αναγράφονται αναλυτικά τα ποσά, οι δικαιούχοι, οι τόκοι κ.λ. καθώς και άλλες παρατηρήσεις σχετικές με τους δανειστές και τις μετ’ αυτών συμφωνίες των μοναχών. Η επιτροπή με έγγραφο από Αθήνα στις 25.6.1838 εγκρίνει τα ποσά και τη διαδικασία και προτρέπει τον διοικητή να προχωρήσει τη διαδικασία και για τρία ακόμη κτήματα «τα οποία έτυχον μηδαμινής προσφοράς, καθώς και την των εκατό αιγιδοπροβάτων…» δια να μπορέσει η μονή να εξοφλήσει το χρέος.

(Συνεχίζεται…).

(Σημείωση:

1.Έχω παραλείψει τις πηγές όπως αναγράφονται στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων».

2. Σε κάθε χρήση του παραπάνω κειμένου και όσων ακολουθήσουν θα πρέπει να αναγράφουν το εν λόγω λεξικό και το παρόν blog ως πηγή.

Posted in Uncategorized | Tagged , | Σχολιάστε

Τα πρώτα σημάδια της πανούκλας στην Πελοπόννησο το 1823. Η διαταγή των Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Θεοδ. Κολοκοτρώνη και του Καλαβρυτινού Σωτήρη Χαραλάμπη.

…………………………………………………………………………………………………………………………………

Το  έγγραφο του Εκτελεστικού Σώματος προς το υπουργείο της Αστυνομίας με ημερομηνία 2 Ιουνίου 1823, αναφέρει ότι «… Καθ’ ας έχει πληροφορίας το Εκτελεστικόν η επιδημική νόσος της Πανώλης εις όλην την οθωμανικήν επιπολάζει επικράτειαν. Όθεν και τα εκείθεν προσορμίζοντα πλοία εις την ελευθέραν Ελλάδα πολλήν δέονται την προσοχήν εις απάντησιν απέναντι του τοιούτου. Τοιούτον τι παρ’ ολίγον να συνέβη εις την επαρχίαν Καλαμάτας εκ τούτου. Δια τούτο διατάττεσθε να δόσητε αυστηράς διαταγάς και οδηγίας εις τον εκεί Αστυνόμον να επαγρυπνή και αυστηρώς να προσέχη, ώστε οποιονδήποτε εκείθεν εισπλέον και μάλιστα από Αλεξάνδρειαν, να μη συγχωρείται εις κοινωνίαν, χωρις την συμπλήρωσιν της τακτικής καθάρσεως. Τοιαύτα και περί των άλλων παραθαλασσίων μερών αναγκαίων να λάβητε μέτρα, καθ’όσον εις το υπουργείον τούτο ανήκει./ Εν Τριπολιτζά τη 2 Ιουνίου 1823./ Ο πρόεδρος/ Πετρόμπεης Μ./ Θ. Κολοκοτρώνης/ Σωτήρης Χαραλάμπης».

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε