Καταχώρηση στη σημερινή (22 Μαΐου 2020) εφημερίδα «Πελοπόννησος»…

(Η κίτρινη επισήμανση είναι από εμένα).
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Εφημερίδα «Πελοπόννησος» 15 Μαΐου 2020.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ένα σπάνιο ιστορικό ντοκουμέντο για το θάνατο του Οδυσσέως Ανδρούτσου.

Στο έτυπο του Κάρπου Παπαδοπούλου «Ανασκευή των εις την ιστορίαν των Αθηνών αναφερομένων περί του στρατηγού Οδυσσέως Ανδρούτσου…., Εν Αθήναις 1837«, το οποίο αναφέρεται στην Ιστορία των Αθηνών του Σουρμελή, διαβάζουμε και τα εξής:

Στη συνέχεια παραθέτω από τα ΓΑΚ, το έγγραφο της αστυνομίας, με το οποίο γίνεται προσπάθεια να καλυφθεί η δολοφονία του ήρωα και να παρουσιαστεί σαν αυτοκτονία.

 

«Περίοδος Γ΄. Αριθ. 108./ Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος/ Προς το έξοχον υπουργείον της Αστυνομίας/ Η Γεν. Αστυνομία Αθηνών.

Σήμερον το πρώΐ ειδοποιηθέντες το συμβεβηκός του Οδυσσέως επήγαμε εις την Ακρόπολιν όπου εύρομεν το σώμα του υποκάτω του Γουλά (τόπος εις τον οποίον τον είχον φυλαγμένον) και ερωτήσαντες ταις Γουάρδιαις* ομολόγησαν ότι χθες εις τας 5 ώρας της νυκτός θέλοντας να κρεμασθή από τον Γουλάν δια να φύγη, εκόπη το σχοινί και έπεσεν κάτω και εσκοτώθη, και από δώδεκα οργυών πέσιμον του ύψους ετζακίσθη ο δεξιός μηρός του και εσυντρίφθη το μιλίγγι του. Το σχοινί εκόπη έως εις τας πέντε οργυάς κατεβαίνοντας. Επάνω του είχεν ένα φουστελίκι και δύο τοκάδες ασημένια, δύο ζωνάρια και ένα κεμέρι αδειανόν, ένα σιλάχι και πιστολόκλιφαν παλαιά, και τέσσαρας παράδες, και όπισθέν του είχεν ένα σχοινί κρεμασμένον, με το οποίον συμπεραίνομεν ότι το είχε δια να κρεμασθή και από το έξω τοίχος του κάστρου. Αφού λοιπόν ούτως μας ομολόγησαν αι Γουάρδιαις, και αφού είδομεν το σώμα του πεσμένον εις τέτοιον τρόπον, και καλεσθείς και ο ιατρός της χώρας, και είπών ότι έπεσεν χωρίς άλλο, εδόθη η άδεια του ενταφιασμού του η ανήκουσα εις το υποκείμενόν του, και έστω εις είδησιν του εξόχου υπουργείου./ με το προσήκον σέβας μένομεν./ τη 5 Ιουνίου 1825/ Εν Αθήναις/ Ο Γεν. Αστυνόμος Αθηνών/ Π. Μοναστηριώτης/ ο Γραμματεύς/ Δ. Τριανταφύλλου».

[*φύλακες, σκοποί φρουροί.]

Να σημειώσω εδώ ότι προσπάθειες να δολοφονηθεί ο Οδ. Ανδρούτσος είχαν γίνει και άλλες, αλλά είχαν αποτύχει.

Τα της δολοφονίας του, τα οποία έχουν καταγραφεί με όλες τις λεπτομέρειές τους, δεν παρατίθενται εδώ. Εδώ καταχωρώ αυτό το σπάνιο πρωτότυπο έγγραφο από τα ΓΑΚ το οποίο είναι διαφωτιστικό και αποδεικτικό της μεθοδευμένης, κατ’ εντολή του Γκούρα δολοφονίας του Οδυσσ. Ανδρούτσου.

Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας (Μέρος Γ΄ – τελευταίο).

(Συνέχεια από προηγούμενα…)

Η μάχη στον Άγιο Νικόλαο της Βλασίας: Στην Κάτω Βλασία στις 23 Ιουλίου του 1948 είχε από ημέρες στρατοπεδεύσει το 617 Τ. Π. της 72ας Ταξιαρχίας με Διοικητή τον Σταύρο Δρακουλαράκο και Υποδιοικητή τον Ιωάννη Δαμιανό. Προβλεπόταν να μείνει εκεί αρκετό καιρό γι’ αυτό και ένας λόχος του είχε οχυρωθεί μέσα στο χωριό, ένας δεύτερος στα γύρο υψώματα, ο τρίτος γύρω από το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το χωριό και μία διμοιρία είχε οχυρωθεί μέσα στο μοναστήρι.

Οι αντάρτες απεφάσισαν να χτυπήσουν το Τάγμα και συγκέντρωσαν δυνάμεις από το Μαίναλο και την περιοχή του Ερύμανθου. Η αρχική άποψή τους ήταν να το αφήσουν να φύγει και παρακολουθώντας το να το χτυπήσουν εν κινήσει, αλλά επεκράτησε η άποψη του Γκιουζέλη Στ. να χτυπηθεί εκεί όπου είχε στρατοπεδεύσει. Το Τάγμα ήταν εμπειροπόλεμο και καλά οχυρωμένο. Η επίθεση έγινα τη νύχτα της 22ας προς 23η Ιουλίου στις 4.40 και ήταν αιφνιδιαστική. Οι αντάρτες ήσαν τόσο σίγουροι για την έκβαση της μάχης ώστε είχαν «μαζέψει από τα γύρω χωριά 200 περίπου ζώα να φορτώσουν τα λάφυρα, πράγμα που φυσικά δεν έγινε. Τα ζώα με τους χωρικούς ιδιοκτήτες τους αφού μείνανε σ’ όλη τη διάρκεια της μάχης μέσα στο δάσος και κινδύνευσαν και αυτοί από την αεροπορία, ξαναγύρισαν στα χωριά τους»[1].

Σύμφωνα με τον Αλ. Τσιγκούνη[2]: «ο αγών εκατέρωθεν υπήρξε πεισματώδης, δε Κ/Σ ενήργησαν αλλεπαλλήλους επιθέσεις δι’ εφεδρικών μονάδων, άπασαι όμως απεκρούσθησαν με βαρείας απωλείας των Κ/Σ. Από της 7ης πρωινής ώρας επενέβη εις τον αγώνα η Αεροπορία, πολυβολούσα και βομβαρδίζουσα τους Κ/Σ και ενισχύσασα ούτω σημαντικώς τους ημετέρους. Απεστάλησαν ενισχύσεις εκ Καλαβρύτων, οίτινες αφιχθείσαι περί ώραν 11.30 έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Ομοίως απεστάλη εκ Πατρών Διλοχία του Κ. Β. Ε. Περί την 12.30 ώραν αι εθνικαί δυνάμεις ενήργησαν αντεπίθεσιν και ανέτρεψαν τους Κ/Σ, ους κατεδίωξαν προς Ν.Δ. βοηθούμενοι και υπό της Αεροπορίας. Εκ των ημετέρων εφονεύθησαν 1 αξιωματικός και 2 στρατιώται και ετραυματίσθησαν 5 αξιωματικοί και 40 οπλίται, εκ δε των Κ/Σ εφονεύθησαν 67 ανευρεθέντες επί του πεδίου της μάχης και ετραυματίσθησαν περί τους 70. Συνελήφθη εις συμμορίτης τραυματίας…». Ο συγγραφέας σ’ ότι αφορά τις απώλειες των στρατιωτών, δεν αποδίδει την πραγματικότητα αφού οι τάφοι και οι σταυροί στον περίβολο της μονής είναι 13.

Για τους νεκρούς αντάρτες ο Κ. Καραλής (Ιστορία των δραματικών γεγονότων της Πελοποννήσου 1943-1949 – Αθήναι 1969) αναφέρει ότι ήσαν 152 και οι τραυματίες 200 (υπερβολικό), ο «Μπελάς» (Κ. Παπακων/νου: Νεκρή Μεραρχία) γράφει ότι ήσαν 10 οι νεκροί και 40 οι τραυματίες και προσθέτει ότι με στρατιωτικό ηγέτη (και όχι τον Γκιουζέλη) δεν θα αποτύγχανε η μάχη, ενώ ο Αρ. Καμαρινός (Ο Εμφύλιος στην Πελοπόννησο 1946-1949, Αθήνα 2000) αναφέρει ότι οι νεκροί ήσαν 16 και οι τραυματίες 32.

Η μάχη στη Βλασία απέτυχε για τους αντάρτες γιατί το Τάγμα ήταν έμπειρο και καλά οχυρωμένο, γιατί δεν πέτυχε ο αιφνιδιασμός των ανταρτών και γιατί οι ενισχύσεις ήσαν άμεσες και σημαντικές, κυρίως από τον αέρα.

Οι κάτοικοι της Βλασίας, αλλά και των γύρω χωριών πιστεύουν ότι η νικηφόρα έκβαση της μάχης οφείλεται σε θαύμα του Αγίου Νικολάου, ο οποίος παρουσιάστηκε στον διοικητή του 617 Τ. Π. Στ. Δρακουλαράκο καθώς κοιμόταν, την νύχτα εκείνη της αιφνιδιαστικής επίθεσης και τον ξύπνησε λέγοντας του ότι ήταν κυκλωμένος από τους αντάρτες.

Σ’ ανάμνηση της μάχης εκείνης αλλά και σε ένδειξη τιμής προς τους πεσόντες, στον περίβολο του ναού υπάρχει στρατιωτικό νεκροταφείο και έχει στηθεί ηρώο πεσόντων. Μέσα δε στον ναό υπάρχει μία ασημένια εικόνα του Αγίου Νικολάου, δώρο των αξιωματικών και οπλιτών του 617 Τ. Π. προς τον Άγιο που τους έσωσε τη ζωή.

Όπως και νάχει, η μάχη αυτή αποτελεί την πρώτη μεγάλη αποτυχία των ανταρτών στην Πελοπόννησο και το ανεβασμένο από την μάχη της Χαλανδρίτσας, γόητρό τους πληγώθηκε σοβαρά.

Από τη Βλασία άρχισε η αποτυχία κάθε μελλοντικής προσπάθειας των ανταρτών στην Πελοπόννησο. Ο «Μπελάς» στον 2ο τόμο αναφέρει μεταξύ άλλων: «…Με τα φωτήματα φτάσαμε στο Πορετσό.. Το απόγευμα μας κάλεσαν από λοχαγό και πάνω στη διοίκηση της Μεραρχίας. Εκεί μας μίλησε ο Γκιουζέλης. Έτσι αργόστροφος όπως ήταν μετρούσε κάθε κουβέντα που μας έλεγε. Ήταν πολύ προσεχτικός σ’ αυτό που έλεγε. Δεν είχε πλούσιο λεξιλόγιο… Μας ανακοίνωσε ότι ένα τάγμα εχθρικό με δύναμη γύρω τους 700 άντρες με τρεις σωλήνες όλμων και τριάντα μεταγωγικά, κινήθηκε στο χώρο της ορεινής Αχαΐας και έφθασε στην Άνω Βλασία. Έχει πιάσει το χωριό και το Μοναστήρι. Είναι ευκαιρία να το παγιδέψουμε και να το εξοντώσουμε… Η διοίκηση της μεραρχίας αποφάσισε να το χτυπήσει. Γι’ αυτό έκαμε και τη συγκέντρωση των δύο ταγμάτων που ήταν δυνατό να φθάσουν έγκαιρα. ίσως μετά τη νύχτα να φθάσει και ο Μπασακίδης και ο Μανώλης [Σταθάκης] αν πάρουν τη διαταγή… Η επιχείρηση θα άρχιζε τα χαράματα. Πριν φωτίσει θα έπρεπε να πιάσουμε τα πρώτα σπίτια. Την επίθεση θα την έκαναν τρεις λόχοι. Δύο του Ταϋγέτου και ένας δικός μας. Ένας λόχος θα έμπαινε στην εφεδρεία της Μεραρχίας. Θα χτυπούσαμε ταυτόχρονα στη δημοσιά, στο χωριό και στο μοναστήρι. Η επίθεση θα ενισχύονταν και με πυρά δύο βαρειών πολυβόλων. Ένας λόχος ο δικός μας, θα έπιανε το ύψωμα πάνω από το Μοναστήρι για να χτυπάει κάθετα μέσα στο μοναστήρι. Μόλις τέλειωσε μας ζήτησε να ρωτήσουμε κάτι που δεν καταλάβαμε. Μπήκαν πολλές ερωτήσεις από τους διοικητές των λόχων. Οι διοικητές των ταγμάτων δεν έκαναν καμιά… Τελικά η συζήτηση πήρε μάκρος κι όλο για το Μοναστήρι κουβεντιάζαμε. Ο Κανελλόπουλος κατάλαβε ότι οι διοικητές των λόχων έχουν μέσα τους αντιρρήσεις. Τότε ρώτησε ανοιχτά: «Μήπως έχετε προτάσεις να κάνετε και προσπαθείτε να τις βάλετε με ερωτήσεις;» Απαντήσαμε όλοι μαζί: «Ναι, δεν πρέπει να χτυπήσουμε τώρα. Το Μοναστήρι δεν πέφτει». Ο Κανελλόπουλος απάντησε ότι αυτό το ζήτημα δεν μπαίνει για συζήτηση. Η διοίκηση αποφάσισε. Τώρα συζητάμε το πώς θα γίνει καλύτερα η δουλειά. Τότε έκλεισαν όλοι τα μλοκάκια τους κι ετοιμάστηκαν να φύγουν. Ο Γκιουζέλης ανησύχησε. Πήρε το λόγο και μας επανέλαβε τα ίδια… Από τη συγκέντρωση φύγαμε όλοι με κρύα καρδιά. Ο Κανελλόπουλος το είδε αυτό. Οι διοικήσεις των Αρχηγείων έκαναν την κατανομή των αποστολών. Ο Σαρήγιαννης ανάθεσε στο λόχο της νεολαίας που τον διοικούσε ο Ετεοκλής Δουμουλάκης να χτυπήσει το Μοναστήρι. Στο λόχο του Λύσσαντρου να πιάσει το ύψωμα πάνω από το Μοναστήρι και να χτυπήσει κάθετα το Μοναστήρι. Οι λόχοι αυτοί είχαν σειρά. Ο δικός μου [Μπελά] θα έμενε στην εφεδρεία της Μεραρχίας επειδή είχε πάρει μέρος στη μάχη στις Κουμπάρες. Είχε νυχτώσει πιά. Εκεί πάνω στο διάσελο της Βλασίας θα μέναμε τη νύχτα και από εκεί θα ξεκινούσαν τα τμήματα για τις αποστολές τους. Κατατοπίσαμε τους διμοιρίτες μας. Πριν ξεκινήσουμε θα κατατοπίζαμε και τους αντάρτες… Μια ώρα νύχτα ξημερώνοντας 23 Ιούλη 1948 ξεκινήσαμε. Σε μισή ώρα τα τμήματα συγκρούστηκαν. Ο εχρός αιφνιδιάστηκε παράτησε το χωριό και τόβαλε στα πόδια. Μερικοί οχυρώθηκαν στα τελευταία σπίτια. Οι πιο πολλοί όμως μοιράστηκαν. Άλλοι τράβηξαν για τη δημοσιά και το κύριο τμήμα για το Μοναστήρι. Όπως έπεσαν μπουλούκι πάνω στον Ετεοκλή τον ανάγκασαν να μαζευτεί και έτσι μπήκαν στο μοναστήρι γύρω στους τριακόσιους μαζί με την διοίκηση δηλαδή το Δρακουλαράκο, που ήταν τραυματισμένος ελαφρά στο χέρι, και τον ασύρματό τους. Ο Λύσσαντρος τους χτυπούσε συνέχεια και δεν μπορούσαν να κινούνται άνετα μέσα στο Μοναστήρι. Αλλά τους χτυπούσε μόνο από μια πλευρά. Οι άλλες ήταν απυρόβλητες. Ο Ετεοκλής έκαμε αμέσως επίθεση κι έφθασε στην πόρτα που την είχαν αφήσει ανοιχτή. Έκανε απόπειρα, μπήκε μια ομάδα μέσα αλλά γύρισε πίσω γιατί μέσα χαλούσε ο κόσμος. Ο Ετεοκλής τώρα χτυπούσε γύρω – γύρω και ο λόχος του Λύσσαντρου μπιχτά. Αυτοί που οχυρώθηκαν στα τελευταία σπίτια, ανέκοψαν τους άλλους δύο λόχους… Με το ραδιόφωνο είχαμε πιάσει τον ασύρματο του Δρακουλαράκου. Καλούσε για βοήθεια… Η διοίκηση στην αρχή, ακούγοντας τον Δρακουλαράκο να κλαίει χεσμένος, νόμισε ότι πάμε καλά. Όταν ήρθε η αναφορά των διοικητών ότι εκτόπισαν τον εχθρό από το χωριό, χάρηκε. Δεν πρόσεξε όμως που έλεγαν ότι «τα μεταγωγικά διέφυγαν προς τη δημοσιά και δεν βρήκαμε υλικό». Μετά από μισή ώρα ήρθαν κι άλλες αναφορές των διοικητών. Σ’ αυτές αναφέρονταν ότι τα τμήματα έχουν καθηλωθεί. Ήρθε και η αεροπορία. Έριξε εφόδια στο Μοναστήρι. Χτύπησε το ύψωμα που είχε πιάσει ο Λύσσαντρος. Τραυμάτισε δύο-τρείς και ανάμεσα σε αυτούς σοβαρά στο μάτι τον Λύσσαντρο. Απώλειες μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχαμε πολλές… Το Μοναστήρι δεν έπεφτε. [Ο Κανελλόπουλος] έδωσε εντολή να ρίξουμε όσα βλήματα ατομικών όλμων έχουμε. Ιδιαίτερα εμπρηστικά… Ρίξαμε οχτώ βλήματα. Μερικά καπνογόνα. Πάνω στη σύγχιση ο Ετεοκλής έκανε επίθεση. Μπήκαν μέσα στο προαύλιο. Τους καθήλωσαν. Ο τόπος άναβε. Αναγκάστηκαν να ξαναβγούν. Τότε ο Κανελλόπουλος έδωσε εντολή να σταματήσουν οι επιθέσεις. Σε μένα έδωσε εντολή να γυρίσω εκεί που ήμουνα. Γυρίσαμε πίσω στη διοίκηση της μεραρχίας. Ο Γκιουζέλης κατέβασε τα μούτρα. Κατάλαβε κι αυτός ότι το Μοναστήρι τώρα που ενισχύθηκε δεν πέφτει. Στα μεταγωγικά δεν μπορούσαμε να πλησιάσουμε. Από τη δημοσιά οργάνωσαν αντεπίθεση. Μου έδωσαν εντολή να τους χτυπήσουμε με το βαρύ πολυβόλο. Τους χτυπήσαμε. Ανατράπηκαν και γύρισαν πίσω. Ο Δρακουλαράκος εξακολουθούσε να κλαψουρίζει. Είχε φθάσει τώρα πιά μεσημέρι και τα πράγματα είχαν σταθεροποιηθεί. Η αεροπορία πολυβολούσε τις γύρω κορυφές δηλαδή στα άσπρα βράχια και τις ελατόκλαρες. Ήταν φανερό ότι νικήσαμε χωρίς να πάρουμε τίποτα. Τι κι αν καταλάβαμε το χωριό; Τι κι αν τους προξενήσαμε σοβαρές απώλειες; Δεκαπέντε νεκρούς και χώρια οι τραυματίες. Για μας αυτά δεν μέτραγαν… Τέλος διέταξε υποχώρηση. Φύγαμε ανενόχλητοι. Ο λόχος μου έμεινε οπισθοφυλακή. Όταν αποσύρθηκαν τα τμήματά μας πίσω από το διάσελο, τότε αυτοί αναθάρρησαν. Έκαναν απόπειρα να βγούν από το χωριό. Μερικές ριπές με το βαρύ πολυβόλο και ξαναχώθηκαν στις τρύπες τους μέχρι που νύχτωσε. Δέκα νεκροί δικοί μας έμειναν εκεί. Οι πιο πολλοί μπροστά στο Μοναστήρι. Είκοσι δύο τραυματίες πήραμε μαζί μας, μόνο τέσσερις σοβαρά. Ο ένας πέθανε την άλλη ημέρα από ακατάσχετη αιμορραγία… Από τους τέσσερις βαρειά τραυματισμένους οι δύο ήσαν παλαιοί δικοί μου αντάρτες. Ένας φαντάρος από αυτούς που είχαμε πιάσει αιχμαλώτους στη μάχη στου Βάγγου κι είχε μείνει αντάρτης στη διμοιρία μου, και το Βλαχόπουλο, ο Κώστας Βλάχος ή Αναστασόπουλος, ο αδερφός του Παναγιώτη Βλάχου ή Αναστασόπουλου, από το χωριό Τσιωρωτά της Μεσσηνίας. Τον είχα πάρει αντάρτη στην ομάδα μου… Ήταν τότε 18 χρονών που τον πήρα. Τώρα ήταν ομαδάρχης στο λόχο του Ετεοκλή. Ο φαντάρος την άλλη ημέρα πέθανε από αιμορραγία. Είχε τραυματιστεί στο μπούτι και στην κοιλιά. Το Βλαχόπουλο είχε τραυματιστεί στο θώρακα, στην κοιλιά και στα πόδια… Ξανασυγκεντρωθήκαμε το βράδυ στο διάσελο της Βλασίας… Τελικά η διοίκηση διέταξε να γυρίσουμε στις βάσεις μας… Μετά πό τη μάχη της Βλασίας άρχισε ο κατήφορος. Δεν το καταλάβαμε από την αρχή. Όταν ήρθαν και τα άλλα τότε είδαμε την αρχή. Από δω και πέρα η μια αποτυχία διαδεχόταν την άλλη… Το Δρακουλαράκο και το 516 τάγμα, θα το είχαμε γκρεμοτσακίσει στις χαράδρες του Παναχαϊκού και του Ερύμανου αν δεν τον χτυπούσαμε στο Μοναστήρι της Βλασίας αλλά τον παίρναμε κατά πόδι όταν θα έβγαινε από την τρύπα του… Μετά τη μάχη στη Βλασία τσακισμένοι και περίλυποι γυρίσαμε στη Γορτυνία…» .

Ο Μπρούσαλης (Οι Ανυπότακτοι…) αναφέρει τους παρακάτω αντάρτες μεταξύ των νεκρών: Φ. Ψιλοβασιλόπουλος, Τζουλουχάς (ομαδάρχες), Φ. Γεωργούλιας (Κωστομέρα Ολυμπίας), Γιαν. Λαμπρόπουλος (Αυλώνα Τριφυλίας), Σταυρ. Κονταργύρης και Δημ. Μπατσάκης (Άγιο Δημήτρη Λακωνίας), Θεόδ. Ρουμελιώτης (Αβραμιό Μεσσηνίας), Αθαν. Τσίριμπας (Τσαπόγα Μεγαλόπολης), που πέθανε μετά.

Για τη μάχη στον Άγιο Νικόλαο της Βλασίας, παραθέτω εδώ και την άποψη του Ιωάννη Κωστόπουλου (Αντάρτες…) με συμπληρωματικά στοιχεία «… Τα δικά μας τμήματα έμειναν στον Ερύμανθο και το Παναχαϊκό. Μαζί μας τώρα ήταν και ο Γκιουζέλης με τον Κανελλόπουλο. Αυτές τις μέρες ένα τάγμα στρατού κινήθηκε σ’αυτά τα μέρη και κατέληξε να μείνει στο χωριό Βλασία. Το αρχηγείο αποφάσισε να το χτυπήσουμε πριν εδραιωθεί για τα καλά, ώστε να το εξαναγκάσουμε να αποσυρθεί, για να έχουμε το μέρος ελεύθερο. Το είχαμε σχεδόν κυκλώσει και περιμέναμε πότε θα μπει σε πορεία για να το τσακίσουμε. Αυτοί όμως άραξαν στο χωριό και δεν έλεγαν να το κουνήσουν. Τότε ο Γκιουζέλης αποφάσισε να τους χτυπήσουμε μέσα στο χωριό. Αυτό που αποφάσισε ο Γκιουζέλης ήταν κάπως δύσκολο να το πετύχουμε, διότι στο πάνω μέρος του χωριού ήταν ένα μοναστήρι [Άγιος Νικόλαος] που δέσποζε σ’ όλο το χωριό. Το μοναστήρι είχε γύρω – γύρω μαντρότοιχο από ασβεστολιθιά πάνω από μέτρο ύψος και όλο το υπόλοιπο ήταν τέτοια η κατσκευή του που ήταν σχεδόν κάστρο. Όποιος κατείχε το μοναστήρι ήταν και ο κύριος του χωριού και της κατάστασης γενικώτερα. Όπως μας έλεγε μετά τη μάχη ο Πέρδικας, που κατεβήκαμε μαζί στην Αργολίδα, έγιναν πολλές συζητήσεις για το αν θα έπρεπε να χτυπήσουμε το τάγμα μέσα στο χωριό ή να περιμένουμε να ξεκινήσει, για να το χτυπήσουμε ενεδρικά. Ο Πέρδικας όπως μας άφησε να εννοηθεί, στο τέλος υπερίσχυσε η γνώμη του Γκιουζέλη, ο οποίος έλεγε ότι δεν πρέπει να το αφήσουμε να μας ξεφύγει τώρα που το έχουμε στη φάκα. Ενώ οι Κανελλόπουλος – Πέρδικας και λοιποί καπεταναίοι ενόμιζαν ότι θα έχουμε καλύτερα αποτελέσματα αν το χτυπήσουμε πάνω στην κίνηση. Η απόφαση πάρθηκε και κάλεσαν τους λοχαγούς να τους δώσουν τις τελευταίες οδηγίες σχετικά με το σχέδιο της επιχείρησης. Στο χωριό θα χτυπούσε ο λόχος του Σουγκλάκου και άλλος ένας από τον Ταΰγετο. Στο μοναστήρι θα χτυπούσε ο λόχος της Δημοκρατικής Νεολαίας με λοχαγό τον Ετεοκλή Δημουλάκη. Ο Ετεοκλής ήταν από την Πολίχνη της πάνω Μεσσηνίας… και ήταν από τους τελευταίους αντάρτες που έζησε το 1952. Τον βρήκαν μεθαμένο σε κάποια σπηλιά έξω απ’ την Καλαμάτα. Ο άλλος λόχος που θα έπαιρνε μέρος στο μοναστήρι ήταν του Βασίλη Κωνσταντόπουλου ή Λύσανδρου. Ο Βασίλης …ήταν από το Αγρίδι δίπλα από τη Βυτίνα… Τον συνέλαβαν την άνοιξη του 49, τον πέρασαν στρατοδικείο στην Τρίπολη και τον εκτέλεσαν… Η μάχη άρχισε μισή ώρα νύχτα πάνω κάτω. Στο χωριό με το πρώτο χτύπημα ο λόχος του τάγματος αιφνιδιάστηκε και οι φαντάροι τράβηξαν για το μοναστήρι. Ο Ετεοκλής δεν μπόρεσε να τους ανακόψει, ήταν πολλοί και αυτοί σχεδόν τον πήραν σβάρνα. Κάπου 200 και πάνω άτομα. Οι άλλοι μισοί οχυρώθηκαν στο κάτω μέρος του χωριού. Ο Λύσανδρος χτυπούσε με το λόχο του το μοναστήρι. Από επάνω και ο Ετεοκλής οργάνωσε και αυτός μια επίθεση. Έφθασε σχεδόν έξω από την μάντρα του μοναστηριού. Αποφάσισαν να την καβαλήσουν να πηδήξουν μέσα, δεν τα κατάφεραν όμως. Τους ρήμαξαν με τις ριπές και οπισθοχώρησαν. Οι δύο λόχοι κάτω στο δρόμο στην άκρη του χωριού άπαθαν τα ίδια. Δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Ο Κανελλόπουλος έκαμε μια τελευταία προσπάθεια. Είχαμε κάποια σωλήνα όλμου με καμιά 15αριά βλήματα, τα περισσότερα καπνογόνα. Τα έριξε όλα μέσα στο μοναστήρι. Τότε και ο Ετεοκλής έκαμε την τελευταία επίθεση με τα καπνογόνα που τύκλωσαν τον τόπο, μια διμοιρία κατάφερε να πηδήξει μέσας την μάντρα και άνοιξαν την πόρτα. Δεν κατάφεραν τίποτα. Για κακή μας τύχη έφτασαν και τα αεροπλάνα και βομβάρδιζαν με ρουκέτες γύρω από το μοναστήρι. Η διμοιρία οπισθοχώρησε με μεγάλες απώλειες, 7-8 νεκροί. Κοντά σ’ αυτούς και ο Διμοιρίτης Θανάσης Τσίρμπας από του Τσαπόγα της Μεγαλόπολης. Ένα παλικάρι και ομορφόπαιδο 20 χρονών. Η μάχη είχε κριθεί. Τα χάσαμε όλα. Έχουμε πάνω από 20 νεκρούς και άλλους τόσους τραυματίες. Ευτυχώς οι τραυματίες δεν είναι βαριά. Δύο είναι βαριά. Ο ένας πέθανε τη νύχτα. Ο άλλος ήταν από του Τσορωτά αδελφός του Παναγιώτη Βλάχου. Είχε πολλά τραύματα στο θώρακα και νόμισα ότι δεν θα γλιτώσει το θάνατο. Τα κατάφερε όμως και έζησε. Τον συνάντησα στην Αθήνα πριν λίγα χρόνια, μόλις μου είπε ποιός είναι δεν πίστευα στα μάτια μου. Χαρήκαμε και οι δύο, διότι και αυτός με είχε ξεγραμμένο. Ο Κανελλόποιυλος βλέποντας αυτή την κατάσταση διέταξε τα τμήματα να οπισθοχωρήσουν όπως μπορούσαν. Και όπως έγινε. Αυτή ήταν η μεγάλη αποτυχία του στρατού μας στο Μοριά. Δεν ήταν δυστυχώς και η τελευταία, παρόλο που είχαμε αρκετές δυνάμεις σε έμψυχο υλικό και πολεμοφόδια…».

Ομοίως παραθέτω την περιγραφή του Γ. Μόσχου (Χρόνια της Φωτιάς…): «… Η μάχη στη μονή Κ. Βλασίας./ Στα τέλη του Ιουλίου 1948, στο ημικύκλιο των ανταρτοκρατούμενων χωριών των νομών Αχαΐας, Αρκαδίας, Ηλείας και γύρω από τις περιοχές Αιγίου, Βλασίας, Κοντοβάζαινας και Ζαχάρως Ηλείας οι οποίες υπήρξαν βάσεις του Εθνικού Στρατού, κινείτο το 617 Τάγμα της 72ας Ταξιαρχίας, προβαίνοντας σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, υπό τον Διοικητή του ονόματι Δρακουλαράκο. Το Τάγμα αυτό είχε μεταφερθεί στην Πελοπόννησο από την Κεντρ. Ελλάδα, το Δεκέμβριο του 1947… Το Τάγμα Κρανιά δρούσε στη Ν. Α. Πελοπόννησο και σε μια εποχή όπου ακόμα (μέσα 1947) δεν είχε αναπτυχθεί πλήρως η αντάρτικη δράση, ενώ στη Βόρεια και Κεντρική Πελοπόννησο επιχειρούσε το Τάγμα Χωροφυλακής υπό τον Γ. Ζάρα, που προϋπήρχε στην περιοχή του Τάγματος Κρανιά. Είναι γεγονός ότι τόσο οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής Κρανιάς και Ζάρας όσο και ο Διοικητής Δρακουλαράκος του 617 Τ. Π. είχαν μάθει καλά την αντιμετώπιση της αντάρτικης στρατηγικής, γι’ αυτό και αποτελούσαν σοβαρούς αντιπάλους του Δ.Σ.Ε. στην Πελοπόννησο. Δεν θα είναι υπερβολή αν υποστηρίξω, ότι με την αποτελεσματικότητα της δράσης τους και τον έντεχνο τρόπο αποφυγής της σύγκρουσης με το Δ.Σ.Ε. όταν αυτή δεν επρόκειτο να διεξαχθεί σε προνομιακό, για τα εθνικιστικά στρατεύματα πεδίο, έγιναν μύθος για τους αντπάλους των αναταρτών. Τα τάγματα αυτά ήσαν αξιόμαχα, και οι διοικητές τους ήξεραν να αποφύγουν τις αντάρτικες παγίδες. Βεβαίως τα τάγματα όπως και τα αποσπάσματα Χωροφυλακής αποτελούνταν από άνδρες μισθοφορικούς που την εποχή αυτή εύρισκαν ένα κομμάτι ψωμί στη Βασιλ. Χωροφυλακή, με την κατάταξή τους σε αυτήν. Και επειδή δεν ήταν η ιδεολογία ο συνδετικός κρίκος τους, όπως συνέβαινε στις τάξεις του Δ.Σ.Ε., όταν αντιμετώπιζαν δυσκολίες και άμεσο κίνδυνο της ζωής τους εγκατέλειπαν το πεδίο της μάχης, όπως έγινε και στη Χαλανδρίτσα, στις 5.7.48. Δηλαδή έδιναν μάχη μόνον όταν επρόκειτο να την κερδίσουν. Όμως τα Τάγματα Χωροφυλακής Γ. Ζάρα και Αρ. Κρανιά, όπως και το Τάγμα Πεζικού 617 του Δρακουλαράκου, αποτελούσαν εξαίρεση. Ειδικώτερα το Τάγμα Δρακουλαράκου, δυνάμεως περίπου 500 ανδρών ποτέ δεν μετεκινείτο με σκόρπιους τους λόχους του και δεν επέστρεφε στον προορισμό του από το ίδιο δρομολόγιο. Έτσι ήταν δύσκολο στο Δ.Σ.Ε. να του στήσει ενέδρα και να το χτυπήσει. Ήδη ένα μήνα πριν, δηλ.στις 24 Ιουνίου 1948 στη μάχη της Ζαχάρως οι αντάρτες αντιμετώπισαν σθεναρή αντίσταση από ένα τάγμα κυβερνητικού Στρατού και αυτό σίγουρα βάρυνε στην κρίση τους. Έτσι το βράδυ της 22ας Ιουλίου 1948 προς το πρωί της 23ης του μηνός, που το 617 Τ.Π. στάθμευσε στη Μονή Βλασίας, σε μια σύσκεψη που έγινε μεταξύ των επιτελών του Δ.Σ.Ε. βεβιασμένα πάρθηκε η απόφαση να το χτυπήσουν. Στη σύσκεψη αυτή που έγινε στο Αρχηγείο Πελοποννήσου υπό το Διοικητή Στεφ. Γκιουζέλη, παρουσίασε το σχέδιο μάχης ο επιτελάρχης του Δ.Σ. της Πελοποννήσου αντισυνταγματάρχης Κ. Κανελλόπουλος (πρώην κάτοικος Βλασίας) και συμμετείχαν ο επίσης αντισυνταγματάρχης Σαρρήγιαννης (Σαρρής Γιάννης) οι Ταγματάρχες Πέρδικας (Γιαννακούρας Μήτσος) και Κώστας Βρετάκος και οι διοικητές των λόχων. Αν και λόγω του περιορισμένου χρόνου που διέθετε ο Δ.Σ.Ε. για να συγκεντρώσει αρκετές δυνάμεις, οι αξιωματικοί αυτοί αποφάσισαν, μετά την επιμονή των Γκιουζέλη και Κανελλόπουλου (κατά τον ανθυπολοχαγό Κ. Παπακωνσταντίνου) το χτύπημα του 617 Τ.Π. αισιοδοξώντας σε νίκη των ανταρτών, ιδιαίτερα μετά τη νίκη τους στη Χαλανδρίτσα. Το χάραμα στις 4.30 της 23.7.48 οι αντάρτες χτυπούν το Σταθμό Διοίκησης του 617 Τ.Π. που εδρεύει στη μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας, η οποία όμως είναι περιτοιχισμένη από υψηλό μαντρότοιχο και αποτελεί βασικό μειονέκτημα για τους επιτιθέμενους. Πάντως, όπως είχε τονισθεί στη σύσκεψη ακόμα και σε περίπτωση αποτυχίας, αυτή η επίθεση θα αποτελούσε μάχη αντιπερισπασμού και μάλιστα επιτυχής στον αποφασιστικής σημασίας αγώνα του Δ.Σ.Ε. που διεξήγαγε στο Γράμμο. Παράλληλα με την επίθεση στο μοναστήρι, μια ακόμα επιθετική ενέργεια των ανταρτών εξελίσσεται στο κεφαλοχώρι της Κάτω Βλασίας. Οι αντάρτες που καιροφυλακτούσαν στη δασώδη περιοχή είχαν βρει την ευκαιρία που ζητούσαν, και μάλιστα από απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων. Όμως το τάγμα του Δρακουλαράκου που διανυκτερεύει στη Βλασία δεν αιφνιδιάστηκε, διότι λίγα λεπτά πριν την επίθεση έπεσαν πυροβολισμοί στο χώρο του μοναστηριού όπου κοιμόταν ο λόχος Διοίκησης και έτσι χάθηκε το βασικό πλεονέκτημα των ανταρτών που ήταν ο αιφνιδιασμός. Επίσης είχε εκραγεί και μια παγιδευμένη υπό του στρατού χειροβομβίδα. Η μάχη άρχισε σκληρή. Η διλοχία του Στρατού που είχε εγκατασταθεί αμυντικά σε σπίτια της Κάτω Βλασίας εγκατέλειψε μετά από δύο ώρες τις θέσεις της, αλλά ένας σημαντικός αριθμός σταρτιωτών κατάφερε να φθάσει στο Μοναστήρι και να ανισχύσει τις θέσεις των αμυνομένων. Μάλιστα από τις 7 το πρωί ένα σμήνος μαχητικών αεροπλάνων παίρνει μέρος στη μάχη πολυβολώντας τους αντάρτες από πολύ ψηλά. Δεν κατέβαιναν κάτω από τα 800 μέτρα τα αερπλάνα γιατί από την πλευρά τους οι αντάρτες τα αντιμετώπιζαν με καταιγιστικά πυρά από το έδαφος, με ό,τι όπλα διέθεταν. Και αυτό το ήξεραν οι αεροπόροι. Έπειτα από τρεισήμισι ώρες οι έγκλειστοι στρατιώτες στη Μονή, άρχισαν να κάμπτονται ελλείψει πυρομαχικών. Οι αγωνιώδεις εκκλήσεις του Δρακουλαράκου προς τους πιλότους να τους κάνουν ρίψεις εφοδίων και οι διαμαρτυρίες τους προς τις διοικήσεις της Πάτρας και των Καλαβρύτων να του στείλουν ενισχύσεις με μηχανοκίνητα, έδειχναν την τραγική κατάσταση των αμυνομένων. Γι’ αυτό και η κατάσταση άλλαξε μόνον όταν με μια ριψοκίνδυνη και παράτολμη ρίψη τους οι αεροπόροι ενίσχυσαν με πολεμοφόδια που έπεσαν εντός της μονής του Αγ. Νικολάου, τους αμυνόμενους και αναπτέρωσαν το ηθικό τους έως τις 12.30 που έφθασαν ενισχύσεις μηχανικινήτων στρατού από τα Καλάβρυτα και μια διλοχία από το Κ.Β.Ε. Πάτρας. Τις οποίες οι αντάρτες δεν είχαν εφεδρικές δυνάμεις για να τις αντιμετωπίσουν και να τους δοθεί χρόνος για τη συνέχιση της μάχης στη Μονή. Έτσι με διαταγή του Κανελλόπουλου απεσύρθηκαν. Οι απώλειες των ανταρτών ήσαν 16 νεκροί και 32 τραυματίες εκ των οποίων βαριά ο αξιωματικός Πληροφοριών ανθυπ/γός του 2ου Τάγματος Τηλέμαχος Συρράκος. Μια ριπή πολυβόλου του έσπασε το πόδι. Ο κυβερνητικός στρατός είχε 10 νεκρούς και 45 τραυματίες. Γλίτωσε όμως την εξόντωση όπως είχε συμβεί με τη Χωροφυλακή στη Χαλανδρίτσα και το στρατό στα Καλάβρυτα. Και αυτό χάρη στους θαρραλέους αεροπόρους των οποίων τρία αεροπλάνα έπαθαν σημαντικές βλάβες από τα αντάρτικα πυρά, αλλά και στη συνεχή μετακίνηση και έξυπνη διάταξη των δυνάμεων του Ταγματάρχη Δρακουλαράκου. Σε κριτική που έγινε αργότερα στο χωριό Βελιμάχι για την επίθεση στη Βλασία, αυτή κρίθηκε θετική. Πάντως στο βιβλίο της Στρατιωτικής Διοίκησης Πελοποννήσου «Ο συμμοριτισμός στην Παλοπόννησο 1946-49» αναφέρονται 20 νεκροί από τους αντάρτες και δύο νεκροί από το στρατό. Τις επόμενες ημέρες πληροφορίες που δόθηκαν στον Τύπο της Πάτρας εκ μέρους του Στρατού, αναφέρονται σε εξωφρενικούς αριθμούς. Μιλούν για 152 νεκρούς αντάρτες και δύο νεκρούς από το στρατό, ενώ τις απώλειες των πρώτων τις ανεβάζουν ακόμα και σε 200 νεκρούς. Ειδικώτερα αναφέρονται τούτα: «Το μεσονύκτιον της Πέμπτης προς την Παρασκευήν ηκούσθη έκρηξις χειβομβίδος επί του υψώματος Ερύμανθος το οποίον είχε παγιδευθεί υπό στρατιωτικού τμήματος δια χειροβομβίδων. Αμέσως εδόθη το σύνθημα του συναγερμού, διότι ήτο προφανές πλέον ότι εκεί ευρίσκοντο αντάρται. Περί την 3.30 πρωϊνήν της Παρασκευής ο Διοικητής του Τάγματος ετέθη επί κεφαλής περιπόλου και εξήλθε προς ανίχνευσιν πέραν του υψώματος της μονής Αγίου Νικολάου, όπου όμως εδέχθη ριπάς αυτομάτων όπλων υπό των συμμοριτών. Η περίπολος ήρχισε να βάλλη, συμπτυσσομένη ταυτοχρόνως ίνα ενωθή μετά του λόχου της. Την 4.05 ακριβώς εξεδηλώθη λυσσώδης επίθεσις κατά του υψώματος Αγίου Νικολάου εξ αποστάσεως 20-30 μέτρων, δεδομένου ότι λόγω του δασώδους της περιοχής οι συμμορίται είχον κατορθώσει να πλησιάσουν πολύ (…)».

Πριν την επίθεση ο Βρεττάκος στην ημερήσια διαταγή του προς τους αντάρτες τονίζει: «Το τάγμα αυτό το έχουμε χτυπήσει δύο φορές και δεν μπορέσαμε να το τσακίσωμε. Τώρα πρέπεινα το διαλύσουμε. Η επίθεσις θ’ αρχίση στις 4.45 και πρέπει στις 5.45 να πέση το Μοναστήρι, όπου η διοίκησις του τάγματος, άλλως η επίθεσις εχάθηκε»…».

Ο Λάζαρης (σ. 223) αναφέρει: «… Έπρεπε συνεπώς το τάγμα του Δρακουλαράκου να συντριβεί ή τουλάχιστον να υποχρεωθεί σε αποχώρηση – και τη σχετική αποστολή ανέλαβε μια ισχυρή αντάρτικη δύναμη, όχι όμως τόσο ισχυρή όσο χρειαζόταν. Συγκεκριμένα την επίθεση κατά του εχθρού ανέλαβαν δύο λόχοι των ανταρτών υπό τον Ετεοκλή Δουμουλάκη και τον Βασ. Κωνσταντόπουλο ή Λύσανδρο, ενώ ένας τρίτος λόχος, υπό τον Κων/νο Παπακωνσταντίνου ή Μπελά, παρέμεινε στις εφεδρείες της διοίκησης, πού τη συγκροτούσαν ο Κων. Κανελλόπουλος, ο Σαρηγιάννης και ο ίδιος ο Στεφ. Γκιουζέλης. Η επίθεση άρχισε τα ξημερώματα και αιφνιδίασε το τάγμα του Δρακουλαράκου, το οποίο έσπευσε να εγκαταλείψει τις περισσότερες θέσεις του – ο κύριος ωστόσο όγκος του με επικεφαλής τον διοικητή του, κατόρθωσε να μπεί στο κοντινό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, το οποίο και μετέτρεψε σε απόρθητο φρούριο. Οι αντάρτες επιχείρησαν με επανειλημμένες εφόδους να καταλάβουν το μοναστήρι, όταν όμως επενέβη η εχθρική αεροπορία, υποχρεώθηκαν, για να μην εκτεθούν στους πολυβολισμούς της, να υποχωρήσουν […]. Οι απώλειες των ανταρτών στη μάχη της Βλασίας υπήρξαν σημαντικές. Οι νεκροί ήταν οπωσδήποτε λιγότεροι από 152, που ισχυρίζεται ο Κων. Καραλής[3], αλλά σαφώς περισσότεροι από 16, που ισχυρίζεται ο Αρ. Καμαρινός[4]. Ο αντίπαλος είχε υποστεί μικρότερες απώλειες – τουλάχιστον όμως 13 νεκρούς, όπως φανερώνουν άλλωστε οι ισάριθμοι τάφοι στρατιωτών, που βρίσκονται στο μοναστήρι[5]…».

Η μονή είχε μετόχι στα Αγιοβλασίτικα Δύμης, και στα κτήματα της μονής (πρώην κτήματα Σαήδ αγά) είχαν εγκατασταθεί μερικοί οι οποίοι τα επεξέτειναν σε βάρος δασικών εκτάσεων. Διασώζεται η οικία των μοναχών (το Καλογερικό) στη Σπαρτούλα (οικισμό στα Αγιοβλασίτικα). Είχε περιουσία, 18 ελαιόδντρα και ζώα στο Παυλόκαστρο. Στην εφημερίδα «Φωνή των Καλαβρύτων» αναφέρεται ότι ο εκ Βλασίας Κων/νος Αβραντινής που έμενε στην Πάτρα, προσέφερε 600.000 δραχμές «για να γίνει περιτοίχιση και διαμόρφωση του προαυλίου της ιεράς μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας. Το έργο χάρις στις σύντονες παροσπάθειες του καλού Ηγουμένου της Μονής π. Θεοδωρήτου Ζουρνά[;] ήδη εκτελέστηκε και μάλιστα με παραδοσιακή τοιχοποιΐα που κατασκεύασε ο τεχνίτης Θεόδωρος Στουρνάρας. Ο π. Θεοδώρητος με γράμμα του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Πάτρας «Πελοπόννησος» ευχαριστεί τον κ. Αβραντινή και τη σύζυγό του Χρύσα Αβραντινή. Στις ευχαριστίες τους προστίθενται και οι ευχαριστίες όλων των Βλασιωτών./ Γεώργιος Τσαπικούνης».

——————————————————————-

[1] Δημ. Παλαιολογόπουλος: Ο εμφύλιος πόλεμος στην επαρχία Καλαβρύτων 1946-1949.-Εκδόσεις Παρασκήνιο.

[2] Αλ. Τσιγκούνη: Ο Συμμοριτισμός στην Πελοπόννησο- Αθήνα 1961

[3] «Κων. Καραλή, ό.π., τ. Β΄».

[4] «Αρ. Καμαρινού, ό.π.».

[5] «Δημ. Παλαιολογόπουλου, ό.π.».

Σημείωση: Για τις πηγές και τη χρήση του παραπάνω κειμένου καθώς και όσων προηγήθηκαν, ισχύουν όσα στο πρώτο μέρος έχω αναφέρει. Για ευνόητους λόγους δεν αναγράφω επακριβώς εδώ τις πηγές και όχι από έλλειψη εκτίμησης στους πνευματικούς δημιουργούς.

Το πλήρες κείμενο παρατίθεται στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων»

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας (Μέρος Β΄.).

(Συνέχεια….)

Σε πίνακα εκποιηθέντων κτημάτων της μονής, με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1838, αναγράφονται από την επιτροπή οι αγροί με τα εξής στοιχεία κατά σειρά: ποτιστικός (π) ή ξερικός (ξ), θέση στην οποία βρίσκεται, έκταση σε στρέμματα και μέτρα, ποσό της ολικής εκτίμησης σε δραχμές, ποσό που προσφέρθηκε στη δημοπρασία για την αγορά σε δρχ., ονοματεπώνυμο αγοραστή και ονοματεπώνυμο εγγυητή και πληρωτή. 1. αγρός (π), Βρύσθα, 6 στρ. και 345 μέτρα, 190, 350, Βασίλειος ιερέας Πανάγου, Γ. Οικονομόπουλος. 2. αγρός (π), Αλμπόβρυσο, 6 στρ., 120, 130, Βασίλειος ιερέας Παναγ…, Γ. Οικονομόπουλος. 3. αγρός (π), Βαρικά, 1 στρ. και 804 μέτρα, 30, 40, Π. Νικολόπουλος, Θ. Θεοδωρόπουλος. 4. αγρός (π), Καλτεζιά, 960 μέτρα, 60, 150, Κ. Παπαδογιαννόπουλος, Κων. Τουφεξής. 5. αγρός (π), Καλτεζιά, 2 στρ. και 247 μέτρα, 120, 240, Κων. Τουφεξής, Ιωά. Δακόπουλος. 6. αγρός (π), Βουτά Σταύρου, 3 στρ. και 344 μέτρα, 120, 150, Παν. Νικολόπουλος, Θ. Θεοδωρόπουλος. 7. αγρός (π), Βουτά Καλαντζή, 3 στρ. και 622 μέτρα, 200, 210, Π. Νικολόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 8. αγρός (π), Βουτά Τζουρούλα, 3 στρ. και 450 μέτρα, 210, 260, Π. Νικολόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 9. αγρός (π), Βοϊδομάτι, 5 στρ. και 400 μέτρα, 230, 390, Χ. Μακροδημόπουλος, Λουκάς Κανελλόπουλος. 10. αγρός (π), Βοϊδομάτι, 1 στρ. και 957 μέτρα, 40, 50, Θ. Θεοδωρόπουλος, Π. Νικολόπουλος. 11. αγρός (π), Καλαντζή Βοϊδομάτι, 3 στρ., 55, 65, Θ. Θεοδωρόπουλος, Γ. Οικονομόπουλος. 12. αγρός (π), Βοϊδομάτι Γεωργίου, 6 στρ. και 537 μ., 230, 270, Γκολφινόπουλος Θεόδωρος, Βασίλειος Γ. Μαραγκού. 13. αγρός (ξ), Λάζους, 11 στρ. και 800 μ., 210, 220, Γεώργιος Οικονομόπουλος, Βασίλειος ιερεύς Πανάγου. 14. αγρός (ξ), Αλμπόβρυσιν, 4 στρ. και 790 μ., 60, 90, Γεώργιος Καραμεσίνης, Κωνστ. Παπαδογιακόπουλος. 15. αγρός (ξ), Βαρικά, 5 στρ. και 795 μ., 45, 60, Παναγιώτης Νικολόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 16. αγρός (ξ), Καλέτα, 1 στρ. και 350 μ., 25, 45, Ιω. Αντωνόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 17. αγρός (ξ), Χούρχουρη, 6 στρ. και 482 μ., 85, 165, Ιω. Αντωνόπουλος, Γ. Καραμεσίνης. 18. αγρός (ξ), Βρομονέρι, 4 στρ. και 10 μ., 60, 110, Κωνστ. Παπαδογιακόπουλος, Γ. Καραμεσίνης. Το ολικό ποσό εκτίμησης ήταν 2090 δρχ. και το ολικό ποσό προσφοράς 2995 δρχ. Την επομένη 26.6.1838 ο διοικητής Κυλληνίας διαβιβάζει το πρακτικό εκποίησης των κτημάτων που εκτέθηκαν σε δεύτερη δημοπρασία καθώς και αίτηση του Αναστασίου Μιχαλοπούλου προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματεία. Η αίτηση αυτή έχει ημερομηνία 18 Ιουνίου 1838, απευθύνεται στη διοίκηση Κυλληνίας και είναι δυσανάγνωστη.

Στις 16 Ιουνίου 1838 ο δήμαρχος Γ. Οικονομόπουλος πιστοποιεί ότι η κτηματική περιουσία του Γιάννου Στεριοπούλου δημότη του δήμου Βλασίας είναι αξίας 4.000 δρχ. Στις 29.9.1838 ο γραμματέας της επιτροπής γνωρίζει στον διοικητή Κυλληνίας ότι από τα εννέα πωλητήρια των εκποιηθέντων κτημάτων της μονής που στάλθηκαν στην επιτροπή, επικυρώθηκαν τα επτά τα οποία και επιστρέφει να τα επιδώσει στους ανήκοντες αγοραστές. Τα λοιπά δύο του Αναστασίου Μιχαλοπούλου και του Παναγ. Νικολοπούλου δεν επικυρώθηκαν, και για το πρώτο επικαλούνται την από 27 Ιουλίου διαταγή περιμένοντας σχετική απάντηση και για το δεύτερο γιατί δεν είχαν αναγραφεί πλήρη στοιχεία στην περιγραφή του κτήματος. Στις 29 Οκτωβρίου 1838 ο Διοικητής Κυναίθης ζητεί διευκρίνιση για τα μη εγκριθέντα πωλητήρια, την οποία δίδει η Γραμματεία των εκκλησιαστικών.

Στις 10 Ιανουαρίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης διαβιβάζει αίτηση από 2.1.1839, του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής Αγ. Νικολάου Βλασίας προς την επί των εκκλησιαστ. Γραμματεία να επιτραπεί ο διορισμός του δικηγόρου Χριστοδούλου Τζίνου για την εκδίκαση στο πρωτοδικείο Πατρών υπόθεσης με ιδιώτη που κατείχε μοναστηριακά κτήματα.

Σε άλλο έγγραφο το ηγουμενοσυμβούλιο της μονής περιγράφει προς τον διοικητή Κυναίθης τη διένεξη της μονής με τον κάτοικο των Πατρών Δημήτριο Κρίτζο στον οποίο είχαν ενοικιάσει κτήματα της μονής και ζητάει την άδεια να ορίσει δικηγόρο για την υπεράσπιση της υπόθεσης.

Η Γραμματεία στις 16 Ιανουαρίου 1839 απαντάει στην από 10.1.1839 αναφορά του διοικητή Κυναίθης ότι το ηγουμνοσυμβούλιο της μονής Αγίου Νικολάου δεν αρκεί να ζητάει την άδεια προς επιχείρησιν δίκης και να γνωστοποιεί το όνομα του δικηγόρου αλλά πρέπει να επισυνάψει στην αίτηση και αποδεικτικό τακτικού δικηγόρου ότι η δίκη δεν είναι προφανώς άνομος, άδικος και ανυποστήρικτος και τότε θα απαντήσει στην αίτηση.

Στις 25 Ιανουαρίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης στέλνει προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματεία αναφορά με τις αναγκαίες διορθώσεις στα πωλητήρια των Π. Νικολοπούλου και Αναστασίου Μιχαλοπούλου και ζητάει την επικύρωση αυτών. Το ηγουμενοσυμβούλιο της μονής στις 27.5.1839 γνωρίζει στην αρμοδία Γραμματεία επί των εκκλησιαστικών ότι όρισε αντιπρόσωπον τον Ιωνά για να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα. Με αναφορά του από 18.5.1839 ο διοικητής Κυναίθης γνωρίζει στην επι των εκκλησ. Γραμματεία ότι ο ένας εκ των μέσω της δημοπρασίας αγοραστών Χαράλαμπος Μακροδημόπουλος, υπαναχωρεί και παρά τις πολλές εκκλήσεις δεν πληρώνει τα χρήματα. Ζητείται η άδεια να ξανακάνουν δημοπρασία για το εν λόγω ακίνητο ή να τους υποδειχθεί τρόπος αντιμετώπισης του θέματος. Η επιτροπή με σημείωση πάνω στο ίδιο έγγραφο δίνει οδηγίες στον διοικητή Κυναίθης για επαναδημοπράτηση του αγρού αυτού και αποζημίωση της μονής από τον υπαναχωρήσαντα Μακροδημόπουλο και σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας του για αποζημίωση να προχωρήσουν σε κατάσχεση και πλειστηριασμό κτήματος αυτού.

Σε άλλο έγγραφο του Μαΐου 1839 αναφέρονται τα εξής: «Σημείωσις εξηγμένη εκ των καταστίχων της Μονής Αγίου Νικολάου, του β. Δεκάτου, το οποίον το Ταμείον της Μονής ταύτης επλήρωσεν εφ’ όλων των προϊόντων των κτημάτων της κατά τα έτη: 1836-1837 και 1838 εις το τότε εκκλησιαστικόν Ταμείον. Κατά το έτος 1836 επλήρωσεν δρχ. 70. Κατά το έτος 1837 επλήρωσεν δρχ. 50. Κατά το έτος 1838 επλήρωσεν δρχ. 40. Την 27 Μαΐου 1839/ Άγιος Νικόλαος/ Οι Σύμβουλοι/ Παρθένιος ηγούμενος/ Καλλίνικος/ Γρηγόριος». Φέρει δε το έγγραφο κυκλική σφραγίδα με το σχήμα του σταυρού στη μέση και κυκλικά αναγράφεται: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΝ ΚΥΝΑΙΘΗ.

Στις 28 Ιουνίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης στέλνει αναφορά στην Γραμματεία επί των εκκλησιαστικών με την οποία διαβιβάζει αναφορά του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής για την πιστοποίηση του δικηγόρου Πατρών Χ. Ξούκη.

Η αναφορά του ηγουμενοσυμβουλίου από 11 Ιουνίου 1839 προς την διοίκηση Κυναίθης αναφέρει τα εξής: «Προ της ελληνικής επαναστάσεως, η Μονή του Αγίου Νικολάου εις χωρίον Άγιον Βλάσιον Κυλληνίας δέδωκε δια των πατέρων αυτής εις εμφύτευσιν προς τον ποτέ Δημήτριον Κρίτσον παπατσήν Πατραίον μίαν άμπελον εκ στρεμμάτων ως έγγιστα πέντε κειμένην εντός του δήμου Πατρών εις θέσιν καλουμένην Μπουντοβάγια, επί συμφωνία του να δίδει προς την μονήν κατ’ έτος προς γρόσια είκοσι και οκάδας είκοσι και πέντε έλαιον. Η άμπελος αύτη έλαβε κατά καιρόν διαφόρους διακατόχους∙ νυν δε διακατέχεται παρά της Κωνσταντινιάς Ξυγκού, Σμαράϊδου Ξυγκού και συζύγου αυτής Αντωνίου Ηλιοπούλου κατοίκου Πατρών. Οι διακάτοχοι αυτής δέδωκαν μέχρι της επαναστάσεως τον ετήσιον κανόνα, ως άνωθεν, αλλ’ από την επανάστασιν και ήδη ηρνήθησαν την απόδοσιν του αναντιρρήτου τούτου χρέους των ιδιοποιούντες αυτήν και ούτως η Μονή υστερείται αρκετά. Διά ταύτα λοιπόν και επειδή κατά τον 8ον Νόμον της Βιβλ. Γ. Τίτλ. Δ΄ της Εξαβίβλου Αρμενοπούλου, η Μονή χαίρει δια την έλλειψιν τοσούτων χρόνων του συμφωνηθέντος κανόνος του δικαιώματός της να ζητήση ου μόνον τα άχρι σήμερον καθυστερούμενά της δικαιώματα, αλλά και την επιστροφήν της διαληφθείσης αμπέλου, ήδη αποκατασταθείσης αγρού, από τους διαληφθέντας τελευταίους διακατόχους και την εγκατάστασίν της εις αυτήν, το οποίον και είναι πλέον σύμφορον δια την Μονήν. Και επειδή ο υποφαινόμενος προϊστάμενος αυτής, ταύτην αγωγήν δεν δύναται κατά το από 12(24) Μαΐου 1835 Β. Διάταγμα να κινήση, χωρίς προλαβόντως να του δοθή η άδεια του παρίστασθαι επί δικαστηρίου και του να διορίση δικηγόρον τινά προς υπεράσπισιν των δικαιωμάτων της διαληφθήσης Μονής. Διά ταύτα εγκλείων και αποδεικτικόν του κυρίου Χ. Ξούκη Δικηγόρου παρά τοις εν Πάτραις Δικαστηρίου περί του ότι η προκειμένη δίκη δεν είναι άδικος∙ παρακαλεί την Σ. ταύτην Διοίκησιν όπως ευαρεστηθή να αναφέρη ταύτα όθεν δεί δια να τω δοθή η απαιτουμένη άδεια του παρίστασθαι επί Δικαστηρίου δια την διαληφθείσαν υπόθεσιν και να διορισθή προς διεξαγωγήν της δίκης ταύτης πληρεξούσιος της Μονής ο διαληφθείς Δικηγόρος Κύριος Χριστόδουλος Ξούκης∙ και υποσημειούμαι με το ανήκον σέβας./ Εν Αγίω Βλασίω την 11 Ιουνίου 1839/ ο ευπειθέστατος./ Παρθένιος ηγούμενος./ Σύμβουλοι Καλλίνικος/ Γρηγόριος». Επισυνάπτεται πιστοποίηση με ημερομηνία 10.6.1839 του δικηγόρου Ξούκη ότι «η δίκη… δεν είναι προφανώς άλογος, άδικος και ανυποστήρικτος».

Η επιτροπή με ημερομηνία 4.7.1839 προς τον ηγούμενο της μονής Αγίου Νικολάου δίδει την άδεια για έναρξη δικαστικού αγώνα μεταξύ της Μονής και των αντιδίκων αυτής, καθώς και για τον διορισμό του Χριστόφορου Ζούκη ως δικηγόρου της Μονής. Στις 11.7.1839 ο διοικητής Κυναίθης με έγγραφο ορίζει τα του αναπλειστηριασμού. Στη συνέχεια και από πρακτικό που επισυνάπτεται προκύπτει ότι στις 25 και 26 Ιουλίου 1837 έγινε δημοπρασία αλλά δεν υπήρξε προσφορά και στις 27.7.1839 προσέφεραν: ο Νικολίνος(;) Α. Ζαήμης (;) δρχ. 250, ο Θεόδωρος Θεοδωρόπουλος 270 δρχ., ο Χαράλ. Μακροδημητρόπουλος 280 δρχ. και τέλος ο Θεόδωρος Θεοδωρόπουλος 290 δρχ. Έτσι πλειοδότρια ήταν η τελευταία. Στις 29 Ιουλίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης αναφέρει στην επί των Εκκλησιαστ. Γραμματεία ότι έγινε αναπλειστηριασμός του ακινήτου για το οποίο υπαναχώρησε ο Μακροδημόπουλος αλλά η τιμή που επιτεύχθηκε ήταν κατά 100 δραχμές μικρότερη της προηγούμενης δημοπρασίας. Επισυνάπτει το πρακτικό της επαναδημοπράτισης και ζητάει την έγκριση της επιτροπής. Στις 29 Αυγούστου η Γραμματεία εγκρίνει το πρακτικό του αναπλειστηριασμού και ορίζει να πληρώσει ο Μακροδημητρόπουλος τους τόκους και τη διαφορά τιμής. Στη συνέχεια υποβάλλεται και εγκρίνεται το πωλητήριο στις 27.9.1839. Στη συνέχεια η μονή διαβιβάζει ομολογίες χρεωστών της στη διοίκηση Κυναίθης και στη συνέχεια στην αρμοδία Γραμματεία η οποία επιστρέφει τις ομολογίες και συστήνει να κινηθεί η μονή δικαστικά κάνοντας όλες τις απαραίτητες ενέργειες μέσω δικηγόρου και σχετικών αδειών και εγκρίσεων που πρέπει να της δοθούν.

Από έγγραφο του οικονομικού εφόρου Καλαβρύτων, που συντάχθηκε στα Καλάβρυτα στις 2 Αυγούστου του 1852 και απευθύνεται στο υπουργείο των εκκλησιαστικών προκύπτει ότι το μοναστήρι διεκδικούσε εκτάσεις σε θέσεις που κατονομάζονται και που κατά τον προϊστάμενο της επαρχίας ανήκουν στο δημόσιο και μάλιστα η μονή στρεφόταν κατά ποιμένων, υλοτόμων κ.λ χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα. Ο υπουργός έδωσε εντολή στον νομάρχη στις 12.81852 να καλέσει τη μονή να παρουσιάσει τους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων στις θέσεις που αναφέρονται στο έγγραφο. Στις 29.9.1852 γίνεται νέα υπόμνηση από το υπουργείο προς το νομάρχη Αχαΐας και Ήλιδος αφού μέχρι τότε δεν υπήρχε απάντηση με τα στοιχεία που ζητούσε το υπουργείο. Στις 11.9.1858 ο νομάρχης υποβάλλει στο υπουργείο αναφορά του δημάρχου Λαπαθών με τις ζητούμενες πληροφορίες.

Η αναφορά του δημάρχου Λαπαθών Καραμεσίνη έχει συνταχθεί στις 6.9.1832 και απευθύνεται στον έπαρχο Καλαβρύτων. Είναι δυσανάγνωστη και αναφέρει ότι τις αναφερόμενες θέσεις κατείχε η μονή πριν την Επανάσταση και οι μοναχοί καταδιώκουν τους βοσκούς και ποιμένες διότι μεταξύ των δασικών εκτάσεων που ανήκουν στο δημόσιο μετά την επανάσταση, υπάρχουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις της μονής όπως στη θέση Φλωσκούνη όπου έχει περί τα 4 στρέμματα στην κυριότητά της με έγγραφα.

Το υπουργείο των εκκλησιαστικών έστειλε το εξής έγγραφο στη μονή Αγ. Νικολάου: «Εν Αθήναις τη 25 Σεπτεμβρίου 1852./ Προς Πανοσιώτατον ηγούμενον της εν Καλαβρύτοις διατηρουμένης μονής του Αγίου Νικολάου και τους περί αυτού Συμβούλους./ Περί αντιποιήσεως Εθνικών τινων/ κτημάτων ως μοναστηριακών./ Κατηγγέλθητε ότιαντιποιείσθε τας εθνικάς θέσεις Φλωσκούνι, Καλλιφώνι, Σκαφίδια, Μπούγα, διάσελον Παντάσια, Γργορ… της Κουνσουλόβρυσης ως ανηκούσας δήθεν εις την μονήν της οποίας προΐστασθε, και ότι κατά συνέπειαν φορολογείτε και ενάγετε ενώπιον των Δικαστηρίων διαφόρους ποιμένας, υλοτόμους κ.λ. λαμβάνοντες τα δικαιώματα τα ανήκοντα εις το Δημόσιον. Επειδή εάν μεν αντιποιείσθε τα αλλότρια, εκείνα τουτέστι τα οποία εις την Μονήν Σας δεν ανήκουσι, ενεργείτε πράξιν καταδιώξιμον και τιμωρητέαν∙ εάν δε δυνάμει τίτλων δύνασθε να αποδείξετε ότι δεν αντιποιείσθε, αλλ’ αντέχεσθε της ιδιοκτησίας της ανηκούσης εις την Μονήν Σας, έχετε δικαίωμα εις υπεράσπισην νόμιμον, δια ταύτα, δια να γνωρίσωμεν το βάσιμον ή μη της άνω καταγγελίας, έχομεν ανάγκην να Μας πληροφορήσετε άνευ της ελαχίστης αναβολής, άμα λαβόντες την παρούσαν, περί των εφεξής. Εάν έχετε υμείς σήμερον, και εάν τίνος χρόνου έχετε την αδιαφιλονίκητον κατοχήν των προμνησθεισών θέσεων, αίτινες παριστώνται ως εθνικαί. Και β΄, Διά τίνων τίτλων αποδεικνύετε την επ’ αυτών των θέσεων ιδιοκτησίαν της Μονής. Μετά των πληροφοριών δε τούτων, όσον […] ευκρινώς και σαφώς εκτεθεισομένων, Σας προσκαλούμε να μας υποβάλετε και αντίγραφα επικυρωμένα των παρά τη υμετέρα μονή σωζομένων εγγράφων της ιδιοκτησίας. Την περί ταύτα απάντησίν σας περιμένομεν εντός δύο εβδομάδων, το βραδύτερον, από της παραλαβής της παρούσης./Ο υπουργός [υπογραφές]».

Στις 6.10.1852 το υπουργείο επανέρχεται και δίδει πρόσθετη οκταήμερη προθεσμία στη μονή για να απαντήσει. Ακολουθεί η παρακάτω απάντση της Μονής: «Εν τη Μονή Αγίου Νικολάου/ την 10η Οκτωβρίου 1852/ Προς το επί των εκκλησιαστικών και της Δημοσίου εκπαιδεύσεως Σ. Υπουργείον./ Κατά συνέπειαν της υπ.αριθ. 4194. 4247/2990 διαταγής του Σ. τούτου υπουργείου προς την Μονήν, πληροφορούμε αυτό ως εφεξής./ Τα περιγραφόμενα εις το εσώκλειστον εν αντιγράφω πιστοποιητικόν των κατοίκων Βλασίας όρη και δάση, κατέχει η Μονή προ αμνημονεύτων χρόνων και επί Τουρκοκρατίας εισέτι ως ιδιοκτησίαν της και τα οποία ηγόρασε εκ της Οθωμανικής Πύλης, εκδοθέντων περί της αγοραπωλησίας ταύτης των τακτικών εγγράφων, τα οποία ευρίσκοντο εις την Μονήν προ της ανεξαρτησίας της Ελλάδος. […] εν καιρώ επαναστάση ένεκεν των Οθωμανικών και εμφυλίων σπαραγμών, όταν απώλεσαν άπαντες οι Έλληνες παν ότι είχον απωλέσθησαν και οι τίτλοι της ιδιοκτησίας της. […] τούτο και οι εν τω πιστοποιητικώ εμφαινόμενοι κάτοικοι βεβαιούν την αδιαφιλονίκητον κατοχήν και κυριότητα, την οποίαν η Μονή έχει επί των ορέων αυτών και δασών, και το οποίον πιστοποιητικόν υποβάλλομεν εν αντιγράφω εις το υπουργείον προς απόδειξιν των εκτεθέντων εις την παρούσαν μας./ Εκτός τούτου εντός των περιγραφέντων εν τω πιστοποιητικώ τούτο ορίων κείται και η Μονή και οι αγροί αυτης, εξ’ ών αναλαμβάνουν οι εν αυτή πατέρες τους δημητριακούς καρπούς προς διατροφήν των./ Ουδείς άλλος των κατοίκων δύναται να αρνηθή την κυριότητα και κατοχήν την οποίαν προ αιώνων έχει η Μονή εις τα’ αναφερόμενα όρη και δάση, ειμή τινές απονενοημένοι, αίτινες θέλοντες να βόσκωσιν τα ζώα των δωρεάν εις τα μέρη ταύτα, αναφέρονται οσημέραι εις το επί των οικονομικών υπουργείον και φροντίζουν [… 2 λέξεις] να θεωρηθούν ως εθνικαί./ Μακράν ούτως να πιστεύσωμε, ότι το υπουργείον θέλλη παραδεχθή τας τοιαύτας ψευδείς και […] αναφοράς, είμεθα πλέον παρά βέβαιοι, ότι θέλει απορρίψει ταύτας ως […2-3 λ.] καθόσον τα περιγραφόμενα όρη και δάση θεωρούμε ως πλήρη και αναφαίρετη ιδιοκτησίαν της Μονής./ Υποσημειούμεθα/ ευσεβάστως/ ευπειθέστατοι/ Ο Ηγούμενος/ Παρθένιος ιερομόναχος./ Το Συμβούλιον/ Καλλίνικος ιερομόναχος/ Δανιήλ ιερομόναχος.».

Ακολουθεί το εξής δυσανάγνωστο πιστοποιητικό έγγραφο: «Οι υπογεγραμμένοι κάτοικοι γέροντες του χωρίου Αγίου Βλάση του ομωνύμου Δήμου πιστοποιούμεν εν βάρει συνοδείας ως και θεμιτής και χρείας τυχούσης μεθ’ όρκου τα εξής. 1ον. Ότι το όριον Καλλιφώνιον και Φλουσκούνιον περιέχουν δάσος και θερινά λειβάδια δύοπερίπου χιλιάδων προβάτων και συνορεύοντα με ράχην κερασιάς, Κόκκινον βράχον, ψεύτην, όριον Καλλιφωνίας βράχον αντίκρυ Κρύας Βρύσης, όρη Λεχουρίου καθώς ρέουσιν τα βρόχινα ύδατα, Ράχην Φλουσκουνιάς Γλυγορνόνμη Χαρκοσκάλαν, με την Μονήν Αγίου Νικολάου και αλωνίων της ήσαν ανέκαθε προ αμνημονεύτων χρόνων υπό την κατοχήν και κυριότητα της Μονής του αγίου Νικολάου, τόσον επί τουρκοκρατίας όσον και επί βασιλείας. 2ον. Ότι και άλλοτε κατ΄αίτησιν των ιερομονάχων της Μονής Αγίου Νικολάου επιστοποιήσαμεν ταύτα καίτοι ως εν παντί καιρώ και όπως δυνάμεθα να ομολογήσωμεν μεθ’ όρκου. Εις πίστωσιν των ανωτέρω δίδομεν το παρόν μας εις χείρας του καθηγουμένου Παπαπαρθενίου κατ’ αίτησίν του δια να του χρησιμεύση όθεν ανήκει./ Εν Βλασία τη […] 1848. Αποστόλης ιερεύς Σακελλάριος/ Μ. Νικολόπουλος/ Κανέλος ιερεύς Οικονόμος/ Μ. ιερεύς Σακελλάριος/ Νικόλαος Δημακόπουλος/ Α. Ντζόρτζης/ Ιωάννης Ρουμελιώτης. Γ. Καραμεσίνης/ Ν. Καραμεσίνης. Γ. Κυριαζόπουλος/ Δημήτριος Καρπής/ Στάθης Καρκλάς(;) δι εμού Μ. Νικολοπούλου. […]/ Νικόλαος Δημακόπουλος/ Μίχος ….ταζακόπουλος δι εμού του […]/ Κ. Αναγνωστόπουλος/ Γ. Καραμεσίνης/ Αντώνης Θεοδώρου/ Αποστόλης Μ. Θεοδωρόπουλος/ Κωνσταντής Παπασταθούρος/Ν. Πολυζώης δι εμού Καλλινίκου ιερομονάχου/ Δ. Λιάσκος δι εμού Δ. ιερομονάχου/ Κωνσταντίνος Δ. Ντουφεξής δι εμού […]/ Γιάννης Λάπας δι εμού Δημακόπουλου/ Παναγιώτης Καλαντζής και Θεόδωρος […] δι εμού/ Ν. Καραμεσίνης/ Βασίλειος Μπάκος δι εμού Π. Νικολοόπουλου/ Γιάννης Στάγγος/ Ιωάννης Δημόπουλος/ Επικυρούται το γνήσιο…. Ο Δημαρχεύων πάρεδρος του δήμου Βλασίας/ /Τ.Σ/ Α. Μιχαλόπουλος».

Στη συνέχεια έγγραφο συνταχθέν στην Αθήνα από το υπουργείο των Οικονομικών με ημερομηνία 27.10.1852 αναφέρεται σε κτήματα της μονής Αγίου Νικολάου για τα οποία έχουν χαθεί οι τίτλοι ιδιοκτησίας και λέγει ότι η κυριότητα μπορεί να αποδειχθεί με μάρτυρες κ.λ. Στις 3.1.1853 το υπουργείο Οικονομικών στέλνει έγγραφο στο υπουργείο εκκλησιαστικών για τα κτήματα του Μ. Σπηλαίου. Στις 12.1.1853 το υπουργείο των εκκλησιαστικών στέλνει στο υπουργείο των οικονομικών διευκρινήσεις ότι τα κτήματα είναι της μονής Αγίου Νικολάου και όχι του Μ. Σπηλαίου και με το ίδιο έγγραφο προτρέπει τους πατέρες της μονής να προσκομίσουν τους ζητηθέντες τίτλους ιδιοκτησία των κτημάτων, η να προσφύγουν, ακολουθούντες τη σχετική διαδικασία, κατά του δημοσίου για να δικαιωθούν για όσα δεν έχουν τίτλους και τα θεωρούν ιδιοκτησία της μονής .

Το έτος 1835 η Μονή Αγ. Νικολάου είχε 8 μοναχούς και ανήκε στον δήμο Βλασίας. Αναφέρεται η Μονή σε πίνακες με τα διατηρούμενα μοναστήρια στο νομό Αχαΐας και Ήλιδος (Βλασία, Δήμου Λαπαθών) κατά τον καιρό της εκδόσεως του περί μοναστηρίων Β.Δ. 25/9/1833 και κατά τις στατιστικές σημειώσεις της Ιεράς Συνόδου που συνέλεξε με υπουργική πρόσκληση στις 17.10.1857. Αναφέρεται στην αρχική σύσταση της κοινότητας Κάτω Βλασίας με το Β.Δ. 1 8/8/1912 (ΦΕΚ 256/Α/28-8-1912.

Αναφέρονται σε κατάσταση, ως ανήκοντες στη Μ. Αγίου Νικολάου οι παρακάτω μοναχοί ή ιερομόναχοι κ.λ.: Τουφεκζιόγλους Γρηγόριος, Λαζόπουλος Δαμασκηνός, Πριρόπουλος Καλλίνικος, Λασκόπουλος Νεκτάριος, Παπαπαναγόπουλος Παρθένιος, Κακοδήμος Παγκράτιος, Ζαφειρόπουλος Παρθένιος, Βασιλόπουλος Χριστόφορος, για τους οποίους βλ. αντίστ. λ. Οι μοναχοί του τα έτη: 1879, 1889, 1896, 1907, 1920, 1928, 1940, 1951, 1961, 1971, 1981, 1991, 2001 ήσαν αντίστοιχα: 13, 27, -, 16, 7, -, 6, 3, 2, 2, 2, 1, -. Ο Νικ. Βέης συνέταξε το 1902 (;) τους καταλόγους των χειρογράφων της μονής Αγίου Νικολάου του δήμου Λαπαθών . Από το ΦΕΚ 322/15.11.1891 προκύπτει ότι η συνδρομή της μονής Αγίου Νικολάου Λαπαθών υπέρ του ταμείου της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ήταν 273 δραχμές. Στο ΦΕΚ. 65/13.4.1898 αναφέρεται ότι η μονή συνεισέφερε υπέρ της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως 107 δρχ. Στο ΦΕΚ. 68/16.4.1898 αναφέρεται ότι η μονή συνεισέφερε υπέρ του κηρύγματος του θείου λόγου 64 δρχ. Από το ΦΕΚ. 38/22.2.1902 προκύπτει ότι η εισφορά της μονής υπέρ της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως για το έτος 1902 ήταν 88 δραχ. ενώ τα έσοδα τα υποκείμενα σε εισφορά 6920 δραχ.

Η μονή Αγίου Νικολάου συνεισέφερε για τη στοιχειώδη εκπαίδευση για το διάστημα 1895 – 1913 κατ’ έτος τα εξής ποσά αντίστοιχα: το 1895, 250 δρχ. το 1896, 166 δρχ. το 1901, 90 δρχ. το 1904, 92 δρχ. το 1907, 85 δρχ το 1910, 72 δρχ. το 1913, 73 δρχ. (Μούρτζης, σ. 269).Το 1896 ηγούμενος της μονής ήταν ο Παρθένιος Καστανάς (βλ. λ.). Με Β. Δ. από 21.9.1909 (ΦΕΚ. 221/Α/30.9.1909) δίδεται άδεια στο ηγουμενοσυμβούλιο της μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας να παραχωρήσει για εμφύτευση κτήματα στη Μυρτιόλακκα του Ριόλου του δήμου Δύμης. Με Β. Δ. από 15.12.1909 (ΦΕΚ. 303/Α/21.12.1909) εγκρίνεται η εκποίηση κτημάτων της μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας στο χωριό Μπρακουμάδι μιάς σταφιδαμπέλου εκτάσεως 12 στρεμ. και 200 τετραγ. μέτρων και ετέρου αγρού στην ίδια θέση και συνεχομένου της σταφιδαμπέλου.

Από το οδοιπορικό βιβλίο: Άνω Βλασία απ’ τα έλατα βγαλμένη αντιγράφω τον παρακάτω θρύλο: «Στα χρόνια της τουρκοκρατίας ο τοπικός αγάς έκλεψε όλα τα πρόβατα της μονής και τα κατέβασε στο Κατάκολο για να τα πουλήσει στα απέναντι νησιά. Όμως το πλοίο με τα κλεμμένα δεν έφευγε από την ακτή, οπότε ο καπετάνιος που γνώριζε από θαύματα ρώτησε αν τα ζώα είναι βακούφικα (μοναστηριακά δηλαδή), οπότε και θα έπρεπε να βγούν έξω για να μπορέσει να φύγει το πλοίο. Αυτό και έγινε και το ποίο απέπλευσε αφούβγήκε και η τελευταία κλεμένη προβατίνα από το μοναστήρι της Βλασίας. Το κοπάδι, μαζί με μία σκύλα που το είχε ακολουθήσει ως τη θάλασσα, πήρε τους δρόμους οδηγούμενο από μια σκοτεινή ανδρική μορφή. Το επόμενο πρωί οι καλόγεροι που είχαν ήδη δεηθεί στον Άγιο Νικόλαο για την επιστροφή των ζώων, είδαν το κοπάδι να κοιμάται έξω από την μάντρα της μονής μαζί με το σκυλί. Το θαύμα είχε γίνει και ο κλέφτης αγάς, εντυπωσιασμένος από τη δύναμη του θαλασσινού αγίου, δώρισε στη μονή ένα ασημένιο καντήλι με ένα καραβάκι κρεμασμένο επάνω του. Σήμερα το καραβάκι βρίσκεται κρεμασμένο πάνω στην ιερή πύλη».

(Συνεχίζεται…).

Σημείωση: ισχύουν όσα στο πρώτο μέρος αναφέρθηκαν, για τη χρήση του παρόντος και τις πηγές του.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας (Μέρος Α΄.).

Η Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας, όπως έχει καταγραφεί στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων».

Αγίου Νικολάου μονή: (Βλασίας), ανδρικό μοναστήρι κοντά και πάνω από το χωριό Βλασία της επαρχίας Καλαβρύτων του νομού Αχαΐας. Εξαρτάται από τη μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

Η Μονή του Αγίου Νικολάου είναι χτισμένη σε βουνό κωνοειδές κατάφυτο από έλατα, ανάμεσα στα γύρω βουνά: Αγγελόκαστρο, Χαρκοσκάλα και Καλλίφωνοι, σε υψόμετρο 1180 μέτρα και σε θέση που σύμφωνα με την παράδοση είδε στον ύπνο του ο ιδρυτής μοναχός. Ιδρύθηκε από τον ένα εκ των τριών Πελοποννησίων μοναχών που κατά τον 7ο μ. Χ. αιώνα ξεκίνησαν από το Άγιο Όρος και πήγαν στα Καλάβρυτα. Εκεί ο ένας έχτισε την Μονή του Αγίου Αθανασίου στα Φίλια Καλαβρύτων, ο άλλος την Μονή του Αγίου Αλεξίου στην Αγία Λαύρα και ο τρίτος την Μονή του Αγίου Νικολάου στην Βλασία.

Αρχικά το μοναστήρι κτίστηκε σε απόκεντρο χώρο μέσα στο δάσος αλλά έπεσε ο τοίχος και τα διάφορα υλικά βρέθηκαν στη θέση όπου υπάρχει σήμερα το μοναστήρι. Το μοναστήρι καταστράφηκε τρεις φορές αλλά έζησε και μέρες δόξας έχοντας περί τους 100 μοναχούς. Τόσο το επιβλητικό τοπίο, όσο και η ιστορία του αλλά και ο πλούτος του σε ιερά κειμήλια το έχουν καταστήσει τόπο ανάτασης της ψυχής του επισκέπτη.

Δυτικά του μοναστηριού τρέχουν τα κρυστάλλινα νερά της «καλογερόβρυσης» και στα ανατολικά του μοναστηριού πάνω στο δρόμο Πατρών – Καλαβρύτων υπάρχει το Μετόχι με τα αιωνόβια πλατάνια, την βραστή γίδα και με το Ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και τα προσκυνητάρια του Αγίου Νικολάου. Εκεί υπάρχει και οικισμός όπου 60 περίπου οικίσκοι της μονής ενοικιάζονται στους επισκέπτες.

Σήμερα το μοναστήρι αυτό, μετά την αποχώρηση για λόγους υγείας της γυναικείας αδελφότητος, διοικείται από επιτροπή κληρικών και λαϊκών, η οποία μεριμνά για την μονή, τα συμφέροντά της και την πνευματική πρόοδό της (Τζώρτζη: Γκέρμπεσι…).

Στους λόφους Χαρκόσκαλα και Αγγελόκαστρο παλαιά υπήρχαν τείχη προς φύλαξη της μονής αλλά και ίχνη αρχαίας κατοικίας δείγμα ότι εκεί ίσως υπήρχαν πολίχνες κατά την αρχαιότητα. Το 1885 ανακαινίσθηκε εκ βάθρων ο ναός και τα κελιά. Εντός της μονής σώζεται αρχαίος ναός.

Το 1906 προηγούμενος της μονής ήταν ο Δανιήλ Μιχόπουλος. Άλλος προηγούμενος, ο Παρθένιος ο οποίος εφονεύθη, μερίμνησε για την κατασκευή δεξαμενής προς διοχέτευση των ομβρίων υδάτων για την ύδρευση των μοναχών, αλλά και για την κατασκευή σταύλων, δρόμων κ. λ.

Η σφραγίδα της μονής είχε το 1906 την επιγραφή «Άγιος Νικολάου Κυναίθης». Είχε την ίδια εποχή ιερά λείψανα 40 Αγίων μέσα σε χρυσά κιβωτίδια, τα οποία είχαν σταλεί εκεί από βασιλικά Βυζαντινά πρόσωπα. Είχε τρία μετόχια: στη Βλασία, στο Ριόλο και στην Αχαϊά. Ηγούμενος αυτής το 1906 ήταν ο Ιάκωβος Λαμπίρης, προηγούμενοι δε οι Νικόδημος Κοσκέρας, Αμβρόσιος Γεωργίου και Δανιήλ Μιχόπουλος, όλοι από τη Βλασία . Το καθολικό του ανακαινίστηκε το 1892 . Μετά από πολλές καταστροφές, δυστυχώς διασώθηκαν και φυλάσσονται λιγοστά κειμήλια. Μεταξύ αυτών μια εικόνα του Αγίου Νικολάου, του έτους 1115, η οποία επισκευάστηκε το 1739, όπως αναφέρει σχετική επιγραφή. Η επιγραφή προς τα κάτω και αριστερά: ΑΨΛΘ΄. ανακενουργώθη, δεικνύει ότι αυτή έχει ανακαινισθεί.

Η μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας είχε επί τελευταίας Ενετοκρατίας 18 ρίζες ελιές στο Παυλόκαστρο. Αναγράφεται στα Δικαιοπρακτικά έγγραφα. (Τσελίκας) με αριθμό 83 που συντάχθηκε στις 30/10/1781 στην Χαλανδρίτσα και αναφέρεται σε ανταλλαγή ελαιοδέντρων (27 ρίζες) που είχε στη Χαλανδρίτσα, και με αριθμό 95 που συντάχθηκε στις 31/3/1789 στη Βοστίτζα και αναφέρεται στην αφιέρωση αγρών και σαν σημείωση αναγράφεται: «σας παρακαλώ με τον ερχομόν σας να λάβετε καλοσίνη να μας φέρετε / γαλατόχορτο από τον Άγιον Βλάσιον τον Άγιον Νικόλαον». Ο Κ. Ντόκος (Η εν Πελοποννήσω εκκλ. περιουσία κατά την Β΄ Ενετοκρατία) αναφέρει: «Μαναστίρι Αγιος Νικόλαος/ <έχει>χόράφια κούβελιών διακοσίων αμπέλια εις την Κούτελη τριάντα ξινάρια και εις τον Άγιον Βλάσιων αμπελια πένηντα σπίτι ένα. εις την Χαλαντρίτζα ελιές 150». Αναγράφεται σε Λογαριασμό σύναξης χρημάτων από μοναστηριακό έρανο, που αποδίδει ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος (ή Παπαδάκης) και έχει ημερομηνία 14 Απριλίου 1822. Εκεί φαίνεται ότι από τον Άγιο Νικόλαον εις Άγιον Βλάσην (εσυνάχθησαν) γρόσια 500.

Αναφέρεται σε νομοκανονικό χειρόγραφο της Μονής Βλαχέρνας το οποίο φαίνεται να έχει γραφεί το έτος 1733 και το οποίο μεταφέρθηκε από την Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας: «… Υπάρχει δε ο παρόν νόμος της μονής του Αγίου Νικολάου εις Άγιον Βλάσιον και όστις τολμήση και τον αποξενώσει από το αυτώ το ιερόν μοναστήριον να έχει την κατάραν της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου, ο δε φοβερός κριτής να τον πεδεύση ως ιερόσυλον… 1794 αφιερόθη εκ του Νεοφύτου προηγουμένου Γγερμπεσιώτου.».

Όπως προκύπτει από κατάσταση του έτους 1829, στο μοναστήρι Άγιος Νικόλαος Βλασίας διέμεναν τότε οι παρακάτω: ιερομόναχος Γρηγόριος ετών 30 από Βλασία, Προηγούμενος Δανιήλ ετών 50 από Βλασία, Προηγούμενος Ευθύμιος ετών 55 από Βλασία, ιερομόναχος Καλλίνικος ετών 45 από Νεζερά, Ηγούμενος Κυπριανός ετών 66 από Νεζερά, μοναχός Νεκτάριος ετών 60 από Βλασία, μοναχός Παγκράτιος ετών 60 από Βλασία, ιερομόναχος Παρθένιος ετών 35 από Βλασία.

Από έγγραφο κατάλογο με ημερομηνία 6 Ιουλίου 1833 που υπογράφει ο ηγούμενος της μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας ιερομόναχος Παρθένιος, προκύπτουν τα εξής: Τα κύρια εισοδήματα ήσαν, στάρι μισάδια 120, κριθάρι μισάδια 50, αραβόσιτος μισ. 150, τυρί οκάδες 250, βούτυρο 15, μαλιά 80, μέλι 50, κρασί 6.400 και τυχερά σε στάρι μισάδια 20, κριθάρι μισ. 10, αραβόσιτος μισ. 30. κερί 15, μέλι 50+100. Τυχερά σε γένημα μισάδια 25, κριθάρι 10, αραβοσίτι 30. Στο έγγραφο αναφέρεται επίσης ότι το μοναστήρι ήταν χωρητικότητος 40 πήχεων τετραγωνικών.

Είχε δύο εκκλησίες και 6 κελιά θολωτά στερεά. Επίσης είχε δύο οντάδες για τους εισερχομένους, έναν αλευρόμυλο με την νεροτριβήν του. Η μία εκκλησία ονομαζομένη Άγιος Νικόλαος είχε τέσσερις εικόνες, ένα τέμπλεον με τας Δεσποτικάς εορτάς πέντε καντήλια τα τρία ασημένια και τα δύο τενεκένια. Η δε άλλη εκκλησία ονομαζομένη Παναγία έχει δύο εικόνας και δύο κανδήλια υάλινα. Τα κελλιά […] πλην παλαιά. Έχει και δύο κουτιά λείψανα αγίων, το ένα ασημένιο και το άλλο από Σεντεφένιον. Οι μονάζοντες εκεί ήσαν οι: προηγούμενος Κυπριανός ετων 80 από τον Πλάτανο μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο προηγούμενος Ευθύμιος ετών 60 από τον Άη Βλάση μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο εφημέριος Καλλήνικος ετών 50 από τον Πλάτανο μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο εφημέριος Παρθένιος ετών 45 από τον Άγιο Βλάση μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο εφημέριος Γρηγόριος ετών 35 από τον Άγιο Βλάση μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο εφημέριος Δαμασκηνός ετών 40 από τον Άγιο Βλάση μετρίας ικανότητος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο μυλωνάς Νεκτάριος ετών 70 από το Άγιο Βλάση αγράμματος και σεμνής ηθικής διαγωγής, ο ποιμήν Παγκράτιος ετών 80 από Άγιο Βλάση αγράμματος και σεμνής ηθικής διαγωγής. Το 1834 ο πληθυσμος της μονής ήταν 8 άτομα.

Από συγκεντρωτικό πίνακα προκύπτει ότι η μονή Αγίου Νικολάου είχε 1 μετόχι, 4 σπίτια, 1 νερόμυλο, 160 στρέμματα γής από τα οποία 8 καλλιεργήσιμα, αμπελώνες 20 στρέματα καλιεργήσιμα, συκαμινιές 7, συκιές 5, 10 διάφορα δέντρα, 25 ελαιόδεντρα, 80μελίσσια, 320 αγελαία ζώα, 3 γεωργικά ζώα, 2 φορτηγά ζώα.

Από τα Γεν. Αρχεία του Κράτους παραθέτω τα εξής: Σε κατάσταση που συντάχθηκε το 1836 αναγράφονται 7 μοναχοί της μονής με τα επώνυμά τους που είναι πολύ δυσανάγνωστα: Παρθένιος Παπαπαναγόπουλος, ετών 48, ηγούμενος, Αγιοβλασίτης που εισήλθε στη μονή το 1814. Ευθύμιος Τουφεξόπουλος, ετών 63, προηγούμενος, Αγιοβλασίτης, μπήκε στη μονή το 1798. Καλλίνικος Πριλόπουλος, ετών 55, ιερομόναχος Νεζερίτης, μπήκε στη μονή 1806. Γρηγόριος Τουφεξόπουλος, 38 ετών, ιερομόναχος Αγιοβλασίτης εισήλθε στη μονή το 1814. Δαμασκηνός(;) Λετόπουλος 42 ετών ιερομόναχος Αγιοβλασίτης που μπήκε στο μοναστήρι το 1832. Νεκτάριος Λια..ρόπουλος ετών 72, Αγιοβλασίτης ιερομόναχος, μπήκε στο μοναστήρι το 1794. Παγκράτιος …., ετών 82, ιερομόναχος Αγιοβλασίτης που μπήκε στο μοναστήρι το 1818.

Η Πελοποννηιακή γερουσία έστειλε στους μοναχούς της μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας το παρακάτω έγγραφο, στο οποίο περιγράφονται και οι ανάγκες καθώς και η οικονομική κατάσταση της χώρας το 1822: «Η Πελοποννησιακή Γερουσία/ Προς τους σεβασμίους πατέρας της ιεράς μονής του Αγίου Νικολάου κατά τον Άγιον Βλάσην./ Ο σκοπός της ορθής πολιτικής είναι το να συνάπτη όλας τας κλάσεις των πολιτών δια της ομονοίας, δια της αμοιβαίας αγάπης, και βοηθείας δια των γενικών συμφερόντων, και να τας κινή αδιακόπως προς την πράξιν της αρετής, και προς εκπλήρωσιν των καθηκόντων αυτών εν γένει προς την πατρίδα και κατά μέρος προς ένα έκαστον. Τούτο γνωρίζοντες οι πεφωτισμένοι υπουργοί της αγιωτάτης θρησκείας μας, έδραμον με όλην την ζέσιν και προθυμίαν […] εις το ιερόν της ελευθερίας στάδιον. Και ιδού ο σεβάσμιος εκείνος γηραιός ο πατριάρχης Κων/πόλεως, ο ενάρετος Γρηγόριος, ομού και άλλοι περίφημοι αρχιερείς, έγιναν θύματα του πατριωτισμού των, και ιδού όταν το θείον ιερατείον, ιδού το φιλέρημον μοναχικόν τάγμα εδράξατο των όπλων ήνοιξαν την σημαίαν του τιμίου σταυρού και υπερασπίζοντας τα δίκαια της πατρίδος, και της πίστεως. Αφού δε διεφύλαξαν δια της θρησκείας τον χαρακτήρα, τα ήθη, τα έθιμα, και την ωραιοτάτην γλώσσαν των προπατόρων μας, εις τον φοβερόν κλύδωνα της πολυχρονίου και πολιστόνου[;] δουλείας μας, ήδη αγωνιζόμεθα με όλον τον ζήλον δια την τελείαν απόκτησιν της ανεξαρτησίας του έθνους, και δια την στερέωσιν της πολιτικής του υπάρξεως, αλλ’ όμως ώ άγιοι πατέρες! ώ φίλτατοι συμπολίται! Δεν σας λανθάνει, ότι η πατρίς ευρίσκεται εις φοβερόν κίνδυνον, ο εχθρός ακόμη υφίσταται εις το ιερόν της έδαφος και καθ’ ημέραν εκτελεί τας εχθροπαθείας του εναντίον μας. Ο Τουρκικός στόλος αυξάνει το θράσος του δια της επικουρίας στρατιωτών και ζωοτροφιών. Οι βασιλικοί μετά των φιλοπολέμων αλβανών επαπειλούντες επιδρομήν εις τον Μωρέαν, κρατούσιν τας ελπίδας του, και ημείς τώρα πρέπει να φανώμεν άξιοι της ελευθερίας και των προγόνων μας. Τώρα πρέπει να δείξωμεν ότι δεν είμεθα των Λεωνίδων και των Θεμιστοκλέων υποδεέστεροι, τώρα πρέπει να πολιορκήσωμεν τα φρούρια Ναυπλίου, Μοθώνης, Κορώνης και Πατρών. Τώρα πρέπει να εκστρατεύσωμεν κατά των εχθρών εις την Ήπειρον. Τώρα πρέπει να περιπλέη ο ελληνικός στόλος μας δια να προφυλάττη όλα μας τα παράλια από τας επειρείας του εχθρικού. Τώρα πρέπει να πέμψωμεν τους διορισμένους πρέσβεις μας εις τας αυλάς των άλλων δυνάμεων, δια να γνωστοποιήσουν το σύστημά [;] μας και να μας προμηθεύσουν την συμπάθειάν των, και την εύνοιάν των, και την κατά πάντα συνδρομήν των. Αλλά κατά δυστυχίαν η πατρίς πάσχει δεινήν και πέρα δεινής χρηματοδείαν, και επομένως οι μεν ανδρείοι μας στρατιώται στερούμενοι των ων ούκ άνευ, δηλονότι τροφών, πολεμοφοδίων, υποδημάτων και όπλων, έχασαν την ….αν των, διέλυσαν τας πολιορκίας των φρουρίων, έγιναν λιποτάκται και παλινδρομούν εις τα ίδια, ο δε στόλος μας υποστρέφεται εις τας νήσους, και δεν αποπλέει πλέον εναντίον του βαρβάρου, οι δε πρέσβεις μας εισέτι ευρίσκονται εδώ, και ο εχθρός προβαίνει με γιγαντιαία βήματα και αν δεν ηξεύρομεν σύνορον, πόρον, και τρόπον των αναγκαίων δια να τον εξολοθρεύσωμεν, εχάσαμε το παν και απολώλαμεν δια παντός. Εις ταύτην λοιπόν απορίαν και αμηχανίαν η υπερτάτη Διοίκησις έλαβε πατριωτικήν δηδεμονίαν του έθνους, και εθεσπίσατο την καταβολήν δανείου πέντε μιλιουνίων γροσίων, και ημείς ενεκρίναμεν το δίκαιον τούτο θέσπισμα, του οποίου σας περικλείομεν επικυρωμένον αντίγραφον. Απαιτούντες δε αφ’ όλας τα επαρχίας της πελοποννήσου, και αφ’ όλας τας τάξεις και κλάσεις των πολιτών μας την χρηματοδοτικήν ποσότητα, οπού εκρίναμεν ανάλογον της δυνάμεως εκάστου. Αποτεινόμεθα εν ταυτώ και προς τα ιερά μοναστήρια, και ζητούμεν από την φιλογένειάν σας επί λόγων δανείων γρόσια πεντακόσια αποστέλλοντες επί ταυτού τον κυρ Παναγιώτην Παπαδάμη[;] δια να πληρώσητε ανυπερθέτως προς τον ίδιον, και να λάβητε παρ’ αυτού την πρόσκαιρον αποδειξίν σας ισχύουσαν, ώστε να σας στείλωμεν εφεξής την τακτικήν ομολογίαν της υπερτάτης διοικήσεως κατά τον τρόπον του ψηφίσματος. Φιλοτιμηθήτε λοιπόν αγαπητοί πατριώτες, και ακούσατε προθύμως την φωνήν της πατρίδος, εις την οποίαν εγεννήθητε και εζήσατε, δια να στεφανώσητε τας ελπίδας της, και να φανήτε άξιοι του σεβασμού και της ευλαβείας της προς το ιερόν τάγμα σας. Η πεφωτισμένη Ευρώπη σας επιδαψιλεύει τα εγκώμια δια τα φιλάνθρωπα και ηρωικά σας φρονήματα καθότι επιδείξατε, ότι δεν είσθε διηρημένοι από το ελληνικόν έθνος, ότι είσθε μέλη της πολιτείας, γνήσια τέκνα της πατρίδος, ότι αισθάνεσθε την γλυκύτητα της πολιτικής κοινωνίας, ότι εμεθέξατε του ιερού μας τούτου αγώνος, αλλά και τώρα οφείλετε ν’ αποδείξητε, ότι είσθε αληθινοί πολίται, άξιοι της αγάπης των ομοίων σας, συνεισφέροντες δια την επικειμένην ελευθερίαν, δια την κοινήν σωτηρίαν, και δια το γενικόν συμφέρον της πατρίδος γνωρίζοντες ότι τα ιδιαίτερα συμφέροντα αν…ουν εις την ευδαιμονίαν της, και ότι δια να ευδαιμονίσουν τα μέρη, ανάγκη να ευδαινονή το όλον. Πράξατε λοιπόν κατά την ζήτησιν της πατρίδος και πληρώσατε αφεύκτως και ότι τάχιστα τα γρόσια πεντακόσια δάνεια προς το έθνος, δια να ημπορέσωμεν και ημείς με την συνδρομήν των πατριωτών, να εξαποστείλωμεν εις τας ξένας αυλάς του πρέσβεις της Ελλάδος, δια να έχωμεν τον ελληνικόν μας στόλον έτοιμον κατά των τουρκών,δια να πολιορκήσωμεν τα φρούρια δια να εκστρατεύσωμεν κατά της Ηπείρου, δια να πολεμήσωμεν υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος, και ελπίζομεν εις τον ύψιστον να φθάσωμεν εις τον σκοπόν μας, και ν’ απολαύσωμεν τ’ αγαθά της ελευθερίας προσέξατε δια να εκτελεστή το δίκαιον ζήτημά μας, γνωρίζοντες ότι αυτά τα γρόσια ανάγκη πάσα να πληρωθούν αξάπαντος και περί της τοιαύτης εκδουλεύσεως μέλλει να προσδιορισθούν εν καιρώ και προνόμια των μοναστηρίων ούτω ποιήσατε λοιπόν και υγιαίνοιτε./ 1822 τη 11 Απριλίου. Τρίπολις/» Ακολουθούν αρκετές δυσανάγνωστες υπογραφές μεταξύ των οποίων διακρίνω: «Ασημάκης Φωτήλας αντιπρόεδρος, Γεώργιος Μπάρμπογλης, Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος, Κωνσταντίνος Δημητρίου, Διονύσιος Παπαγιαννόπουλος, Δημήτριος Καλαμάς, Δημήτριος Παπατζόνης, Αναγνώστης Στεφανόπουλος, Αναγνώστης Ζέρβας, Ηλίας Καραπα…, Χριστόδουλος Άχολος, Ιωάννης Γ. Οικονομίδης, Παναγ. Καλογεράς». Σε συνημμένο σημείωμα αναφέρονται τα εξής: «Ο κύρ Παρθένιος καθηγούμενος του Αγίου Νικολάου Βλασίας έδωσε την αναλογίαν των οκτώ μουλαρίων γρ. 316 τρακόσια δέκα έξη κατά την διαταγήν της σεβαστής κυβερνήσεως εις τον αρχιστράτηγον. 1822 Οκτωβρ. 11. Μέγα Σπήλαιον. Ο σκευοφύλαξ Νεόφυτος». Από έγγραφο του Διοικητή Κυλληνίας με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1838 προκύπτει ότι τα έσοδα της μονής αυτής «τα δέκατα των διατηρουμένων» ήσαν για το έτος 1837 δραχμές 50 .

Σε έγγραφο των μοναχών της μονής: καθηγουμένου Παρθενίου και συμβούλων Καλλινίκου και Γρηγορίου προς τη Διοίκηση Κυλληνίας από 22 9βρ. 1837, αναφέρεται ότι τα χέη προς όσους συμπεριλαμβάνονται σε συνημμένο κατάλογο δεν μπορούν να εξοφληθούν παρά μόνο αν εκποιηθεί μέρος της περιουσίας της μονής και γι’ αυτό ζητούν την σχετική έγκριση. Στον συνημμένο κατάλογο που είναι δυσανάγνωστος και τον υπογράφει το ίδιο ηγουμενοσυμβούλιο, αναφέρονται χρέη αναλυτικά για τα έτη 1817 γρόσια 300, 1820 γρόσια 2213, 1821 γρόσια 3500, 1822 γρόσια 1600 και 1823 γρόσια 200, συνολικά 7.813 γρόσια. Στο συνημμένο κατάλογο των κτημάτων για εκποίηση με ημερομηνία 22.2.1837 αναφέρονται κτήματα 30 στρεμμάτων σε διάφορες τοποθεσίες καθώς και εκατό αιγοπρόβατα. Σε έγγραφο από 23.11.1837 του διοικητή Κυλληνίας προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματεία της Επικρατείας αναφέρεται ότι δύο δανειστές της μονής ζήτησαν τα χρήματά τους και οι πατέρες της μονής για να μην οδηγηθούν στα δικαστήρια, ζήτησαν την άδεια να εκποιήσουν μέρος των αχρήστων κτημάτων της μονής καθώς και εκατό αιγοπροβάτων. Η Γραμματεία δίδει τη συγκατάθεσή της με έγγραφο από 7.12.1837 και ορίζει να ορκιστούν πραγματογνώμονες για την οροθετική διαγραφή συμπράττοντος του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής και να υποβληθεί στην Γραμματεία πρωτόκολλο ορκοδοσίας. Στις 10.12.1837 η επιτροπή εκκλησ. Ταμείου απευθύνεται με έγγραφο από την Αθήνα στον Διοικητή Κυλληνίας και ζητεί να ενεργήσει για τη διαγραφή υπό ενόρκων εκτιμητών των υπό εκποίηση κτημάτων της μονής. Στις 9 Φεβρουαρίου 1838 οι διορισθέντες εκτιμητές Κωνσταντίνος Οικονομόπουλος και Ιωάννης Αντωνόπουλος συνυπέγραψαν πρακτικό ορκωμοσίας το οποίο πλην αυτών υπογράφουν ο ειρηνοδίκης Κυναίθης Δημήτριος Πανταζόπουλος καθώς και ένας ιερέας Πέτρος … Στη συνέχεια παρατίθεται πίνακας με ημερομηνία 19.2.1838, που περιλαμβάνει τα εκποιηθέντα ακίνητα και το είδος τους, τις θέσεις αυτών, την έκταση, την ποιότητα της γης, τους συνορίτες κάθε κτήματος, καθώς και την αξία κάθε κτήματος. Η εκτίμηση ανέρχεται σε δραχμές 2.731 και σ’ αυτό το ποσό περιλαμβάνεται και η αξία 100 γιδοπροβάτων αξίας 400 δραχμών. Τον Μάρτιο του 1838 ο διοικητής Κυλληνίας Γ. Λεβέντης, υποβάλλει προς την Γραμματεία των εκκλησιαστικών προς έγκριση πρωτόκολλο της «ενεργηθείσης διαγραφής και εκτιμήσεως των εκποιητέων κτημάτων της μονής… συνοδευόμενο με το της ορκωμοσίας των εκτιμητών…». Αυτό διαβιβάζεται στις 5.3.1838 από την Αθήνα στην επιτροπή του εκκλησιαστικού ταμείου. Η τελευταία επιτροπή εγκρίνει με έγγραφό της στις 9.3.1838 την οροθετική διαγραφή και εκτίμηση και αναθέτει στον διοικητή Κυλληνίας να προχωρήσει σε δημοπρασία και ορίζει χρόνο 61 ημέρες μετά την έγκριση, υποβάλλοντας τα πρακτικά της δημοπρασίας προς έγκριση. Στις 19.4.1838 γραμματέας της εκκλησιαστικής γραμματείας επιτροπής με αναφορά του ζητάει την έγκριση των ενεργειών της εκποίησης κ.λ. από τον βασιλέα Όθωνα. Ο «Ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος» Όθων, με απόφασή του στις 14/26 Απριλίου 1838, δίδει την συγκατάθεση για τη δημοπρασία. Στις 10 Ιουνίου 1838 ο διοικητής Κυλληνίας, αναφέρει στη Γραμματεία των εκκλησιαστικών ότι ο διαγωνισμός διενεργήθηκε, καλύφθηκαν τα ελάχιστα ποσά και συνυποβάλλει το πρωτόκολλο ζητώντας τη σχετική έγκριση.

Σε κατάσταση που συνέταξε και υπέγραψε το ηγουμενοσυμβούλιο της μονής με ημερομηνία 9.6.1838 αναφέρονται οι δανειστές της μονής Γεροαντωνάκης, Γεροντόπουλος Νικόλαος, Σωτηρχόνυμφη Δημήτρενα και Χολιαστός Γεωργάκης με τα αντίστοιχα οφειλόμενα ποσά και επεξηγηματικές παρατηρήσεις. Σε άλλο σημείωμα αναγράφονται αναλυτικά τα ποσά, οι δικαιούχοι, οι τόκοι κ.λ. καθώς και άλλες παρατηρήσεις σχετικές με τους δανειστές και τις μετ’ αυτών συμφωνίες των μοναχών. Η επιτροπή με έγγραφο από Αθήνα στις 25.6.1838 εγκρίνει τα ποσά και τη διαδικασία και προτρέπει τον διοικητή να προχωρήσει τη διαδικασία και για τρία ακόμη κτήματα «τα οποία έτυχον μηδαμινής προσφοράς, καθώς και την των εκατό αιγιδοπροβάτων…» δια να μπορέσει η μονή να εξοφλήσει το χρέος.

(Συνεχίζεται…).

(Σημείωση:

1.Έχω παραλείψει τις πηγές όπως αναγράφονται στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων».

2. Σε κάθε χρήση του παραπάνω κειμένου και όσων ακολουθήσουν θα πρέπει να αναγράφουν το εν λόγω λεξικό και το παρόν blog ως πηγή.

Posted in Uncategorized | Tagged , | Σχολιάστε

Τα πρώτα σημάδια της πανούκλας στην Πελοπόννησο το 1823. Η διαταγή των Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Θεοδ. Κολοκοτρώνη και του Καλαβρυτινού Σωτήρη Χαραλάμπη.

…………………………………………………………………………………………………………………………………

Το  έγγραφο του Εκτελεστικού Σώματος προς το υπουργείο της Αστυνομίας με ημερομηνία 2 Ιουνίου 1823, αναφέρει ότι «… Καθ’ ας έχει πληροφορίας το Εκτελεστικόν η επιδημική νόσος της Πανώλης εις όλην την οθωμανικήν επιπολάζει επικράτειαν. Όθεν και τα εκείθεν προσορμίζοντα πλοία εις την ελευθέραν Ελλάδα πολλήν δέονται την προσοχήν εις απάντησιν απέναντι του τοιούτου. Τοιούτον τι παρ’ ολίγον να συνέβη εις την επαρχίαν Καλαμάτας εκ τούτου. Δια τούτο διατάττεσθε να δόσητε αυστηράς διαταγάς και οδηγίας εις τον εκεί Αστυνόμον να επαγρυπνή και αυστηρώς να προσέχη, ώστε οποιονδήποτε εκείθεν εισπλέον και μάλιστα από Αλεξάνδρειαν, να μη συγχωρείται εις κοινωνίαν, χωρις την συμπλήρωσιν της τακτικής καθάρσεως. Τοιαύτα και περί των άλλων παραθαλασσίων μερών αναγκαίων να λάβητε μέτρα, καθ’όσον εις το υπουργείον τούτο ανήκει./ Εν Τριπολιτζά τη 2 Ιουνίου 1823./ Ο πρόεδρος/ Πετρόμπεης Μ./ Θ. Κολοκοτρώνης/ Σωτήρης Χαραλάμπης».

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Από την εφημερίδα «Πελοπόννησος» της Μ. Παρασκευής (17 Απριλίου 2020).

Σελίδα διαμορφωμένη με στοιχεία από το «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων».

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Η διαταγή του Ι. Γκούρα προς τον Νικολέτο Σοφιανόπουλο για τη σύλληψη του Π. Π. Γερμανού στη Χρυσοποδαρίτισσα.

Η πρωτότυπη διαταγή του Ι. Γκούρα προς τον Νικολέτο Σοφιανόπουλο για τη σύλληψη του Π. Π. Γερμανού και του Νικηφόρου Νεζερίτη, στη Χρυσοποδαρίτισσα. Η οποία βέβαια δεν αναφέρει κάτι για τις βιαιότητες που στη συνέχεια μεταχειρίστηκε ο Νικολέτος Σοφιανόπουλος.

Πηγή Γ.Α.Κ.

Posted in Ιστορία | Σχολιάστε

Καλό Πάσχα!

Αγαπητοί φίλοι αναγνώστες αυτού του blog στην Ελλάδα και στο εξωτερικό,

σας εύχομαι καλό Πάσχα,

με υγεία και κάθε καλό για σας και τις οικογένειές σας!

Ας είμαστε καλά, ώστε του χρόνου όλοι οι Έλληνες να γιορτάσουμε πολύ καλύτερα το Πάσχα μαζί με τα αγαπημένα μας πρόσωπα … 

Υπομονή λοιπόν και….

Καλή Ανάσταση!

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Το γράμμα μιας βιασθείσης ορφανής από τη Λυκούρια, κατά το 1825.

Το έγγραφο που ακολουθεί, εκτός από το φοβερό μαρτύριο του βιασμού το οποίο αποκαλύπτει τα χρόνια εκείνα, μετά την επανάσταση του 1821 και τα βάρβαρα ένστικτα τα οποία διακατείχαν μερικούς εκ των ισχυρών, αποκαλύπτει επίσης και τον διπλό πόνο και την απόγνωση της ορφανής και απροστάτευτης η οποία λέει: πιέστε τον να με παντρευτεί (παρ’ ότι είναι κακοήθης), γιατί δεν μπορώ πλέον ούτε άλλον να παντρευτώ, αλλά ούτε και να ζήσω. Η κλειστή κοινωνία, τα ήθη κ.λ. δεν της επέτρεπαν ούτε καν να ζήσει, μετά από ό,τι της συνέβη.

Στις 25 Ιανουαρίου 1825, η Πολίτα, από τη Λυκούρια έγραψε:

«Προς την υπερτάτην Διοίκησιν./ Αναφερομένη η ταπεινή δούλη σας γνωστοποιώ [σ]την Σεβ. Διοίκησιν ότι ευρισκομένη εις το χωρίον ου Λυκούρια και διατρίβουσα μίαν των ημερών εις τα πέριξ χωράφια, ήλθεν εις άνθρωπος χωριανός μου τούνομα Κωνσταντίνος Μπραβόπουλος, φύση ασελγής ων, βία και δυναστεία χρησάμενος έφθειρε την παρθενίαν μου. Προσπίπτω λοιπόν εις την προστασίαν της Σεβ Διοικήσεως όπως επιτάξη αυτόν τον κακοήθη δια του επάρχου των Καλαβρύτων δια να με λάβη σύζυγόν του νόμιμον, επειδή τοιούτον απρεπές παθούσα, δεν ημπορώ πλέον μετ’ άλλου συζευχθήναι, μήτε του λοιπού επιζήσαι. Διό παρακαλώ ταπεινώς την Σεβ. Διοίκησιν να δείξη εις εμέ ευσπλαχνία φιλάνθρωπον, δια να μη… ψυχικά και σωματικά. Και μένω με όλον το βαθύτατον σέβας. Ορφανή Πολίτα της Σμυρνιούς. Τη 25 Ιανουαρίου 1825. Εν Ναυπλίω».

 Σε σημείωση στην πίσω πλευρά του εγγράφου αναφέρεται ότι:

 «Το υπουργείον του Δικαίου να εξετάση και να διενεργήση τα εικότα. Τη 26 Ιαν. 1825./ ο ε. Γεν. Γραμμ./ Π. Γ. Ρόδιος[;]».

Αναζητώντας στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας των Καλαβρύτων» για να βρώ ποιος ήταν εκείνος ο Μπράβος ή Μπραβόπουλος Κωνσταντίνος από τη Λυκούρια, και με δεδομένη την πιστοποίηση το 1841, του δημάρχου Λυκουρίας «περί μη ύπαρξης ταυτοπροσωπίας στο δήμο» και ότι ο αιτών Μπράβος Κωνσταντίνος ή Μπραβόπουλος, «δεν διώκεται ποινικά», από την οποία πιστοποίηση συνάγεται η ταυτοποίηση αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε τιμωρηθεί, διότι διαφορετικά δεν θα εδικαιούτο αριστείο, διεπίσωσα ότι ήταν υπαξιωματικός Β΄ τάξεως, το 1821. Επίσης ότι οι οπλαρχηγοί  Πετιμεζαίοι, ο Καρασπύρος από τα Νεζερά και ο Ν. Χριστόπουλος του είχαν δώσει πιστοποιητικά ότι υπηρέτησε την πατρίδα και έλαβε μέρος στις μάχες Καλαβρύτων, Τριπόλεως, Λεβιδίου, Τρικόρφων και Δαβιάς. Περί τας Πάτρας, εις την του Σαραβαλίου και Γηροκομείου, εις την της Ακράτας, και στις περί την Ακρόπολιν των Αθηνών, κατά τις οποίες εφέρθη με ζήλον και γενναιότητα  κ.λ. και μάλιστα είχε δικαιωθεί και Σιδηρού αριστείου.

Αυτά για τον Μπραβόπουλο.

Δεν γνωρίζω τι απέγινε η Πολίτα, αν δηλαδή την παντρεύτηκε, αν η πολιτεία την δικαίωσε ή αν έβαλε τέλος στη ζωή της.

Επειδή όμως το όνομα Πολίτα είναι σπάνιο στην Πελοπόννησο, μου έκανε εντύπωση το εξής γεγονός το οποίο έχω καταγράψει στο εν λόγω «Λεξικό»:

«Στις 22.7.1944 μία ημέρα μετά την πυρπόληση που έγινε στο Παγκράτι, συγκεντρώθηκαν στη Λυκούρια περί τους 300 Γερμανούς και με 50 μεταγωγικά είχαν σκοπό να αφανίσουν το χωριό το οποίο θεώρησαν υπεύθυνο για τη διαφυγή του 6ου Συντάγματος και ιδικώτερα του Β΄ Τάγματος. Λεηλάτησαν σπίτια πριν βάλουν φωτιά και στη συνέχεια σκότωσαν 12 γέροντες που ήσαν γέροι και άρρωστοι και δεν μπόρεσαν να διαφύγουν. Αυτοί ήσαν οι: 1. Δ. Θ. Μπουγιούκος, 88 ετών. 2. Μακρής Σπύρος, 82 ετών. 3. Παύλος Αθ. Μπράβος, 90 ετών. 4. Μαγκλάρας Σωτήριος 65 ετών. 5. Αναστάσιος Βλασίου Ηλιόπουλος κατάκοιτος 40 χρονών. 6. Γ. Μπράβος (Γιαννακάκης) στον κάμπο. Και οι λοιποί καήκαν μέσα στα σπίτια τους: 7. Πολίτα Παπαγιάννη. 8. Παρασκευή Καρατζά. 9. Μιχάλης Π. Σβίγγος. 10. Μ. Ρόδης. 11. Γ. Παπαγιάννης, και 12. Σ. Γαλάνης που εκτελέστηκε με βασανιστήρια… (Αυτά αναφέρει ο Ροδάκης). Εικάζω ότι ίσως η Πολίτα Παπαγιάννη να ήταν απόγονη της Πολίτας εκείνης. Αυτό σαν εικασία.

Πηγή: Το έγγραφο της Πολίτας, προέρχεται από τα Γ.Α.Κ.

Ροδάκης: Καλάβρυτα 1941-1944. Η αντίσταση στην επαρχία. Το ολοκαύτωμα. Περικλής Ροδάκης, Παρασκήνιο 1999.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Χρόνια πολλά!

Αγαπητοί αναγνώστες, φίλοι, συμπατριώτες, Έλληνες και Ελληνογενείς όλου του κόσμου,

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

Υγεία και του χρόνου καλύτερα!

Μετά τη βαθειά νύχτα έρχεται το ξημέρωμα…

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ύμνος στην ελευθερία!

Ύμνος στην Ελευθερία.

(Διονύσιος Σολωμός).

1.
Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βιά μετρά τη γη.
2.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
3.
Εκεί μέσα εκατοικούσες
Πικραμένη, εντροπαλή,
Κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
Έλα πάλι, να σου πει.
4.
Άργειε νάλθη εκείνη η μέρα,
Και ήταν όλα σιωπηλά,
Γιατί τάσκιαζε η φοβέρα
Και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
5.
Δυστυχής! Παρηγορία
Μόνη σου έμενε να λες
Περασμένα μεγαλεία
Και διηγώντας τα να κλαις.
6.
Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει
Φιλελεύθερη λαλιά,
Ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
Από την απελπισιά.
7.
Κι’ έλεες: πότε, α! πότε βγάνω
Το κεφάλι από τς ερμιές;
Κι αποκρίνοντο από πάνω
Κλάψες, άλυσες, φωνές.
8.
Τότε εσήκωνες το βλέμμα
Μες στα κλάμματα θολό,
Και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
Πλήθος αίμα Ελληνικό.
9.
Με τα ρούχα αιματωμένα
Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
Να γυρεύης εις τα ξένα
Aλλα χέρια δυνατά.
10.
Μοναχή το δρόμο επήρες,
Εξανάλθες μοναχή
Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
Εάν η χρεία τες κουρταλή.
11.
Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
Αλλ’ ανάσασιν καμιά
Aλλος σου έταξε βοήθεια
Και σε γέλασε φρικτά.
12.
Άλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου
Οπού εχαίροντο πολύ,
Σύρε νάβρης τα παιδιά σου,
Σύρε ελέγαν οι σκληροί.
13.
Φεύγει οπίσω το ποδάρι
Και ολοκλήγορο πατεί
Ή την πέτρα ή το χορτάρι
Που τη δόξα σου ενθυμεί.
14.
Ταπεινότατη σου γέρνει
Η τρισάθλια κεφαλή,
Σαν πτωχού που θυροδέρνει
Κι’ είναι βάρος του η ζωή.
15.
Ναι αλλά τώρα αντιπαλεύει
Κάθε τέκνο σου με ορμή,
Που ακατάπαυστα γυρεύει
Ή τη νίκη ή τη θανή.
16.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
17.
Μόλις είδε την ορμή σου
Ο ουρανός, που για τς εχθρούς
Εις τη γη τη μητρική σου
Έτρεφ’ άνθια και καρπούς.
18.
Εγαλήνευσε και εχύθη
Καταχθόνια μία βοή,
Και του Ρήγα σου απεκρίθη
Πολεμόκραχτη η φωνή.
19.
Όλοι οι τόποι σου σ’εκράξαν
Χαιρετώντας σε θερμά,
Και τα στόματα εφωνάξαν
Όσα αισθάνετο η καρδιά.
20.
Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια
Του Ιονίου και τα νησιά,
Και εσηκώσανε τα χέρια
Για να δείξουνε χαρά.
21.
Μ’ όλον πούναι αλυσωμένο
Το καθένα τεχνικά,
Και εις το μέτωπο γραμμένο
Έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».
22.
Γκαρδιακά χαροποιήθη
Και του Βάσιγκτον η γη,
Και τα σίδερα ενθυμήθη
Που την έδεναν και αυτή.
23.
Απ’ τον πύργο του φωνάζει,
Σα να λέη σε χαιρετώ,
Και τη χήτη του τινάζει
Το Λεοντάρι το Ισπανό.
24.
Ελαφιάσθη της Αγγλίας
Το θηρίο, και σέρνει ευθύς
Κατά τ’άκρα της Ρουσίας
Τα μουγκρίσματα της οργής.
25.
Εις το κίνημά του δείχνει
Πως τα μέλη είν’ δυνατά
Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
Μια σπιθόβολη ματιά.
26.
Σε ξανοίγει από τα νέφη
Και το μάτι του Αετού,
Που φτερά και νύχια θρέφει
Με τα σπλάχνα του Ιταλού.
27.
Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
Γιατί πάντα σε μισεί,
Έκρωζ’ έκρωζε ο σκασμένος,
Να σε βλάψη, αν ημπορή.
28.
Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
Πάρεξ που θα πρωτοπάς
Δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
Στες βρισιές οπού αγρικάς.
29.
Σαν τον βράχον οπού αφήνει
Κάθε ακάθαρτο νερό
Εις τα πόδια του να χύνη
Ευκολόσβηστον αφρό.
30.
Οπού αφήνει ανεμοζάλη
Και χαλάζι και βροχή
Να του δέρνουν τη μεγάλη,
Την αιώνιαν κορυφή.
31.
Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,
Οποιανού θέλει βρεθεί
Στο μαχαίρι σου αποκάτου
Και σ’ εκείνο αντισταθεί.
32.
Το θηρίο π’ ανανογιέται,
Πως του λείπουν τα μικρά,
Περιορίζεται, πετιέται,
Αίμα ανθρώπινο διψά.
33.
Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
Τα λαγκάδια, τα βουνά,
Κι όπου φθάση, όπου περάση,
Φρίκη, θάνατος, ερμιά.
34.
Ερμιά, θάνατος και φρίκη
Όπου επέρασες κι εσύ
Ξίφος έξω από τη θήκη
Πλέον ανδρείαν σου προξενεί.
35.
Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει
Της αθλίας Τριπολιτσάς
Τώρα τρόμου αστροπελέκι
Να της ρίψης πιθυμάς.
36.
Μεγαλόψυχο το μάτι
Δείχνει, πάντα οπώς νικεί,
Και ας είν’ άρματα γεμάτη
Και πολέμιαν χλαλοή.
37.
Σου προβαίνουνε και τρίζουν
Για να ιδής πως είν’ πολλά
Δεν ακούς που φοβερίζουν
Aνδρες μύριοι και παιδιά;
38.
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
Θα σας μείνουνε ανοιχτά
Για να κλαύσετε τα σώματα
Που θε νάβρη η συμφορά.
39.
Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
Του πολέμου αναλαμπή.
Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
Λάμπει, κόφτει το σπαθί.
40.
Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγη
Και στο κάστρο ν’ ανεβή.
41.
Μέτρα… Eίν’ άπειροι οι φευγάτοι,
Οπού φεύγοντας δειλιούν
Τα λαβώματα στην πλάτη
Δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.
42.
Εκεί μέσα ακαρτερείτε
Την αφεύγατη φθορά
Να, σας φθάνει, αποκριθήτε
Στις νυκτός τη σκοτεινιά.
43.
Αποκρίνονται, και η μάχη
Έτσι αρχίζει, οπού μακριά
Από ράχη εκεί σε ράχη
Αντιβούιζε φοβερά.
44.
Ακούω κούφια τα τουφέκια,
Ακούω σμίξιμο σπαθιών,
Ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
Ακούω τρίξιμο δοντιών.
45.
Α! Τι νύκτα ήταν εκείνη
Που την τρέμει ο λογισμός;
Aλλος ύπνος δεν εγίνη
Πάρεξ θάνατου πικρός.
46.
Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
Οι κραυγές, η ταραχή,
Ο σκληρόψυχος ο τρόπος
Του πολέμου και οι καπνοί.
47.
Και οι βροντές, και το σκοτάδι,
Οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
Επαράσταιναν τον άδη
Που ακαρτέρειε τα σκυλιά.
48.
Τ’ ακαρτέρειε. Εφαίνοντ’ ίσκιοι
Αναρίθμητοι γυμνοί,
Κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
Βρέφη ακόμη εις το βυζί.
49.
Όλη μαύρη μυρμηγικάζει,
Μαύρη η εντάφια συντροφιά,
Σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
Τα κρεβάτια τα στερνά.
50.
Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
Επετιούντο από τη γη,
Όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι
Από τούρκικην οργή.
51.
Τόσα πέφτουνε τα θέρι
σμένα αστάχια εις τους αγρούς
Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
Εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.
52.
Θαμποφέγει κανέν’ άστρο,
Και αναδεύοντο μαζί,
Αναβαίνοντας το κάστρο
Με νεκρώσιμη σιωπή.
53.
Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
Μες στο δάσος το πυκνό,
Όταν στέλνη μίαν αχνάδα
Μισοφέγγαρο χλωμό.
54.
Εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια
Τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
Σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
Οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.
55.
Με τα μάτια τους γυρεύουν
Όπου είν’ αίματα πηχτά,
Και μες στ’ αίματα χορεύουν
Με βρυχίσματα βραχνά,
56.
Και χορεύοντας μανίζουν
Εις τους Έλληνας κοντά,
Και τα στήθια τους εγγίζουν
Με τα χέρια τα ψυχρά.
57.
Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
Βαθιά μες στα σωθικά,
Όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
Και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
58.
Τότε αυξαίνει του πολέμου
Ο χορός τρομακτικά,
Σαν το σκόρπισμα του ανέμου
Στου πελάου τη μοναξιά.
59.
Κτυπούν όλοι απάνου κάτου
Κάθε κτύπημα που εβγή
Είναι κτύπημα θανάτου,
Χωρίς να δευτερωθεί.
60.
Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει
Λες και εκείθεν η ψυχή
Απ’ το μίσος που την καίει
Πολεμάει να πεταχθή.
61.
Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
Μες στα στήθια τους αργά,
Και τα χέρια οπού χουμάνε
Περισσότερο είν’ γοργά.
62.
Ουρανός γι’αυτούς δεν είναι,
Ουδέ πέλαγο, ουδέ γη
Γι’ αυτούς όλους το παν είναι
Μαζωμένο αντάμα εκεί.
63.
Τόση η μάνητα και η ζάλη,
Που στοχάζεσαι, μη πως
Από μία μεριά και απ’ άλλη
Δεν μείνη ένας ζωντανός.
64.
Κοίτα χέρια απελπισμένα
Πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
Χέρια, πόδια, κεφαλές,
65.
Και παλάσκες και σπαθία
Με ολοσκόρπιστα μυαλά,
Και με ολόσχιστα κρανία
Σωθικά λαχταριστά.
66.
Προσοχή καμία δεν κάνει
Κανείς, όχι εις τη σφαγή
Πάνε πάντα εμπρός. Ω! Φθάνει,
Φθάνει, έως πότε οι σκοτωμοί;
67.
Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,
Πάρεξ όταν ξαπλωθή;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
Και λες κι’ είναι εις την αρχή.
68.
Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
Και Αλλά εφώναζαν, Αλλά
Και των Χριστιανών τα χείλη
Φωτιά εφώναζαν, φωτιά.
69.
Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,
Πάντα εφώναζαν φωτιά,
Και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
Πάντα σκούζοντας Αλλά.
70.
Παντού φόβος και τρομάρα
Και φωνές και στεναγμοί
Παντού κλάψα, παντού αντάρα,
Και παντού ξεψυχισμοί.
71.
Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
Εις τ’ αυτιά δεν του λαλεί.
Όλοι χάμου εκτίτοντ’ όλοι
Εις την τέταρτη αυγή.
72.
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
Και κυλάει στη λαγκαδιά,
Και το αθώο χόρτο πίνει
Αίμα αντίς για τη δροσιά.
73.
Της αυγής δροσάτι αέρι,
Δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό
Στων ψευδόπιστων το αστέρι
Φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.
74.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
75.
Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι
Δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά
Εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
Εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.
76.
Εις τον ήσυχον αιθέρα
Τώρα αθώα δεν αντηχεί
Τα λαλήματα η φλογέρα,
Τα βελάσματα το αρνί.
77.
Τρέχουν άρματα χιλιάδες
Σαν το κύμα εις το γιαλό
Αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες
Δεν ψηφούν τον αριθμό.
78.
Ω τρακόσιοι! Σηκωθείτε
Και ξανάλθετε σ’ εμάς
Τα παιδιά σας θέλ’ ιδείτε
Πόσο μοιάζουνε με σας.
79.
Όλοι εκείνοι τα φοβούνται
Και με πάτημα τυφλό
Εις την Κόρινθο αποκλειούνται
Κι’ όλοι χάνουνται απ’ εδώ.
80.
Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
Πείναν και Θανατικό
Που με σχήμα ενός σκελέθρου
Περπατούν αντάμα οι δύο.
81.
Και πεσμένα εις τα χορτάρια
Απεθαίνανε παντού
Τα θλιμμένα απομεινάρια
Της φυγής και του χαμού.
82.
Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
Που ό,τι θέλεις ημπορείς,
Εις τον κάμπο, Ελευθερία,
Ματωμένη περπατείς.
83.
Στη σκιά χεροπιασμένες,
Στη σκιά βλέπω κι’ εγώ
Κρινοδάκτυλες παρθένες
Οπού κάνουνε χορό.
84.
Στο χορό γλυκογυρίζουν
Ωραία μάτια ερωτικά,
Και εις την αύρα κυματίζουν
Μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.
85.
Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
Πώς ο κόρφος καθεμιάς
Γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
Γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.
86.
Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
Το ποτήρι δεν βαστώ
Φιλελεύθερα τραγούδια
Σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.
87.
Απ’τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
88.
Πήγες εις το Μεσολόγγι
Την ημέρα του Χριστού,
Μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
Για το τέκνο του Θεού.
89.
Σούλθε εμπρός λαμποκοπώντας
Η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,
Και το δάκτυλο κινώντας
Οπού ανεί τον ουρανό.
90.
Σ’αυτό, εφώναξε, το χώμα
Στάσου ολόρθη, Ελευθεριά
Και φιλώντας σου στο στόμα
Μπαίνει μες στην εκκλησιά.
91.
Εις την τράπεζα σιμώνει
Και το σύγνεφο το αχνό
Γύρω γύρω της πυκνώνει
Που σκορπάει το θυμιατό.
92.
Αγρικάει την ψαλμωδία
Οπού εδίδαξεν αυτή
Βλέπει τη φωταγωγία
Στους Αγίους εμπρό χυτή.
93.
Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν
Με πολλή ποδοβολή,
Κι’ άρματ’, άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ.
94.
Α! Το φως που σε στολίζει,
Σαν ηλίου φεγγοβολή,
Και μακρόθεν σπινθηρίζει,
Δεν είναι, όχι, από τη γη.
95.
Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός
Φως το χέρι, φως το πόδι
Κι’ όλα γύρω σου είναι φως.
96.
Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
Τρία πατήματα πατάς,
Σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
Και εις το τέταρτο κτυπάς.
97.
Με φωνή που καταπείθει
Προχωρώντας ομιλείς
Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη
Ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.
98.
Αυτός λέγει… Αφοκρασθήτε:
Εγώ είμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ
Πέστε, που θ’ αποκρυφθήτε
Εσείς όλοι, αν οργισθώ;
99.
Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
Που μ’ αυτήν αν συγκριθή
Κείνη η κάτω οπού σας έχω
Σαν δροσιά θέλει βρεθή.
100.
Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
Τόπους άμετρα υψηλούς,
Χώρες, όρη από τη ρίζα,
Ζώα και δένδρα και θνητούς.
101.
Και το πάν το κατακαίει,
Και δεν σώζεται πνοή,
Πάρεξ του άνεμου που πνέει
Μες στη στάχτη τη λεπτή.
102.
Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού του είσαι αδελφή;
Ποιός είν’ άξιος να νικήσει,
Ή με σε να μετρηθεί;
103.
Η γη αισθάνεται την τόση
Του χεριού σου ανδραγαθιά,
Που όλην θέλει θανατώσει
Τη μισόχριστη σπορά.
104.
Την αισθάνονται, και αφρίζουν
Τα νερά, και τ’ αγρικώ
Δυνατά να μουρμουρίζουν
Σαν να ρυάζετο θηριό.
105.
Κακορίζικοι, πού πάτε
Του Αχελώου μες στη ροή,
Κι επιδέξια πολεμάτε
Από την καταδρομή.
106.
Να αποφύγετε! Το κύμα
Έγινε όλο φουσκωτό
Εκεί ευρήκατε το μνήμα
Πριν να ευρήτε αφανισμό.
107.
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
Κάθε λάρυγγας εχθρού,
Και το ρεύμα γαργαρίζει
Τες βασφήμιες του θυμού.
108.
Σφαλερά τετραποδίζουν
Πλήθος άλογα, και ορθά
Τρομασμένα χλιμιτρίζουν
Και πατούν εις τα κορμιά.
109.
Ποίος στον σύντροφον απλώνει
Χέρι, ωσάν να βοηθηθή
Ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
Όσο οπού να νεκρωθή.
110.
Κεφαλές απελπισμένες,
Με τα μάτια πεταχτά,
Κατά τ’άστρα σηκωμένες
Για την ύστερη φορά.
111.
Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη
Του Αχελώου νεροσυρμή.
Το χλιμίτρισμα, και οι κρότοι,
Και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
112.
Έτσι ν’ άκουα να βουίξη
Τον βαθύν Ωκεανό,
Και στο κύμα του να πνίξη
Κάθε σπέρμα Αγαρηνό.
113.
Και εκεί πού ‘ναι η Αγία Σοφία,
Μες στους λόφους τους επτά,
Όλα τ’ άψυχα κορμία
Βραχοσύντριφτα, γυμνά.
114.
Σωριασμένα να τα σπρώξη
Η κατάρα του Θεού,
Κι απ’ εκεί να τα μαζώξη
Ο αδελφός του Φεγγαριού.
115.
Κάθε πέτρα μνήμα ας γένη,
Και η θρησκεία κι’ η Ελευθεριά
Μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνει
Μεταξύ τους, και ας μετρά.
116.
Ένα λείψανο ανεβαίνει
Τεντωτό, πιστομητό,
Κι’ άλλο ξάφνου κατεβαίνει
Και δεν φαίνεται και πλιό.
117.
Και χειρότερα αγριεύει
Και φουσκώνει ο ποταμός
Πάντα πάντα περισσεύει
Πολυφλοίσβισμα και αφρός.
118.
Α! Γιατί δεν έχω τώρα
Τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα, την ώρα
Οπού εσβηούντο οι μισητοί.
119.
Τον Θεόν ευχαριστούσε
Στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
Και τα λόγια ηχολογούσε
Αναρίθμητος λαός.
120.
Ακλουθάει την αρμονία
Η αδελφή του Ααρών,
Η προφήτισσα Μαρία,
Μ’ ένα τύμπανο τερπνόν.
121.
Και πηδούν όλες οι κόρες
Με τις αγάλες ανοικτές,
Τραγουδώντας, ανθοφόρες,
Με τα τύμπανα τερπνόν.
122.
Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βιά μετράει τη γη.
123.
Εις αυτήν, είν’ ξανουσμένο,
Δεν νικιέσαι εσύ ποτέ
Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
Και το πέλαγο για σε.
124.
Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
Κύματ’ άπειρα εις τη γη,
Με τα οποία την περιζώνει,
Κι’ είναι εικόνα σου λαμπρή.
125.
Με βρυχίσματα σαλεύει
Που τρομάζει η ακοή
Κάθε ξύλο κινδυνεύει
Και λιμιώνα αναζητεί.
126.
Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη
Και το λάμψιμο του ηλιού,
Και τα χρώματα αναδίνει
Του γλαυκότατου ουρανού.
127.
Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,
Στην ξηρά εσύ ποτέ
Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
Και το πέλαγο για σε.
128.
Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
Και σαν λόγγος στριμωχτά
Τα τρεχούμενα κατάρτια,
Τα ολοφούσκωτα πανιά.
129.
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
Και αγκαλά δεν είν’ πολλές,
Πολεμώντας, αλλά διώχνεις,
Aλλα παίρνεις, αλλά καις.
130.
Με επιθύμια να τηράζεις
Δύο μεγάλα σε θωρώ,
Και θανάσιμον τινάζεις
Εναντίον τους κεραυνό.
131.
Πιάνει, αυξάνει, κοκκινίζει,
Και σηκώνει μια βροντή,
Και το πέλαο χρωματίζει
Με αιματόχροη βαφή.
132.
Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι
Και δεν μνέσκει ένα κορμί
Χάρου, σκιά του Πατριάρχη,
Που σ’ επέταξαν εκεί.
133.
Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
Με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή,
Και τους έτρεμαν τα χείλη
Δίνοντάς τα εις το φιλί.
134.
Κειές τες δάφνες που εσκορπίστε
Τώρα πλέον δεν τες πατεί,
Και το χέρι οπού εφιλήστε
Πλέον, α! Πλέον δεν ευλογεί.
135.
Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος
Ο αρχηγός της Εκκλησιάς
Κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος
Ωσάν νάτανε φονιάς.
136.
Έχει ολάνοικτο το στόμα
Π’ ώρες πρώτα είχε γευθή
Τ’ Aγιον Αίμα, τ’ Aγιον Σώμα
Λες πως θε να ξαναβγή.
137.
Η κατάρα που είχε αφήσει
Λίγο πριν να αδικηθεί
Εις οποίον δεν πολεμήσει
Και ημπορεί να πολεμεί.
138.
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
Εις το πέλαγο, εις τη γη,
Και μουγκρίζοντας ανάβει
Την αιώνιαν αστραπή.
139.
Η καρδιά συχνοσπαράζει…
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
Να σωπάσω με προστάζει
Με το δάκτυλο η θεά.
140.
Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
Τρεις φορές μ’ανησυχιά
Προσηλώνεται κατόπι
Στην Ελλάδα, και αρχινά:
141.
Παλληκάρια μου! Οι πολέμιοι
Για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
Στους κινδύνους εμπροστά..
142.
Από εσάς απομακραίνει
Κάθε δύναμη εχθρική
Αλλά ανίκητη μια μένει
Που τες δάφνες σας μαδεί.
143.
Μία, που όταν ωσάν λύκοι
Ξαναρχόστενε ζεστοί,
Κουραμένοι από τη νίκη,
Αχ! Τον νουν σας τυραννεί.
144.
Η Διχόνοια που βαστάει
Ενα σκήπτρο η δολερή
Καθενός χαμογελάει,
Πάρ’ το, λέγοντας, κι εσύ.
145.
Κειό το σκήπτρο που σας δείχνει
Έχει αλήθεια ωραία θωριά
Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
Εισέ δάκρυα θλιβερά.
146.
Από στόμα οπού φθονάει,
Παλληκάρια, ας μην ‘πωθεί,
Πως το χέρι σας κτυπάει
Του αδελφού την κεφαλή.
147.
Μην ειπούν στο στοχασμό τους
Τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μισούνται ανάμεσό τους
Δεν τους πρέπει ελευθεριά.
148.
Τέτοια αφήστενε φροντίδα
Όλο το αίμα οπού χυθεί
Για θρησκεία και για πατρίδα
Όμοιαν έχει την τιμή.
149.
Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
Για πατρίδα, για θρησκειά,
Σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε
Σαν αδέλφια γκαρδιακά..
150.
Πόσον λείπει, στοχασθείτε,
Πόσο ακόμη να παρθεί
Πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
Πάντα εσάς θ’ ακολουθεί.
151.
Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!…
Καταστήστε ένα σταυρό,
Και φωνάξετε με μία:
Βασιλείς, κοιτάξτε εδώ.
152.
Το σημείον που προσκυνάτε
Είναι τούτο, και γι’ αυτό
Ματωμένους μας κοιτάτε
Στον αγώνα το σκληρό.
153.
Ακατάπαυστα το βρίζουν
Τα σκυλιά και το πατούν
Και τα τέκνα του αφανίζουν
Και την πίστη αναγελούν.
154.
Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
Αίμα αθώο χριστιανικό,
Που φωνάζει από τα βάθη
Της νυκτός: Να’ κδικηθώ.
155.
Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
Του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
Και δεν έπαυσε στιγμή.
156.
Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
Σαν του Αβέλ καταβοά
Δεν είν’ φύσημα του αέρος
Που σφυρίζει εις τα μαλλιά.
157.
Τι θα κάμετε; Θ’ αφήστε
Να αποκτήσωμεν εμείς
Λευθερίαν, ή θα την λύστε
Εξ αιτίας Πολιτικής;
158.
Tούτο αν ίσως μελετάτε,
Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό
Βασιλείς! Ελάτε, ελάτε..
Και κτυπήσετε και εδώ.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Λάμπρος Ινδαρές: Ένας εκ της οικογενείας Ινταρέ του Λειβαρτζίου Καλαβρύτων.

Ενδιαφέροντα στοιχεία τα οποία έχουν καταγραφεί στην εφημερίδα Πελοπόννησο από τον σκηνοθέτη κο Δημήτριο Ινδαρέ, απόγονο της γνωστής οικογενείας εκ Λειβαρτζίου, όστις και ευγενώς μου τα έστειλε και τον ευχαριστώ πολύ.

Εκ του «Ιστορικού Λεξικού της επαρχίας Καλαβρύτων»:

«Ινδαρές Λάμπρος του Π.: από δήμο Ψωφίδος, αναφέρεται σε δηλοποίηση του επάρχου των Καλαβρύτων Ευγενιάδη, από 14.7.1860 (ΦΕΚ. 41/25.8.1860) ως κληρούχος 17 της κλήρωσης στρατευσίμων έτους 1860, διαμένων εις Τεργέστη και καλείται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. «Ο Λάμπρος Ινδαρές ήταν εγγονός του Λειβαρτζινού αγωνιστή της Επανάστασης του 1821 Δημητράκη Ινταρέ. Είναι πιθανότατα ο πρώτος Έλληνας που δημοσίευσε ενυπόγραφα άρθρα ή επιστολές στον αγγλόφωνο τύπο της Αυστραλίας. Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1838. Γονείς του ήταν ο Παναγιωτάκης Λ. Ινταρές και η Ευθυμία Χ. Λεοντοπούλου, από το Σοπωτό Καλαβρύτων….[…]». 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Λειβάρτζι, 14 Μαρτίου 1821, ένα από τα πρώτα προεπαναστατικά γεγονότα στην επαρχία Καλαβρύτων.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ο Ι. Γκούρας, η επαρχία Καλαβρύτων και η διαθήκη του.

Ο Ιωάννης Γκούρας (Παρνασσίδα 1791-Αθήνα Σεπτέμβρης 1826. Εμεινε στην ιστορία ως ο δολοφόνος του Οδυσσέα Ανδρούτσου, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Σκοτώθηκε κατά την πολιορκία της Ακρόπολης από τον Κιουταχή, στις 30 Σεπτεμβρίου 1826. Γυναίκα του ήταν η όμορφη Ασήμω κόρη του κοτσαμπάση του Λιδωρικίου Αναγνώστη Λιδωρίκη, η οποία πριν σαραντίσει ο άνδρας της τάφτιαξε με τον Ν. Κριεζιώτη, πλαγία υποδείξει του Καραϊσκάκη, αλλά λίγους μήνες μετά σκοτώθηκε από κολώνες του Ερεχθείου της Ακρόπολης, οι οποίες έπεσαν ύστερα από κανονιοβολισμό.

Ο πανούργος Κωλέτης είχε κατορθώσει να ενώσει μισθωτούς Ρουμελιώτες οι οποίοι τρελάθηκαν με τις υποσχέσεις του και την προσδοκία ότι θα έπαιρναν τις λίρες και τα λεφτά του Δανείου.

Πέρασαν στην Πελοπόννησο κατά τον πρώτο και δεύτερο εμφύλιο πόλεμο κυνηγώντας τους «αποστάτες» Λόντο, Ζαΐμη κ.λ. και με πρόσχημα την καταστολή του εμφυλίου πολέμου, η επαρχία Καλαβρύτων υπέστη τα πάνδεινα από αυτούς τους στρατιώτες, όπως και όλη σχεδόν η Πελοπόννησος.

Ο Κωλέτης και ο Γκούρας κι άλλοι οπλαρχηγοί καταβροχθήσανε τεράστια ποσά για να ερημώσουν την Πελοπόννησο.

 Ο Γκούρας, πληρωνόταν για 12.000 άνδρες ενώ είχε τρεις. Το Δεκέμβρη του 1824 ο Γκούρας βρισκόταν στη Λυκούρια. Βρέθηκε επίσης στα Σουδενά με 3.000 στρατό, στο Σοπωτό όπου μαζί του ενεργούσε ο Σοφιανόπουλος, στο Λειβάρτζι κυνηγώντας το Ζαΐμη κ.λ..  Ως αντίθετος του Κουντουριώτη κατεδιώχθη από τον Γκούρα και ο Ασημάκης Φωτήλας. Τον Ιανουάριο του 1825 βρισκόταν στην Γαστούνη και από εκεί έστειλε τον Σοφιανόπουλο να συλλάβει τον Π. Π. Γερμανό. Στους στρατιώτες του  βρισκόταν ο Ανδρέας Σκαλτσάς του Ασημάκη από τα Σουδενά, αλλά και ο πατέρας του Ασημάκης, τον Ιανουάριο του 1825, Γενναίο στρατηγό αποκαλεί τον Γκούρα.

Παρακάτω παραθέτω αντίγραφο της διαθήκης του, από τα Γ.Α.Κ.:

«1824, Μαγίου 4, Διαθήκη.

Από τα περιστατικά εν καιρώ πολέμου, φοβούμενος μην ο θάνατος άξαφνα με αδράξει, κάνω την διαθήκη μου τακτικώς, οπού είμαι με τας φρένας μου. Πρώτον τον Θεόν να με συγχώρεση εις όσα του έσφαλα, ως άνθρωπος. Δεύτερα αφήνω συμπάθιο και να με συγχωρούν όλοι οι Έλληνες συγχώρησιν εις όλους τους Έλληνας, να με συγχωρέσουν και να με συμπαθήσουν στα όσα τους έσφαλα ως άνθρωπος, ας είναι και από μέρος μου, συγχωρημένοι. Τρίτον αφήνω ίδιον Γκούρα τον εξάδελφόν μου Γιάννη Μαμούρη, αυτός να μου εξουσιάζη όλον μου το βιός μου, και να είναι ίδιον εδικόν του, έξω από εκείνο οπού χαρίζω μέσα στη διαθήκη μου του καθενός συγγενή μου. Αυτά να τα λάβουν οι απογραμμένοι συγγενείς μου. Έχω γρόσια ξηρά όλα όλα χιλιάδας 25.000 λέγω χιλιάδες είκοσι πέντε και ας φαντάζονται ο κόσμος ότι είχα πολλά, από αυτά τα γρόσια. Αφήνω στη Φιλόμουσο Εταιρεία γρόσια χίλια 1.000. Αφήνω στην Φιλάνθρωπον Εταιρείαν γρόσια 1.000. Αφήνω του Καπνόριζα γρόσια τρεις χιλιάδας 3.000. Αφήνω της αδελφής μου Μαργαρίτας γρόσια δύο χιλιάδας 2.000, του Πατούλα γρόσια χίλια 1000. Αφήνω της ανεψιάς μου … Ρούκαινας γρόσια χίλια 1.000. Αφήνω της γυναίκας μου Ασήμως γρόσια 5 χιλιάδες πέντε 5.000. Αφήνω της γυναίκας μου όλα τα τζουβαϊρικά μου ασημ. φλωριά, μαργαριτάρια μου, διαμαντικά μου, μπελετζίκια, δακτυλίδια, ασημικά μου και όλα όσα σκουτιά της έχω γυναικεία, αυτά να μην έχη κανένας από τους συγγενείς μου να της χαλέψη ούτε τρίχα, ότι της τα έχω χαρισμένα. Όλους τους κριτάς τους παρακαλώ να δώσουν δικαία κρίση, καθώς γράφω με τον ίδιον χέρι μου εις την Διαθήκην μου. Αν ίσως και μείνει η γυναίκα μου εγκαστρωμένη και γεννήσει παιδί, τότε να κληρονομάη το παιδί μου όλον μου τον βιόν μου, εξόχως εκείνο οπού χαρίζω. Τότε να σταθή ο Μαμούρης ίδιος πατέρας, να μου κουμανταρίση το παιδί μου και γυναίκα μου. Αν δε[ν] τύχη εγκαστρωμένη η γυναίκα μου και δεν παντρευτεί μετά τον θάνατον μου, να την μάση ο Μαμούρης να την θρέψη από τον βιός μου οπού της αφήνω, και αν θελήση η γυνή μου να παντρευθή, να πάρη μόνον τα σκουτιά της και το φέσι της και ένα ζευγάρι μπελετζίκια μαλαματένια με διαμάντια και δακτυλίδια οπού της έχω, και όχι άλλο. Τα άλλα να μένουν όλα του Μαμούρη. Και αν δεν παντρευθή, να έχη τα άνωθεν γραμμένα χαρίσματα, να τα εξουσιάζη και να ζη στα γηρατειά της η γυναίκα μου. Ο Μαμούρης να λέγεται Γιάννης Γκούρας δια να μην χαθή το όνομα μου. Αφήνω όλους τους φίλους να γνωρίζουν τον Μαμούρην ίδιον Γκούρα: όποιος με αγαπάει εμένα, να αγαπάη και αυτόν. Και συ Μαμούρη πρώτον να αγαπάης την ανθρωπότητα, την Πατρίδα, να φυλάς τους Νόμους, την Διοίκησιν, τους συγγενείς και φίλους μου. Να κάνης φίλους και όχι εχθρούς, να μην γένης προδότης στην Πατρίδα μου και στην ανθρωπότητα, να μην αγαπάς την αδικίαν, την τυραννία, την κλεψιά, την αρπαγήν. Αν παρέβης κανένα από τα όσα σου λέγω, να έχης την κατάρα μου, και την κατάρα του Θεού και της Πατρίδος. Ακόμη τα όσα χρεωστώ και τα όσα μου χρεωστούν, φαίνονται στα δευτέρια μου και οποιανού χρεωστώ να τα δόκητε να μην με σκατοψυχάνε και τα όσα μου χρεωστούν να τα λάβης Μαμούρη, δια να μου κουμανταρίσης το σπήτι καθώς γράφω. Ταις πιστόλαις μου να ταις πάρη ο Καπνόριζας, δια το χασμέτι οπού μου έκαμε και να στέκη κοντά με το Μαμούρη και με τη γυναίκα μου, ότι είναι ακόμα μικρός και πτωχός, και συ Πατούλα να μην ξεχωρίσης από το Μαμούρη, να διαφεντεύεστε να είσθε δυνατοί, να μου νταγιαντίστε το σπήτι μου, και μην σκορπίσητε σαν του λαγού τα τέκνα, ότι χαΐρι δεν βλέπετε. Έχετε λοιπόν την ευχήν μου. Ταις είκοσι πέντε χιλιάδες τα γρόσια, τα οποία θα λάβη ο Μαμούρης, τα έχω μέσα στην κασέλα μου, εις ένα μουχουρετάνι ασημένιον βουλωμένα με κόλησι. Ταύτα και Σας αφίνω υγιείαν και πολλή ζωή και να με συγχωράτε κάποτε όταν με θυμάστε. Ευχόμεθά Σας να προκόψητε, αν ακολουθήσετε τον καλόν δρόμον οπού Σας λέγω και υγιαίνετε./ Εγώ ο Αθλιος και δυστυχισμένος Ιωάνης Γκούρας./ Μαρτυρώ ο υπογεγραμμένος ότι το πρωτότυπομ του απρόντος αντιγραφου το οποίον ανέγνωσα και παρέβαλα σήμερον είναι γραμμένον με το ίδιον χέρι του μακαρίτου Ιωάννου Γκούρα./ Αθήναι τη 16 Ιουνίου 1833. Δ. Σαλωνιτίδης./ Μαρτυρώ και εγώ παρομοίως ότι το πρωτότυπον του παρόντος είναι γραμμένον με το χέρι του Μακαρίτου Γκούρα/ Μακρυγιάννης./ Η Αστυνομία Αττικής/ επικυροί το πιστόν της αντιγραφής, και την γνησιότητα των υπογραφών των μαρτύρων Δ. Σαλωνιτίδου και Μακρυγιάννη./ τη αυτή ημερομηνία 1833/ Εν Αθήναις/ Ο επί της […]/ Σταύρος Βλαχόπουλος/ Ίσον απαράλλακτον/ τη 18 Ιουνίου 1833/ εν Αθήναις ο Γενικός έφορος […]».

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Αναφορές της εφημερίδας «Πελοπόννησος – Πελοποννησιακή Λαύρα» στην ταπεινότητά μου.

Παρασκευή 7 φεβρουαρίου 2020.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020.

(Τις κίτρινες υπογραμμίσεις έχω κάνει εγώ.)

 

Posted in Καταχωρήσεις άρθρων αναγνωστών | Σχολιάστε

«… παλλακίδαι τρυφηλίζουσαι…»

Ένα τρισέλιδο πυκνογραμμένο και σχετικά δυσανάγνωστο έγγραφο, το οποίο στέλνεται στο εκτελεστικό Σώμα, στις 27 Οκτωβρίου 1825, από αποστολέα όστις υπογράφει ως: «ο ελάχιστος πατριώτης Νέστωρ Β. Κλήμπας», περιγράφει με ακρίβεια την κατάσταση και συνθέτει με μουντά ή και μελανά χρώματα την εικόνα της Ελλάδος την εποχή εκείνη, κάμνοντας και σχετικές προτάσεις.

Ένα ενδεικτικό μέρος αυτού του εγγράφου είναι το παρακάτω. Διαβάστε το παρακαλώ και κάντε τις συγκρίσεις με την σημερινή κατάσταση. Υπάρχει συνάφεια;

«…Δεν λέγω τούτο, κύριοί μου δια να παραστήσω, ότι διοριζόμενοι οπλαρχηγοί οι τυχόντες (ως και εκείνοι, οι οποίοι εν απουσία των εχθρών στολιζόμενοι, ως αι παλλακίδαι τρυφηλίζουσαι, με χρυσά και αργυρά ενδύματα, και περιφερόμενοι εις την αγορά, κομπάζουσι σφριγώντες, εν δε τη παρουσία των εχθρών δεν εντρέπονται ενδεδυμένοι τα λαμπερά ταύτα φορέματα, και αυτά τα άρματα, και εμβαίνοντες υπό το προσωπείον εμπόρων, ή τροφοπώλων, αναισχύντως εμπαρίστανται, καίτοι ονομαζόμενοι χιλίαρχοι και στρατηγοί) διοριζόμενοι λέγω οι τοιούτοι με τριακοσίους ή και πεντακοσίους στρατιώτας, και μη έχοντες οι περισσότεροι αυτών, ούτε το δεκατημόριον των όσων διετάχθησαν να έχουν, συμβιβαζόμενοι δε και με τους δημιουργηθέντας τούτους επιθεωρητάς, και φέροντες έγγραφα αποδεικτικά  αυτών, ούτοι καταμετρηθέντες ευρέθησαν με περισσοτέρους  από όσους διετάχθησαν να έχουν, πνίγουν την Διοίκηση ζητούντες τους μισθούς  των υποθετικών πεντακοσίων στρατιωτών, και η Διοίκησις (η οποία πριν δημιουργήσει τούτους τους επιθεωρητάς, είχε το δικαίωμα να ελέγξη τον οπλαρχηγόν εκείνον, ότι δεν είχε, όσους παράσταινε, και να του εκπέση από τον λογαριασμόν του, όσα έκρινε δίκαιον, και εκείνος γνωρίζων την συνείδησίν του επεύθυνον, και μη δυνάμενος να επιμείνη εις την αισχροκερδή ταύτην αίτησίν του δικαιωματικώς, δεν ήθελε τολμά βεβαια να αμελήση), βλέπουσα το έγγραφον του επιθεωρητού της, δεν δύναται να κάμη άλλως, ειμή να επικυρώση τον λογαριασμόν των τοιούτων οπλαρχηγών, και ούτως επικυρωμένων ανκαταπαύστως αναριθμήτων τοιούτων λογαριασμών, και βιαζόμενη από τους οπλαρχηγούς τούτους δια χρήματα, κοντά οπού δεν δύναται να απαντήση τας αναγκαιοτέρας του έθνους χρείας, προς τούτων επειδή δεν έχει πόρον να ευχαριστήση τους οπλαρχηγούς αυτούς πληρώνουσα τοσούτους σωρούς διαταγών, κινδυνεύει η υπόληψίς της, και ευρίσκεται εις αμηχανίαν δια τας κατεπειγούσας της πατρίδος χρείας…».

Posted in Ιστορία, Uncategorized | Σχολιάστε

Θάνατος Θ. Κολοκοτρώνη, ημέρα μνήμης και τιμής στον ήρωα.

Ημέρα μνήμης σήμερα και τιμής στον πρωτεργάτη της απελευθέρωσης της Ελλάδος Θ. Κολοκοτρώνη.

Αν μόνο με δυό λόγια εζητείτο να προσδιοριστεί η κυριώτερη προσφορά του στην πατρίδα, αυτά κατά την ταπεινή μου γνώμη, θα ήσαν: Τουρκοπροσκύνημα, διότι απεσόβησε τον όλεθρο της Ελλάδος, από την δόλια αυτή κίνηση των Τούρκων και καταστροφή του Δράμαλη, διότι η διάλυση της στρατιάς του Δράμαλη εδραίωσε την Επανάσταση και είχε ως αποτέλεσμα την παράδοση της Πελοποννήσου στα χέρια των Ελλήνων έως την εποχή του Ιμπραήμ.

Στο Φεκ 5/6 Φεβρουαρίου 1843 αναγράφεται το εξής Διάταγμα:

«ΔΙΑΤΑΓΜΑ/ Περί της αποβιώσεως του Κ. Αντιστρατήγου/ Θ. Κολοκοτρώνη./ ΟΘΩΝ/ ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ/ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ./ Μαθόντες μ’ άκραν της ψυχής Ημών λύπην τον θάνατον του υπέρ πατρίδος τοσούτων αξίως αγωνισθέντος και εις τον θρόνον Ημών πιστοτάτου Αντιστρατήγου και Συμβούλου της Επικρατείας εις τακτικήν υπηρεσίαν Κ. Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, διατάττομεν να πενθηφορήσωσιν όλοι οι αξιωματικοί και λοιποί υπάλληλοι του Ημετέρου στρατού της ξηράς επί τρείς ημέρας./ Η Ημετέρα επί των Στρατιωτικών Γραμματεία επιφορτίζεται την δια της εφημερίδος της Κυβερνήσεως δημοσίευσιν και την εκτέλεσιν του παρόντος./ Εν Αθήναις, την 4 Φεβρουαρίου 1843./ ΟΘΩΝ/ Ο επί των Στρατιωτικών Γραμματεύς Α. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ.».

Ένα από τα πολλά τραγούδια τα οποία έχουν γραφεί για τον θρυλικό ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και για όλη την οικογένεια των Κολοκοτρωναίων είναι και το παρακάτω,  αποδίδον τον θρήνο για το θάνατό του αλλά και τον τρόπο που εύχεται στα παιδιά του:

«Σε κλαίνε χώρες και χωριά, σε κλαίνε βιλαέτια,/ σε κλαίει η Ντροπολιτζά μαζί με την Αθήνα.» και «Ένα πουλάκι εξέβγαινε μέσ’ από την Αθήνα./ Νύχτα και μέρα περπατεί, πετάει μέρα νύχτα./ Στην Κόρινθο γευμάτισε και στ’ Άργος δειλινίζει / και μέσα στην Τρομπολιτσά, στη μέση της πλατείας, τα γράμματα εδιάβαζαν κ’ οι εφημερίδες λένε:/ Κολοκοτρώνης πέθανε στο γάμο του Κολίνου./ Το βράδυ ετρωγόπινε στου βασιλιά τον μπάλο,/ το θάνατό του γνώρισε, πούθελε ν’ αποθάνει./ Και του Γενναίου και του Κολίνου λέγει:/ – Πού είσαι Γενναίε στρατηγέ, Κολίνο σπουδασμένε! / Ελάτε, πάρτε την ευκή, με τριγυρίζει ο χάρος./ Σώπα, πατέρα, μην το λές, μην λές πως θα πεθάνεις,/ κ’ έχουμ’ οχθρούς και χαίρονται και φίλους και λυπάνται./ – Ελάτε, πάρτε την ευκή, και να είσθε μονιασμένοι./ Φιλείστε και τ’ αγγόνια μου, που νάχουν την ευκή μου!» (Σοφ. Δημητρακόπουλος).

Ένα άλλο τραγούδι αναφέρει τις τελευταίες παραγγελίες του Κολοκοτρώνη στον γιό του Κολίνο:

«Κι ο Θοδωράκης του λαλεί, οστρατηγός του λέει:/ – Πουλάκι μ’, πούθεν έρχεσαι, πουλί μου, που πηγαίνεις;/ Στη στράτα σου μαύρο πουλί, αν τύχει κι ανταμώσεις,/ αν τύχει και συναπαντάς εχθρούς μας και δικούς μας / παρακαλώ σε να τους πεις, χαιρετισμούς για πάντα./ Και στον Κολιό μου το παιδί τ’ αλλού μικρότερό μου,/ για θύμηση παντοτεινή του ΄στειλα δαχτυλίδι / να το φοράει στην εκκλησιά, να το φοράει στους γάμους./ Πέστου, πουλάκι μου γοργό, πουλί μου δακρυσμένο,/ τα ασημένια μ’ άρματα στη μέση του να ζώνει / και να ΄ρχεται στο μνήμα μου δυό πιστολιές να ρίνει / να μας θυμίζουν τους καιρούς, τους πόλεμους, τις μάχες…».

Και σχετικό με τους δικαστές του:

«Δεν κλαίτε χώρες και χωριά, χώρες και βιλαέτια,/ δεν κλαίτε τον Κολιόπουλο με τον Κολοκοτρώνη! / Ουδέ σε γάμους φαίνονται μαϊδέ και στου Παλούμπα,/ μαϊδέ στο Αρκουδόρεμα, στο δόλιο Λιμποβίτσι./ Μας είπαν είναι φυλακή, για να τους θανατώσουν./ και ούλοι υπογράψανε για να τους θανατώσουν./ Ο πρόεδρος δεν έγραφε για να τους θανατώσουν./ Κ’ ένας στρατιώτης Κρητικός με λόγχη τον τρουπάει:/ – Υπόγραψε, βρε πρόεδρε, για να τους θανατώσουν./ – Δεν υπογράφω, κερατά, για να θανατωθούνε,/ τι ελευθερώσαν τον ντουνιά και ούλους τους ραγιάδες./ Και γλύτωσαν οι στρατηγοί και δεν τους θανατώσαν.».

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όπως είναι γνωστό, δεν καταγόταν από την επαρχία Καλαβρύτων. Είχε όμως πατήσει τα χώματά της, είχε πολεμήσει και σ’ αυτή την επαρχία κατά των Τούρκων και με ενέργειές του είχε αναχαιτιστεί το Τουρκοπροσκύνημα που είχε εκδηλωθεί στην ίδια επαρχία, όπως είχε αγωνιστεί για όλη την Ελλάδα. Γι’ αυτό και στο έργο μου «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» έχω πάνω από 20 σελίδες αφιερώσει σ’ αυτόν σχετικές με την εν γένει  δραστηρίοτητά του και κυρίως στην επαρχία αυτή και πολύ περισσότερες για την οικογένεια των Κολοκοτρωναίων και τα υπόλοιπα μέλη αυτής. Από το έργο αυτό  προέρχονται και όσα παραπάνω ενδεικτικά ανέφερα.

Posted in Ιστορία, Σαν σήμερα | Σχολιάστε

Ημέρα μνήμης σήμερα, αλλά και ημέρα ντροπής για την ανθρωπότητα.

Για να μην ξεχνάμε…

Φρίκη… Φρίκη… Φρίκη…

Λίγα στοιχεία από τη Γερμανική φάμπρικα του θανάτου. Το βιβλίο αποτελείται από 440 σελίδες βουτηγμένες στη φρίκη, στο αίμα, στα βασανιστήρια, στον εξευτελισμό του ανθρώπου, στη θηριωδία και σε ό,τι απάνθρωπο και βάρβαρο ένστικτο θα μπορούσε να «διανοηθεί» νοσηρός εγκέφαλος αυτών των ανθρωποειδών (δεν αναφέρω ζώων, γιατί τα ζώα έχουν αξιακές αρχές).

 

………………………………………………………………………………………………………………………..

……………………………………………………………………………………………………………………………

……………………………………………………………………………………………………………………….

……………………………………………………………………………………………………………………………….

……………………………………………………………………………………………………………………………

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Σωτήραινα, η αδελφή του Μάρκου Μπότσαρη έγραφε από το Μ. Σπήλαιο.

Στη συνέχεια παραθέτω δύο σπάνια έγγραφα, τα οποία μαρτυρούν την καταφυγή της Σωτήραινας, μιάς εκ των αδελφών του θρυλικού ήρωα της επανάστασης Μάρκου Μπότσαρη, μετά πολυμελούς υπ’ αυτήν οικογενείας, στο μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου, δύο χρόνια μετά το θάνατο του αδελφού της.

Αναφέρεται ότι: «… το δε β΄έτος [της επαναστάσεως], τελειωθέντος του Αλή πασιά, ο Μάρκος μετέβη εις Πελοπόννησον, και ελευθέρωσε την φαμήλιαν του με την ανταλλαγήν της του Ρουσίτ πασιά φαμήλιας…» (Γ. Γαζή: Βιογραφία των ηρώων Μάρκου Μπότσαρη και Καραϊσκάκη... Αίγινα 1828)

Μπότσαρη Σωτήραινα (1): αδελφή του Μάρκου (2) Μπότσαρη.

Την 1η Σεπτεμβρίου 1825, έγραψε από το Μ. Σπήλαιο, προς το Εκτελεστικό Σώμα, το παρακάτω (δυσανάγνωστο) έγγραφο:

«… Η ταπεινώς υποφαινομένη δια της παρούσης μου γνωστοποιώ την Σ. Διοίκησιν ότι είναι ήδη περίπου δύο έτη, αφότου και άκουσα μετέβην εις την Πελοπόννησον παροικήσασα κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων, και δια τας περιστάσεις περιφερομένη ένθεν κακείθεν υστέρως προ τεσσάρων μηνών κατήντησα και εις την ιεράν ταύτην μονήν, έχουσα υπό την επίσκεψιν και πρόνοιάν μου σχεδόν είκοσι πέντε ψυχάς, και διότι ένδον του σπηλαίου κατάλυμα δεν εύρον, (έμπλεον ον εξ’ άλλων καταφυγόντων εις αυτό, ως εις άσυλον) έχω κατοικίαν μίαν σκηνήν, και πλέον εκ τούτου οποίαν κακουχίαν δοκιμάζω, αποσιωπώ. Σπεύδω δε μόνον να εκθέσω, ότι ήδη, ότι επειδή εγγίζει το Φθινόπωρον, αμηχανώ, πού απερχομένη δύναμαι να εύρω οπωσούν ανάπαυσιν απαιτουμένην αφεύκτως από την μεταβολήν του ενιαυτού, πάσχουσα προσέτι και από αχρηματίαν, εξ’ ής και μόνης τα πάντα εύκολον να οικονομηθώσιν. Η Διοίκησις εντελώς είναι πληροφορημένη τας λαμπράς προς την πατρίδα εκδουλεύσεις των πατριωτών μου ευγενεστ. και μερικωτέρου[;] εκείνας του μακαρίτου αδελφού μου Μάρκου Μπότσαρη (όστις μαχόμενος ηρωικώς  υπέρ πίστεως και πατρίδος εφονεύθη ενδόξως παρά των εχθρών) δεν αμφιβάλλω, ότι δι’ αυτούς[;] θέλει δείξη σπλάχνα ελέους και οικτιρμών, και προς εμέ, ήτις μετά θεόν τας ελπίδας μου έχω εναποτεθειμένας εις την ευθυδικίαν της. Το βάρος το οποίον είμαι επιφορτισμένη τοσουτων ψυχών είρηται ανωτέρω, των οποίων τα αναγκαία κατά χρέος δια την συγγενικήν σχέσιν είμαι υποχρεωμένη δια να προβλέπω εγώ. Όθεν προστρέχουσα εις την κοινήν του έθνους μητέρα Σ. Διοίκηση επικαλούμαι θερμώς το έλεός της, εξαιτουμένη παρ’ αυτής πόρους, δι’ ων θέλει τρέφω ψυχάς αφιερωμένας εις την ευσπλαχνίαν της, και ανάλογον με την ποσότητά των. Η παρούσα μου θέλει σας εγχειρισθή δια του ταπεινού μου […] όστις παρασταθείς ενώπιον της Διοικήσεως, θέλει εκθέσει και προφορικώς, όσα δια την παρούσαν ηλικίαν δυνηθή. Ας δώση λοιπόν  ώτα ακοής εις τους λόγους του παρακαλώ, και εις τα γεγραμμένα, και ας διατάξη όσα ο εθνικός χαρακτήρ μιας διοικήσεως την υπαγορεύει προς μίαν γυναίκα άπορον, και υστερηθείσαν υπέρ πατρίδος ενός τοιούτου εναρέτου πατριώτου, οίος ο αδελφός μου Μάρκος. Υπενθυμίζω εις την Διοίκησιν, ότι η διαταγή την οποίαν μοι έχετε δώσει κατά το παρελθόν έτος προς τον έπαρχον Καλαβρύτων (της οποίας εγκλείεται αντίγραφον επικυρωμένον από το επαρχείον) δια να μοι δίδεται καθ’ εκάστην ημέραν ανά 15 οκάδες ψωμί προς ζωοτροφίαν μου, μοι εδόθη μόλις δια τρεις μήνας. Ας διατάξη λοιπόν παρακαλώ να μοι δοθή αυτό έκτοτε έως σήμερον προσθέτουσα εις βοήθειάν μου διά τας τοσαύτας παρακλήσεις, και οποίαν άλλην εγκρίνει επικουρίαν, και πλέον ούσα εύελπις, ότι θέλει εισακουσθώ δεν επεκτείνομαι περραιτέρω, αλλ’ ευχομένη υπέρ της ακλονήτου στερεώσεώς της ειμί με βαθύτατον σέβας./ τη α΄ Σεπτεμβρίου 1825/ Μ. Σπήλαιον/ η πατριώτης/ Σωτήραινα».

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1825 ο υπουργός της Οικονομίας απαντώντας στο Εκτελεστικό Σώμα, ανέφερε τα εξής:

«… Ελήφθη η αναφορά της κυρίας Σωτήραινας Μπότσαρη, διευθυνθείσα εις το υπουργείον δια να φανερώση εις ποίον ήτον διδομένη διαταγή, δια να δίδη προς την αναφερομένην ψωμί οκάδες δεκαπέντε την ημέραν, και διά τίνος τρόπου ευκολύνεται η δόσις αύτη. Το υπουργείον αγνοεί διόλου αν τοιαύτη διαταγή εξεδόθη. Περί δε της διευκολύνσεως του να δίδεται προς την ειρημένην το άνω ψωμί γνωμοδοτεί, επειδή αύτη εις την επαρχίαν Καλαβρύτων κατοικεί, και επειδή οι ενοικιαστές της επαρχίας εκείνης οφείλουσιν εις το εθνικόν ταμείον, να διαταχθώσι να δίδωσι προς την διαληφθείσαν 12 δώδεκα οκάδες σιτάρι, είτε τριακοσίας εξήκοντα καθ’ έκαστον μήνα. Αλλά τούτο μένει υπό την ανωτάτην απόφασιν./ τη 12 7βρίου 1825/ Εν Ναυπλίω/ ο υπουργός της Οικονομίας Νικ. Πονηρόπουλος[;]». Σε σημείωση στην πίσω σελίδα του εγγράφου αναφέρεται ότι εγκρίνεται η γνώμη του υπουργείου να δίδωνται 360 οκάδες κατά μήνα και διατάσσεται ο έπαρχος να ερευνήσει πόσον καιρό δεν της εδίδετο το προσδιορισμένο αυτό ψωμί ώστε πρέπει να της δοθεί.

Πηγή: Γ.Α.Κ.


(1) Δεν γωρίζω πως λεγόταν αυτή η αδελφή του Μάρκου Μπότσαρη, δεδομένου ότι το «Σωτήραινα» πιθανώτατα προέρχεται από το όνομα του άνδρα της (Σωτήρη). Ο πατέρας της Κίτσος Μπότσαρης είχε παντρευτεί τρεις γυναίκες. Αναφέρεται η Μάρω αδελφή του Μάρκου η οποία παραυρέθηκε στην κηδεία του. Η Δέσπω και η Λένα, ίσως είναι δύο ακόμα αδελφές του.

(2) Ο Μάρκος Μπότσαρης, ο θρυλικός αυτός ήρωας της επανάστασης του 1821, για τον οποίο ο άλλος μεγάλος της Επανάστασης Γ. Καραϊσκάκης είχε πεί: «… εμείς όλοι, ούτε στο δάχτυλό του δεν φτάνουμε…», ήταν γιός του Κίτσου Μπότσαρη. Σκοτώθηκε στο Κεφαλόβρυσο στις 8 προς 9 Αυγούστου 1823 (κατά τον Αραβαντινό – Χρονογραφία Α΄, 377, σκοτώθηκε στις 7 Ιουλίου 1823). Το βόλι που τον σκότωσε καθώς και ένα κομμάτι ύφασμα από τον κεφλόδεσμο αιματοβαμμένο, ως επίσης και το ρολόϊ του (τσέπης) ευρίσκονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Παλαιά Βουλή – Πλατεία Κολοκοτρώνη).

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Σύσκεψη (ή συνέλευση) της Βοστίτσας, τον Ιανουάριο του 1821.

Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από το «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» και υπόκειται στο νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Σύσκεψη Βοστίτσας: Έγινε στις 26[1] Ιανουαρίου 1821 και μετείχαν: ο Παπαφλέσας, Π. Πατρών Γερμανός, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός μετά του πρωτοσύγκελου Αμβροσίου Φραντζή, ο Κερνίκης Προκόπιος, ο Ασημάκης Ζαΐμης, ο Ανδρ. Ζαΐμης, ο Ασημ. Φωτήλας[2], ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο Ανδρ. Λόντος, ο Σωτ. Θεοχαρόπουλος, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, [ο Ν. Λόντος (ο Πατρινός) (Σταματόπ. Εσωτ. Αγώνας, τ. Α΄, σ. 174)] και ο Ηγούμενος της Μονής Ταξιαρχών Βερσοβίτης Σάββας. «Για να καθησυχάσουν τους Τούρκους είπαν, ότι συγκεντρώθηκαν, γιατί τα μοναστήρια Μ. Σπήλαιο και Ταξιάρχες, είχαν χτηματικές διαφορές» (Σταματόπουλος, Εσωτ. Αγώνας, τ. Α΄, σ. 174).[3] «Διέδωσαν ότι συνείρχοντο κατά διαταγήν της μεγάλης εκκλησίας προς επιτόπιον επιθεώρησιν αγρού τινός σταυροπηγιακού διαφειλονικουμένου. [Ο Σπηλιάδης, (τ. Α΄ σ. 13) αναφέρει ότι: «…κατά τον Ιανουάριον συγκροτείται αυτόθι συνέλευσις επί λόγω να θεωρήσωσι διαφοράν τινα του Μεγάλου Σπηλαίου…». Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι παρέστησαν εκεί οι: Ασημάκης και Ανδρέας Ζαΐμης (πατέρας και γιός), Σ. Χαραλάμπης, Ιωάννης Παπαδόπουλος-Μουρτογιάννης, Ανδρέας Λόντος, Σ. Θεοχαρόπουλος, Γερμανός Χριστιανουπόλεως, Π. Π. Γερμανός, Κερνίκης Προκόπιος, Σπυρίδων Χαραλάμπους και άλλοι]. Υπο το πρόσχημα τούτο συνεδρίασαν κατά πρώτην φοράν την 26 Ιανουαρίου και ηκροάσθησαν τον Δικαίον διαδίδοντα ασκέπτως και ασυστόλως επί της εις Ελλάδα καταβάσεώς του και της εις Βοστίτσαν ελεύσεώς του, ότι ήγγιξεν η έναρξις του αγώνος, και ότι εστέλλοντο έξωθεν άφθονα και πολυειδή πολεμικά βοηθήματα. Έδειξε δε εν Βοστίτση και τας οδηγίας του και τα πιστωτήριά του, δι ών εκαλείτο παρά του Υψηλάντου «άλλος εγώ». Εις απόδειξιν δε της πολλής απάτης του Υψηλάντου περί των της Ελλάδος, και της σφαλεράς κρίσεώς του, σημειούμεν εκ των περί ων ο λόγος οδηγιών τα ακόλουθα: – Άρθρο β΄. Οι αρχιερείς οι άρχοντες και οι δημογέροντες της Πελοποννήσου να εκλέξωσιν από όλον το σύστημα των προεστώτων δύο τους δοκιμωτέρους και υποληπτικωτέρους, οι οποίοι καθήμενοι εις Τριπολιτσάν να θεωρώσι τας συμπιπτούσας κοινάς της πατρίδος υποθέσεις με καθαράν συνείδησιν, οι δε λοιποί να διοργανίσωσιν εις τας επαρχίας το πράγμα ευτάκτως και ταχέως. –Άρθρο γ΄. Το στατιωτικόν να διοργανισθή ευτάκτως: η εθταξία φέρουσα την ευδαιμονίαν των όπλων, τότε θέλει φυλαχθή, όταν καθ’ όλας τας επαρχίας διορισθώσιν χιλίαρχοι οι πλέον φρόνιμοι και δόκιμοι εις το να οπλοφορώσι και να διοικήσωσι στρατόν. Πρέπει να γενή κατά επαρχίαν η εκλογή ενός χιλιάρχου έχοντος την άδειαν να στρατολογήση και να επιστήση κατά την τάξιν της χιλιαρχίας τους αξιωματικούς, ήτοι εκατοντάρχους, πεντηκοντάρχους και δεκάρχους. Εις αυτούς θέλει υπόκειται νομίμως διοικούμενος ο στρατός. – Άρθρο στ΄. Ο γενικός έφορος (Υψηλάντης) δεν κρίνει εύλογον, να αρματωθεί ο τυχών δια την προξενουμένην σύγχυσιν και ζημίαναπό την απειρίαν του όχλου. Να εκλεχθώσι δε από την Πελοπόννησον όλην είκοσι πέντε μόνο χιλιάδες στρατός από άνδρας εκλεκτούς και εμπείρους εις τα όπλα, δια να οδηγηθώσι τακτικώς από τούτον με την ανήκουσαν υπακοήν ευθύς οπού φανεί εις την Πελοπόννησον. – Άρθρο η΄. Ανάγκη πάσα να γίνη κατάλογος καθαρός της αδελφότητος όλης δια να εξετασθή η κατάστασις του καθ’ ενός και να υποχρεωθή να συνεισφέρη αναλόγως, ώστε η καταβολή να γενή επέκεινα του ενός μιλιουνίου. Αύτη είναι η γνώμη του γενικού εφόρου και της σεβαστής Αρχής. – Άρθρο θ΄. Οι χιλίαρχοι και αξιωματικοί έχουν χρέος να ορκίσωσι τους στρατιώτας των εν ονόματι του Ιησού Χριστού κ.τ.λ. Κατά τας οδηγίας ταύτας ο Υψηλάντης επίστευεν ότι η Τριπολιτσά, καθέδρα της Πελοποννήσου, όλη σχεδόν υπό Τούρκων κατοικουμένη και υπέρ πάσαν Πελοποννησιακήν πόλιν φρουρουμένη, ήτον ο καταλληλότερος τόπος εις εγκατάστασιν επαναστατικής Αρχής και εις μυστικήν διεξαγωγήν των συμπίπτουσών της πατρίδος υποθέσεων, ότι ήτο δυνατόν να εκλεχθώσι μεταξύ των Πελοποννησίων, ανθρώπων καταγινομένων εις ειρηνικάς εργασίας, να οργανισθώσι μθστικώς και ορκισθώσιν ενώπιον της ακμαζούσης τουρκικής εξουσίας στρατεύματα είκοσι πέντε χιλιάδων εξ εμπειροπολέμων ανδρών. Και ταύτα μεν έλεγαν αι οδηγίαι. Ο δε «άλλος εγώ» Δικαίος επρόσθετεν ότι η Ρωσία εκίνει τον Υψηλάντην, ότι θα εκήρυττε πόλεμον κατά της Πύλης άμα ήρχιζεν ο αγών εν Ελλάδι και ότι θα έστελλε τότε και στόλους και στρατεύματα και πολεμοφόδια και θησαυρούς. Ιδών δε, ότι όσα εκομπορρημόνει δεν επιστεύοντο, δεν εσυστάλη να βεβαιώση ότι έφθασεν ήδη εις Ύδραν ικανή ποσότης και όπλων και χρημάτων και πολεμοφοδίων εκ της Ρωσίας, και ότι ητοιμάζοντο και πλοία της νήσου εκείνης εις έκπλουν. Ηγανάκτησεν η συνέλευσις δια τας αναιδείς ψευδολογίας του Δικαίου, τον επέπληξεν αυστηρώς και τον εφοβέρισεν, ότι θα τον εφυλάκιζεν, αν δεν έπαυεν ερεθίζων τα πνεύματα, διαδίδων τόσω ψευδείς φήμας και ριψοκινδυνεύων την ύπαρξιν του έθνους. Πάντα ταύτα έδωκαν κακίστην ιδέαν περί του προσωπικού και περί των πόρων της Αρχής. Όχι ολιγώτερον είχε κλονίσει την πεποίθησιν των συνελθόντων και η πρότινος καιρού γενομένη και απορριφθείσα απαίτησις της εν Κων/πόλει γενικής εφορίας του ν’ αποστείλωσιν οι Πελοποννήσιοι εκεί κατά διαταγήν της Αρχής όλας τας συνεισφοράς των. Αλλά και αν υπόπτευσαν ότι αι μεγάλαι ελπίδες άς συνέλαβαν ήσαν απατηλαί, δεν εδύναντο μήτε αυτοί να οπισθοδρομήσωσι μήτε την ορμήν των πολλών ενθουσιώντων να αναστείλωσιν. Πεντάκις δε συνεδριάσαντες διέλυσαν την συνέλευσιν…» (Σ. Τρικούπης, Α΄, 28 κ.ε.). Μίλησε λοιπόν ο Παπαφλέσας με πάθος και παράφορο ενθουσιασμό. Ο μεγαλοκοτζαμπάσης Ανδρ. Ζαΐμης χαρακτήρισε τα λόγια του Παπαφλέσα «άστατα, απελπισμένα, ιδιοτελή, στασιαστικά, σχεδόν μπερμπάντικα». Και ο Π. Πατρών Γερμανός του μίλησε σκληρά και του σύστησε να περιορισθεί και να περιμένει, και μετά από χρόνια, στα απομνημονεύματά του χαρακτήριζε άδικα τον Παπαφλέσα, ο οποίος με ηρωϊσμό αντιμετώπισε τον Ιμπραήμ και έδωσε τη ζωή του για την Ελλάδα: «Γρηγόριός τις Δικαίος λεγόμενος, απατεών, αλητήριος, εξωλέστατος και ασυνείδητος, περί μηδενός άλλον φροντίζων, ειμή τίνι τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του έθνους δια να πλουτίση εκ των αρπαγών» (Π. Π. Γερμανού, «Απομνημ.». 22, 23, 25, 35 κλπ.). Αποφασίστηκαν τα εξής: «1) Ο Δικαίος ν’αναχωρήση εις τα ίδια και να ησυχάση, 2) Να γενή φροντίς περί καταγραφής και συλλογής των συνεισφορών, και να κατατεθώσι παρά τω εν Πάτραις γενικώ ταμία Παπαδιαμαντοπούλω, 3) Η Πελοπόννησος να μη κινηθή μηδε αφ’ού έλθη ο προσδοκώμενος πληρεξούσιος (Υψηλάντης), αν δεν κινηθώσι προηγουμένως τα άλλα μέρη της Ελλάδος[4], 4) Να εξιχνιασθή δια νέας αποστολής εις Ρωσίαν και Πίσαν όπου διέτριβεν ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, οποία η γνώμη του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου ως προς τον μελετώμενο αγώνα, και ποίαν βοήθειαν εδύναντο οι Έλληνες να προσδοκώσιν εκείθεν, 5) Να εξετασθή η διάθεσις των προκρίτων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών ως προς τον αγώνα, 6) Να αποποιηθώσιν ευσχήμως οι προεστώτες την εις Τριπολιτσάν απέλευσίν των αν εκαλούντο παρά της εξουσίας, και αν αύτη επέμενε, να μεταβώσιν εις τας Κυκλάδας επί λόγω μεν ότι απήρχοντο εις Κων/πολιν, επί σκοπώ δε να αναμείνωσιν εκεί τας έξωθεν απαντήσεις και οδηγηθώσι περί του πρακτέου» Αυτά απεφάσισαν και διέταξαν τον Μεγαλοσπηλαιώτη Ιερόθεον (βλ. λ. Πετρόπουλος Ιερόθεος) να «περιέλθη την Πελοπόννησον μυστικώς επί καταγραφή και εισπράξει των συνεισφορών» (Σ. Τρικούπης, Α΄, 30-31). Ο Παπαφλέσας φάνηκε να υποχωρεί και έφυγε λέγοντάς τους ότι πήγαινε στη πατρίδα του να ησυχάσει. Οι προεστοί και οι δεσποτάδες ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση και ανάθεσαν στον Ιερόθεο Μεγαλοσπηλαιώτη να μαζεύει αυτός τις συνεισφορές από τους Φιλικούς, για να στερήσουν από τον Παπαφλέσα τα οικονομικά μέσα. Και όταν έμαθαν ότι πήγε στο Μ. Σπήλαιο έστειλαν από κοντά ανθρώπους και ειδοποίησαν τους Μεγαλοσπηλαιώτες καλόγερους να τον φυλακίσουν, αλλά οι καλόγεροι ακούοντάς τον έγιναν οπαδοί του. Να τον φονεύσει είχε στείλει στις 21 του Μάρτη 20 Μανιάτες ανθρώπους του και ο Πετρόμπεης αλλά δεν το πέτυχαν γιατί ο Ηλ. Μαυρομιχάλης τον ειδοποίησε και έφυγε από τη μονή της Σιδερόπορτας (Σταματόπουλος, Εσωτ. Αγώνας, τ. Α΄, σ. 178). Η σύσκεψη έγινε στο Αίγιο στο σπίτι του Παναγ. Δεσποτόπουλου και όχι στο σπίτι του Αλεξανδρόπουλου ως αναφέρει ο Παπαρρηγόπουλος[5] (Ν. Ελληνομν. τ. 17. (1923), σ. 312). Τη Σύκεψη πρόδωσε στους Τούρκους στην Κόρινθο ο Παπά-Παντελής ο οποίος κατήγγειλε ότι στη μυστική συνέλευση της Βοστίτσας προετοιμαζόταν η επανάσταση (Σταματόπουλος, Εσωτ. Αγώνας, τ. Α΄, σ. 172). Η μυστικοσυνέλευση έστειλε τον Δημήτριο Τομαρά[6] στην Ευρώπη και τον Σπυρίδωνα Χαραλάμπη εξ’ Αιγιαλείας στα νησιά Ύδρα και Σπέτσες, για να προωθήσουν τους σκοπούς της συνέλευσης (Φραντζής, Α΄, 101, Β΄, 537). Ο Γεώργιος Δ. Μούρτζης (Η βασική εκπαίδευση… σελ. 61-63) αναφέρει σχετικά με τη σύσκεψη της Βοστίτσας: «Το Δεκέμβριο του 1820 έφθασε στην Πελοπόννησο ο Παπαφλέσσας, ως αντιπρόσωπος του Αλέξανδρου Υψηλάντη, φέρνοντας στους αρχιερείς και προκρίτους, τους μυημένους στη Φιλική Εται­ρεία έγγραφες οδηγίες. Αποφασίστηκε τελικά να γίνει σύσκεψη στη Βοστίτσα, η οποία τότε είχε λίγους Τούρκους[7]. Τον Ιανουάριο του 1821[8] έφθασε στη Βοστίτσα, όπου φι­λοξενήθηκε στο σπίτι του φίλου του Αναγνώστη Αλεξανδρόπουλου και ήταν ένα από τα δύο κύρια πρόσωπα της Συνέλευσης, ερχόμενος μάλιστα σε σύγκρουση με τους υπόλοι­πους συνέδρους σε ό, τι είχε σχέση με την άμεση έναρξη της επανάστασης[9]. Η Συνέλευση άρχισε στις 26 Ιανουαρίου και έληξε στις 30[10]. ΟΙ συνεδριάσεις γίνονταν σε διαφορετικά οικήματα κάθε φορά με πιθανά το ναό του Αγ. Γεωργίου, το αρχοντικό του Δεσποτόπου­λου, το αρχοντικό του Λόντου, το αρχοντικό του Μελετόπουλου[11], ίσως δε και στο σπίτι του Λέοντος Μεσσηνέζη[12]. Η πρώτη σύσκεψη έγινε στο σπίτι του Δεσποτόπουλου, κατά το Σταυρόπουλο[13], σύμφωνα με δύο έγγραφα, που είναι κατατεθειμένα στα αρχεία της Εθνολογικής Εταιρείας. Το ένα, το υπογράφει ο πρωτοσύγκελος της μητρόπολης Πατρών Θεόφιλος και πιστοποιεί ότι στο σπίτι του Παναγιώτη Δεσποτόπουλου έγινε η Συνέλευση τον Ιανουάριο του 1821[14]. Το άλλο, με ημερομηνία επικύρωσης την 8η Ιουνίου 1888, το υπογράφει ο προύχοντας Ανδρέας Χαραλάμπης[15] και απευθύνεται στον Αλέξανδρο Δε­σποτόπουλο, γιο του Παναγιώτη Δεσποτόπουλου, στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει ότι διάφοροι πρόκριτοι και αρχιερείς « …ήρχησαν τότε να συνέρχονται τάς νύκτας εις το αυτό κατάλυμα τού Αρχιεπισκόπου Γερμανού, ήτοι εις την οικίαν τού πατρός Σας, να συνο­μιλώσι κρυφίως κεκλεισμένων τών θυρών μέχρι πoλύ πέραν τού μεσονυκτίου καί να εξέρ­χονται χωριστά χωριστά … »[16]. Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο[17], στη μυστική συνέλευση πήραν μέρος: Π. Π. Γερμανός[18], ο αρχιδιάκονος Θεόφιλος, Χ. Γερμανός, επίσκοπος Χρι­στιανουπόλεως, και ο πρωτοσύγκελος αυτού Αμβρόσιος, ο Κερνίτζης Προκόπιος, οι ηγούμενοι Μ. Σπηλαίου, Αγ. Λαύρας και Ταξιαρχών, ο Ασημ. Ζαΐμης, ο Ανδρ. Ζαΐμης, ο Σωτ. Χαραλάμπης, ο Ασημ. Φωτήλας, ο Σωτ. Θεοχαρόπουλος, ο Ιωάνν. Παπαδιαμαντόπουλος, ο Ανδρ. Λόντος, ο Αγγ. Μελετόπουλος, ο Λέοντας Μεσσηνέζης, ο Κωνστ. Ιωάννου, ο Μιχ. Θε­οδώρου, ο Σπυρ. Χαραλάμπης, ο Αλεξ. Ιγγλέσης, ο Γ. Ευσταθίου και ο Παναγιώτης Δεσπο­τόπουλος[19]. Ο Δικαίος κλήθηκε να απαντήσει σε ερωτήματα. Οι απαντήσεις του δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές και η Συνέλευση της Boστίτσας[20] απεφάσισε για την αναβολή του κινήματος[21]. Ο Παναγόπουλος[22] αναφέρει ότι διατυπώθηκε από το Σκαρίμπα μια νέα άπoψη σχετικά με την ύπαρξη μειοψηφίας στη συνέλευση της Βοστίτσας έναντι της πλειοψη­φίας των συνέδρων, που ήταν αρνητικοί στην επανάσταση. Ήταν η Αιγιώτικη τριανδρία, σποτελούμενη από τους Ανδρέα Λόντο, Δημήτρη Μελετόπουλο και Λέοντα Μεσσηνέζη[23]. Είναι, όμως, αναμφισβήτητο ότι η μυστική Συνέλευση της Βοστίτσας, θα τολμούσαμε να πούμε ότι ήταν «το πρώτο» επαναστατικό γεγονός και όχι προεπαναστατικό, αφού δεν υπολείπεται σε αξία των γεγονότων, που ακολούθησαν. Δυο κόσμοι συναντήθηκαν στη Βοστίτσα. Η ορμητικότητα, το παράτολμο μένος και η ανάμνηση των δεινών. Την πλευρά αυτή εκπροσωπούσε ο Παπαφλέσσας˙ ήταν το «απαραίτητο», που χρειάζεται σε κάθε δύ­σκολη υπέρβαση. Ο δισταγμός, η συντήρηση των πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών[24] ήταν ο άλλος κόσμος. Βρέθηκαν «ενώπιοι ενωπίοις[25], αντιτάχθηκαν μεταξύ τους, όπως ήταν φυσικό, και μέσα από αυτό δόθηκε η ευκαιρία να αντιμετωπιστούν λανθάνουσες κα­ταστάσεις αβεβαιότητας, πλάνης και μάταιης αναμονής, ώστε στη συνέχεια να ριχθούν με όλες τις δυνάμεις τους στον αγώνα, για την πραγμάτωση του ονείρου, της απελευθέρωσης.». Ο Γεώργ. Θ. Παπαγεωργίου (Παληά Βοστίτσα... σ. 22) αναφέρει: «…Πιο πάνω δεξιά, ήταν το σπίτι του Παναγιώτη Δεσποτόπουλου (το κατοπινό Λαθουρόπουλου), όπου μέσα σ’ αυτό έγινε η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας από τις 26 έως 30 Ιανουαρίου 1821. Σ’ αυτό εμίλησε ο Παπαφλέσσας στους προκρίτους για την κήρυξη της επαναστάσεως…». Διευκρινιστικό για το που ακριβώς αυτή έγινε, είναι το παρακάτω έγγραφο το οποίο στέλνει ο Ανδρέας Χαραλάμπης στον Αλέξανδρο Δεσποτόπουλο, γιο του Παναγιώτη Δεσποτόπουλου, ύστερα από ερώτημα που του είχε γίνει: «Εν Διακοπτώ την 29 Απριλίου 1888./ Κύριε Αλέξανδρε Δεσποτόπουλε!/ Εις Αίγιον/ Απαντώ εις την ερώτησιν την οποίαν μου απευθύνατε περί της συγκροτήσεως εν Αιγίω μυστικής Συνελεύσεως των προκρίτων και αρχιερέων της Πελοποννήσου κατά το 1821./ Διήλθον τω όντι την ηλικίαν των ογδοήκοντα έξ, και εισήλθον την 23 του λήγοντος μηνός εις το ογδοηκοστόν έβδομον έτος, υιός του εκ της κωμοπόλεως Διακοπτού συνοικίας Βρώσταινας Χριστοδούλου Χαραλάμπη. Φοιτών κατά το 1820 και 1821 εις το Σ…νη (Βοστίτζη) Ελληνικόν Σχολείον διευθυνόμενον από του Μακαρίτου διαδασκάλου Ευσταθίου Παλαμά 25[;] εκ Μεσολογγίου, διέμενον εις την οικίαν Σας, και καλώς γιγνώσκετε. Κατά τον Ιανουάριον του 1821 ήλθεν εκ Πατρών ο αείμνηστος Π. Πατρών Γερμανός μετά της ακολουθίας του, και κατέλυσεν εις την οικίαν του πατρός Σας Παναγιώτη Δεσποτοπούλου, ο οποίος διετέλει Εκκλησιαστικός αυτού Επίτροπος κατά την επαρχίαν Βοστίτζης (Αιγιαλείας) υπαγομένην εις την δικαιοδοσίαν [;] του, εν τη οποία οικία συνήθως εξενίζετο μεταβαίνων εις Αίγιον. Συνήχθησαν δε εκ διαλειμμάτων και εξ’ άλλων επαρχιών διάφοροι πρόκριτοι και αρχιερείς, και οι καθηγούμενοι Μεγάλου Σπηλαίου, Αγίας Λαύρας, και Ταξιαρχών, οίτινες επισκεπτόμενοι και συνερχόμενοι εις το κατάλυμα του αειμνήστου Ιεράρχου Γερμανού, […] κατ’ αρχάς […] εφάνησαν απροκάλυπτα[;], ότι ασχολούνται εις συμβιβασμούς διενέξεως σπουδαιοτάτης μεταξύ Μεγάλου Σπηλαίου και Ταξιαρχών γεννηθείσης επί των ορίων ζευγολατίων [..] τινών, και αφού το τοιούτον διεδόθη εις την πόλιν, ήρχισαν τότε να συνέρχωνται τας νύντας εν τω αυτώ κατάλυμα του Αρχιεπισκόπου Γερμανού, ήτοι εις την οικίαν του πατρός Σας, να συνομιλώσι κρυφίως κεκλεισμένων των θυρών μέχρι πολύ πέραν του μεσονυκτίου, και να εξέρχωνται χωριστά χωριστά. Το τοιούτον εγένετο κατά πολλάς νύκτας έως τας αρχάς του μηνός Φεβρουαρίου ότε διελύθησαν. Μετά των ιεροδιακόνων και του άλλου προσωπικού της ακολουθίας του αοιδήμου Γερμανού συνέπραττον και εγώ ως κατοικών εν τη αυτή οικία εις την διακονίαν των συνερχομένων οίτινες ήσαν αρχιερείς, καθηγούμενοι και πρόκριτοι και των άλλων επαρχιών, και εκ των της Βοστίτζης προυχόντων, τους οποίους καλώς γνωρίζετε και κάλλιστα ενθυμούμενος κατονομάζω ως εξής: Π. Πατρών Γερμανός, Αρχιδιάκονος αυτού Θεόφιλος, του τότε Μητροπολίτου Αθηνών[;]. Γερμανόν Χριστιανουπόλεως. Πρωτοσύγγελον αυτού Αμβρόσιον. Κερνίτζης Προκόπιον, τους ηγουμένους Μεγάλου Σπηλαίου, Αγίας Λαύρας, Ταξιαρχών, Ασημάκην Ζαήμην, Ανδρέαν Ζαήμην, Σωτήριον Χαραλάμπην, Ασημάκην Φωτήλαν, Σωτήριον Θεοχαρόπουλον, Ιωάννην Παπαδιαμαντόπουλον, Ανδρέαν Λόντον, Αγγελήν Μελετόπουλον, Λέοντα Μεσσηνέζην, Κων/νον Ιωάννου, Μιχαήλ Θεοδώρου, Σπυρίδωνα Χαραλάμπην, Αλέξιον Ιγγλέσην, Γ. Ευσταθίου, και τον πατέρα Σας./ Μετά την αναχώρησιν των […], και του Ιεράρχου Γερμανού, άσματα τινά των νίκης εκυκλοφόρησαν, ων ενθυμούμαι μίαν στροφήν «Το αίμα των Τουρκών ας τρέξη προ ποδών» τα οποία περιελθόντα εις τας ακοάς των Τούρκων, εσκανδάλισαν αυτούς σφόδρα, και συμβουλίου γενομένου, συνέλαβον και απήγαγον εις το Βοεβοδηλίκι (διοικητήριον) τον πατέρα Σας κ. Δεσποτόπουλον ως […], εκζητούντες την απολογίαν του επί τη ενοχή ότι εδέχθη και υπέκρυπτεν εις την οικίαν του μυστικά συμβούλια των απίστων εναντίον του Πατισέχ[;], και τους μεταφέροντας υπό συνοδείας εις Τρίπολιν, δια να τους τιμωρήση ο Πασσάς. Εις μάτην ο κ. Δεσποτόπουλος ισχυρίζετο και απελογείτο κατά των αυτώ αποδιδομένων, εις μάτην έφερεν τας προειρημένας διενέξεις των Μοναστηρίων, η αποστολή των εις Τρίπολιν ετοιμάζετο. Αλλ’ ο Ανδρέας Λόντος έσπευσεν ενεφανίσθη εναντίον των συνηγμένων περί τους βοεβόδαν αγάδων, να ομιλήση μετά της χαρακτηριζούσης αυτόν τολμηρίας και δια της τουρκικής ευγλωτίας του να μεταβάλη αυτήν ώστε να πιστεύσωσι, ότι το πράγμα ήτο όλως ιδιωτικόν και αθώον, να παραστήση το […] του ραγιά και τοιούτων συκοφαντιών, και επιτέλους και εγγυήσεις προσωπικώς εις τους αφοσιωμένους και πιστούς του υπηκόους προς το Δοβλέτι, ούτω κατόρθωσεν να υφαρπάση τον κατηγορούμενον κ. Δεσποτόπουλον από την εξαγριωμένην κατ’αυτού αρχήν και των συν αυτή αγάδων[;]. Μετά ένα σχεδόν μήνα ανεχωρήσαμεν εις Διακοπτόν./ Ταύτα εκ του σύνεγγυς – ως υπηρετήσας και […] καθ’ όλας τα νύχτας την μυστικήν Συνάθροισιν εις την οικίαν του πατρός Σας, μεταδίδωμι υμίν προς τήρησιν αληθείας των ιστορικών τούτων γεγονότων, αποκρινόμενος εις την ερώτησίν Σας./ Υποσημειούμαι ασπαζόμενος υμάς, συν τω «Χριστός Ανέστη»/ […]/ Ανδρέας Χαραλάμπης./ Και πολλά της επαναστάσεώς μας γνωρίζω εις την οποίαν έλαβον και εγώ μέρος αιχμαλωτισθείς μάλιστα μετά του αδελφού μου Μακαρίτη Γεωργίου Χαραλάμπη από τον στρατόν του Δράμαλη.». Και στη συνέχεια με άλλη γραφή: «Καλώς γινόσκων βεβαιώ και επικυρώ την γνησιότητα της ως άνω υπογραφής του συνδημότου μου κου Ανδρέα Χαραλάμπους ως και των υπ’ αυτήν ιδιοχείρων αυτού προσθηκών/ Εν Διακοπτώ τη 8 Ιουνίου 1888./ ο Δήμαρχος Βουρών/ Κ. Πονάρης[;]» (ΙΕΕΕ).

———————————————————————————–

[1] Σχετικά με την ημερομηνία (ή τις ημερομηνίες) κατά τις οποίες έγινε η σύσκεψη (ή οι συσκέψεις) μερικοί εκ των συγγραφέων αναφέρουν: Ο Σ. Τρικούπης (Ιστορία της Ελλ. Επαναστ. τ. Α΄, 28-30) αναφέρει ότι «… συνεδρίασαν κατά πρώτην φοράν την 26 Ιανουαρίου [1821]… Πεντάκις δε συνεδριάσαντες διέλυσαν την συνέλευσιν αποφασίσαντες τα εξής…». Ο Ν. Σπηλιάδης (Απομνημονεύματα…, τ. Α΄, 13) Αναφέρει ότι «… εδέησε δε να συνέλθωσιν εις Βοστίτσαν , να συσκεφθώσι, και κατά τον Ιανουάριον συγκροτείται αυτόθι συνέλευσις επί λόγω ναθεωρήσωσι διαφοράν τινά του Μ. Σπηλαίου, υπό Ασημάκη και Ανδρέου Ζαΐμη… την επιούσαν ανεχώρησεν [ο αρχιμανδρίτης] εις Καλάβρυτα, έφθασεν εις Π. Πάτρας ενθουσιάζων τους εταίρους δια την ελευθερίαν, και επανήλθεν εις Βοστίτζαν όπου προσεκλήθη την 22, και έλαβε μέρος εις την ειρημένην συνέλευσιν…». Ο Α. Φραντζής (Επιτομή της ιστορίας…, τ. Α΄, 95-101), αναφέρει ότι «… την δε 26 Ιανουαρίου έγινε έναρξις των συνεδριάσεων εις την οικίαν του Ανδρέου Λόντου… Εξακολουθούσης δε της Μυστικοσυνελεύσεως, πέντε συνεδριάσεις έγιναν κατά σειράν εις αυτήν…» [χωρίς να αναφέρονται ημερομηνίες για τις υπόλοιπες]. Ο Γούδας (Βίοι παράλληλοι…, τ. Α΄, 110) αναφέρει ότι «…Άπαντα ταύτα ενέβαλον εις ου σμικράν ανησυχίαν τον Γερμανόν, όστις δια να προλάβη παν απευκταίον, και ίν ασυμμερισθή τρόπον τινά, την ευθύνην, προσεκάλεσε εν Βοστίτζη κατά τας αρχάς Φεβρουαρίου του 1821, μυστικήν εκ προκρίτων τε εξ αρχιερέων εκ καπεταναίων και εξ εμπόρων συγκειμένην συνέλευσιν, ην δικαίως δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως πρώτην των Ελλήνων συνέλευσιν…». Ο Βαρθόλδης Μένδελσων (Ιστορία της Ελλάδος…, τ. Α΄, 255) αναφέρει ότι «… Κατά τας αρχάς Φεβρουαρίου* συνήλθον εις συμβούλιον οι μάλλον σημαίνοντες πρόκριτοι και επίσκοποι της χώρας εν τη μονή του Αγίου Γεωργίου παρά το Αίγιον…». * «Ουχί τον Ιανουάριον, ως λέγει ο Πρόκες εν τη «Ιστορία της αποστάσεως των Ελλήνων» (Βιένη, 1867)…».

[2] Ο Α. Φραντζής (τ. Α΄, σ. 95) που ήταν παρών στη Συνέλευση βεβαιώνε ότι δεν ήσαν παρόντες οι: Ασημάκης Φωτήλας, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Σωτήρης Θεοχαρόπουλος και Χαραλάμπης Περρούκας, που λανθασμένα αναφέρεται στο Δοκίμιο (σελ. 355) ότι ήσαν στη Συνέλευση. Αλλά στο Παράρτημα του Β΄τόμου σελ. 538 διορθώνει τα παραπάνω αναφέροντας ότι όχι μόνο δεν ήσαν οι Ασημάκης Φωτήλας και Σ. Θεοχαρόπουλος παρόντες αλλά συνεισέφεραν και χρήματα.

[3] Ο Μ. Οικονόμου (Ιστορικά…, 77) αναφέρει αυτή την εκδοχή, αλλά ως τόπο σύσκεψης τη Μονή Ταξιαρχών, ως εξής: «Αυτά ταύτα [τα υπό του Παπαφλέσα αναφερόμενα, τις υπό διαφόρων θερμοκεφάλων διαδόσεις περί της επικείμενης έναρξης της επανάστασης κ.λ.], ο Π. Πατρών και άλλοι αρχιερείς και προύχοντες μανθάνοντες και ακούοντες αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου υπ’ όψιν έχοντες το ανέτοιμον, ανεφοδίαστον, αδιοργάνιστον και απροπαρασκεύαστον, την εαυτών αδυναμίαν εις περιστολήν των διαδόσεων, και τον κίνδυνον, εις όν και αυτοί ούτοι, και η πατρίς άπασα εξετίθετο, τεθορυβημένοι, τεταραγμένοι και κατεπτοημένοι, αλλά και μη απελπίζοντες, συννενοήθησαν να συνέλθουν μυστικώς εις τι μέρος, τινές τουλάχιστον εξ αυτών πρόκριτοι επί τινι προφάσει· και δη, χρησιμευσάσης ως προφάσεως διαφοράς τινός μεταξύ των Μονών Μ. Σπηλαίου, και Ταξιαρχών, συνήλθον εις την δευτέραν, ήτοι την κατά την Βοστίτζαν Μονήν των Ταξιαρχών, ο Χριστιανουπόλεως, ο Παλαιών Πατρών, ο Κερνίτζης, οι Ασημάκης και Ανδρέας Ζαΐμαι, Σ. Χαραλάμπης, Α. Φωτήλας, Ιω. Παπαδιαμαντόπουλος, Α. Λόντος, Σ. Θεοχαρόπουλος και τινες άλλοι εκ των πλησιεστέρων δια το εύκολον και ανύποπτον. Εκ των πρώτων δ’ έφθασεν εκεί και ο Γρ. Δικαίος…».

[4] [Κατά τον Τ. Αθ. Γριτσόπουλο: «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων ηγετών (26-29 Ιανουαρίου 1821)», Μνημοσύνη, Δ΄, 46-47, στη συνέλευση αυτή πέραν των άλλων, απεφασίσθη ότι, αν οι πολιτικοί και κληρικοί εκαλούντο από Διβάνι, στην Τριπολιτσά, θα έπρεπε να βρεθεί εύσχημος τρόπος να μην πάνε.]

[5] Σε κατάλοιπο, του αποθανόντος καθηγ. Σπ. Λάμπρου, υπ. αρ. ΣΕ, 41, ευρέθησαν επιστολές του Γ. Χ. Κουγεβετοπούλου γραφείσες το 1886, μία εκ των οποίων αναφέρει: «Εν τούτοις άλλη οικογένεια της πόλεως του Αιγίου, απόγονοι της οποίας κατοικούντες εν Αθήναις διετέλουν εις σχέσεις μετά του κ. Παπαρρηγοπούλου, κατόρθωσαν να πείσουν αυτόν να αντικαταστήση εν τη ιστορία αυτού την οικίαν Δεσποτοπούλου με την ιδικήν της οικίαν». Τα δύο έγγραφα επί των οποίων στηρίζεται ο Κουγεβετόπουλος είναι τα εξής: α) «Ο υποφαινόμενος πιστοποιώ, ότι ο Κύριος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος είνε αναδεκτός του αειμνήστου Γέροντός μου Μητροπολίτου Πατρών κ. Κ. Γερμανού, βαπτισθείς υπ’ αυτού εις Βοστίτζαν (Αιγίου) και ότι εις τον πατέρα μου μνησθέντος κ. Αλεξάνδρου Δεσποτοπούλου μακαρίτην Π. Δεσποτόπουλον ως άνθρωπον της ιδίας του εμπιστοσύνης διετήρη ως εκκλησιαστικόν αυτού επίτροπον της επαρχίας Βοστίτζης, νυν δε Αιγιαλείας. Πιστοποιώ έτι ότι κατά τον μήνα Ιανουάριον του 1821, συνεκρότει εν τη οικία του μακαρίτου Π. Δεσποτοπούλου την μυστικήν συνέλευσιν των προκρίτων της Πελοποννήσου, μετά την οποίαν επορεύθημεν εις την μονήν της Αγίας Λαύρας. Ταύτα γνωρίζων εκ του σύνεγγυς, καθό Ιεροδιάκονος τότε του αειμνήστου Π. Πατρών κ. Γερμανού, και πάντοτε παρακολουθών, ως και εις Βοστίτζαν (Αίγιον) κατά τας ανωτέρω μνησθείσας εποχάς. Επαφίημι το παρόν πιστοποιητικόν εις χείρας του κ. Αλεξάνδρου Π. Δεσποτοπούλου. Εν Πάτραις 1849 την 22 Απριλίου. Πρωτοσύγγελος Θεόφιλος». β) «Αξιότιμε φίλε κ. Δεσποτόπουλε, Τον έγκλειστον λόγον μου σοί τον στέλλω, ίν’ αναγνώσης αυτόν και μνησθής της ενδόξου συνελεύσεως υπό τον αείμνηστον Γέροντάμου και Νουνόν σου εν τη πατρική σου οικία, χύσης δε και δάκρυα επί τη αναμνήσει των μεγάλων γεγονότων. Σοί εύχομια παν το εφετόν. Εν Αθήναις: 7 Απριλίου 1891. Εν Κυρίω ευχέτης Αθηνών Θεόφιλος» (Ν. Ελληνομν. τ.17.(1923), σ. 312, 313).

[6] [Ο ίδιος ο Δημ. Τομαράς Γεν. Γραμματέας του υπουργείου του Πολέμου, σε έγγραφό του προς  το Εκτελεστικό Σώμα, με ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 1824, αναφέρει μεταξύ άλλων: «Πριν της ενάρξεως του ιερού τούτου αγώνος άχρι της ώρας δουλεύω καταπαύστως την Πατρίδα από την εν Βοστίτζη δηλ. συγκροτηθείσαν μυστικήν συνέλευσιν των προυχόντων και αρχιερέων, παρά της οποίας εστάλην εις τον κύριον Ιγνάτιον με γράμματα. Δι’ όλας αυτάς τας αδιακόπους εκδουλεύσεις μου έχω έγγραφα επίσημα, τα ισχυρότερα όμως αποδεικτικά είναι τα έμπνοα έκλαμπρα υποκείμενα της Σεβαστής Διοικήσεως, εις όλας τας ρηθείσας εκδουλεύσεις μου. Εις όλον αυτό το διάστημα δεν έλαβον πληρωμήν ειμή περί τα τέλη της αης περιόδου εις ομολογίαν άμα ευπορήση το Ταμείον και ήδη εις την δευτέραν περίοδον δια μισθούς γραμματέων και γραφείου…[…]» (Γ.Α.Κ.).]

[7] Η πόλη του Αιγίου είχε 300 ελληνικές οικογένειες και 30 με 40 τουρκικές. Περιελάμβανε δε έντεκα κε­φαλοχώρια: το Ζευγολατειό με 200 οικογένειες, την Πτέρη με 70, την Κουνινά με 50, την Παρασκευή και την Μαμουσιά με 30, την Αράχοβα, το Μαυρίκι και το Κακοχωριό με 25, τη συνοικία του Αγ. Παντε­λεήμονα με 7, του Γρηγόρη και Τούμπα με 5 οικογένειες. Βλ. Π. Κ. Ξινόπουλος, ό.π., σ. 111, σημ. 1 (Χ).

[8] Α. Σταυρόπουλος, ό.π., σ. 346.

[9] Γ. Δ. Παναγόπουλος, Η μυστική συνέλευσις … ό.π., σ. 80

[10] Όπως αναφέρει ο Παναγόπουλος, ο Φιλήμων υποστηρίζει ότι έληξε στις 29, σύμφωνα όμως με το Φραντζή, τα γράμματα που θα στέλνονταν στη Ρωσία γράφτηκαν στην 4η συνεδρίαση και υπο­γράφηκαν στην 5η, δηλαδή την επομένη. Βλ. Στο ίδιο, σ. 45′ «Την επιούσαν γενομένης πέμπτης Συ­νεδριάσεως ανεγνώσθησαν τα διά την αποστολήν γράμματα, τα οποία και υπέγραψαν οι περί την Συνέλευσιν … ». Βλ. Α. Φραντζής, «Να το κτυπήσωσιν εις το λεγόμενον λεβέντικον … », στο: Η μυστική Συνέλευση της Βοστίτσας, Η Σχεδία της Αιγιάλειας, 2, 1998, 6-42. Στην Ιστορία του Ελληνικού ‘Εθνους αναφέρονται πέντε συσκέψεις σε τέσσερις ημέρες (26-29 Ιανουαρίου). Βλ. Ιστορία του Ελληνικού ‘Εθνους, τ. ΙΒ’, εκδοτική Αθηνών, σ. 77.

[11] Α. Σταυρόπουλος, ό.π., σσ. 347-348 και Γ. Δ. Παναγόπουλος, Η μυστική συνέλευσις … ό.π., σσ. 48-62.

[12] Νύση Μεταξά-Μεσσηνέζη, Ο Γεώργιος Σταύρος και η Εθνική Τράπεζα, Αθήνα 1956, σ. 139.

[13] Α. Σταυρόπουλος, ό.π., σ. 350.

[14] Βλ. Το πιστοποιητικό στο Γ. Δ. Παναγόπουλος, Η μυστική συνέλευσις … ό.π., σ. 55.

[15] Γ.Α.Κ, (Τ.1.Α.Α.) Υπ. αρ. 6955 έγγρ. Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος (αντίγραφο).

[16] Από τα δύο αυτά έγγραφα προκύπτει ότι στο σπίτι του Δεσποτόπουλου έγινε συνέλευση, όμως διατηρούμε επιφυλάξεις, αν εκεί έγινε η πρώτη συνεδρίαση, αφού σε αυτά αναφέρεται ο μήνας και το έτος και όχι η ημερομηνία, δηλαδή η 26η Ιανουαρίου. Σύμφωνα με το Φραντζή, αυτόπτη μάρτυρα, όπως αναφέρει ο Παπαθεοδωρόπουλος, η συνέλευση πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του Ανδρέα Λόντου την 26η Ιανουαρίου. Βλ. Ε. Κ Παπαθεοδωρό­πουλος. (1977, Απριλίου 15). Η μυστική συνέλευσις Πελοποννησίων ηγετών εις την Βοστίτσαν. Εφημερίδα Πελοπόννησος, σσ. 3 και 5.

[17] Η πηγή θεωρείται αξιόπιστη, αφού ο Ανδρέας Χαραλάμπης φοιτούσε το 1820-1821 στο ελληνικό σχολείο της Βοστίτσας και διέμενε στο σπίτι του Παναγιώτη Δεσποτόπουλου και αναφέρει χαρα­κτηριστικά: «Ταύτα εκ τού σύνεγγυς γνωρίζων, ώς ύπηρετήσας και διακονήσας καθ’ δλας τάς νύ­κτας την μυστικην συνάθροισιν … ». Βλ. Γ.Α.Κ, (Τ. Ι. Α. Α) Υπ. αρ. 6955 έγγραφο Ιστορικής … ό.π.

[18] Οι κατηγορίες του Γερμανού για τον Παπαφλέσσα στα απονημονεύματά του δε γράφτηκαν με νη­φαλιότητα, γιατί, όπως υποστηρίζουν οι επικριτές του, δεν ήταν δυνατόν ο Γερμανός, γνωρίζοντας τις επιτυχίες της Επανάστασης, να μιλά με μίσος και εμπάθεια για τον Παπαφλέσσα. Βλ. Τ. Σταμα­τόπουλος, Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός χωρίς θρύλο, Αθήνα 1958, σσ. 66-67.

[19] Οι πηγές δε συμφωνούν απόλυτα με τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στη συνέλευση. Σε άλλα πρό­σωπα αναφέρεται ο Γερμανός, βλ. Παλαιών Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα, ό.π., σ. 21′ Σε διαφορετικά πρόσωπα αναφέρονται οι: ΑμβρόσιοςΦραντζής, ο Ιω. Φιλήμονας, ο Φωτάκος, ο Ν. Σπη­λιάδης, ο Μιχ. Οικονόμου. Την πιο πιθανή σύνθεση την δίνει ο Αλ. Δεσποτόπουλος, στηριζόμενος στη μαρτυρία του Α. Χαραλάμπη και του Θεόφιλου, αρχιδιακόνου εκείνη την εποχή του Π. Π. Γερ­μανού. Βλ. Γ. Δ. Παναγόπουλος, Η μυστική συνέλευσις … ό.π., σσ. 67-69.

[20] Σύμφωνα με το Φωτάκο, σκοπός της μυστικής συνέλευσης της Βοστίτσας ήταν να περιστείλει την επα­mσταση. Βλ. Φωτάκου (Χρυσανθόπουλου Φώτιου), Απομνημονεύματα, τ. Α’, ό.π., σ. 69. Ο Ανδρέας Μαγκλάρας, πολύ σωστά κατά την άποψή μας, αναφέρει: «ότι η κρίση για τις αποφά­σεις της συνέλευσης πρέπει να αναζητηθούν στην σύνθεσή της». Βλ. Α. Μαγκλάρας, «Ο ξεσηκωμός του Εικοσιένα … ό.π., σ. 42.

[21] Λ .. Σταυρόπουλος, ό.π., σ. 353.

[22] Γ. Δ. Παναγόπουλος, Η μυστική συνέλευσις … ό.π., σ. 233.

[23] Ο Κάρολος Μπρούσαλης για τα τρία αυτά πρόσωπα γράφει: « … εκτός από τον Ανδρέα λόντο, τον .Δημήτριο Μελετόπουλο και τον Λ. Μεσσηνέζη … που δήλωσαν ότι θα πειθαρχήσουν στη Φιλική Εταιρία». Βλ. Κ. Μπρούσαλης, (1979, Μαρτίου 25). Τα συμφέροντα θα ματαίωναν την επανάσταση. Εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, σ. 18.

[24] Ε Κ. Παπαθεοδωρόπουλος. (1977, Απριλίου 16). Η μυστική συνέλευσις Πελοποννησίων ηγετών εις τ/Υ Βοστίτσαν. Εφημερίδα Πελοπόννησος, σσ. 3 και 6.

[25] Τ. Αθ, Γριτσόπουλος. (2001). «Η μυστική συνέλευσις της Βοστίτσας και η ιστορική σημασία αυτής», Ρίζες, 3, 43-49.

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Καταστροφή των λειψάνων του στρατού του Δράμαλη στην Ακράτα, στις 6 Ιανουαρίου 1823.

Για το γεγονός αυτό, το οποίο συνέβη αυτές τις ημέρες του 1823 (6 Ιανουαρίου), δηλαδή για την κατατρόπωση ή καταστροφή των λειψάνων του στρατού του Δράμαλη υπό των Ελλήνων στην Ακράτα, και την εν συνεχεία συνθηκολόγηση,  θα παραθέσω στη συνέχεια αυτούσιες τις περιγραφές των διαφόρων σχετικών με την Επανάσταση του 1821, συγγραφέων.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής (Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος) αναφέρει: 

Ο Σπηλιάδης (Απομνημονεύματα), αναφέρει:

Ο Γερβίνος (Ιστορία της Επαναστάσεως και Αναγεννήσεως της Ελλάδος), αναφέρει:

Ο Χέρτσβεργ (Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως), αναφέρει:

Ο Οικονόμου (Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας), αναφέρει:

Ο Τρικούπης (Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως), αναφέρει:

Στην Ακράτα αναφέρεται το δημοτικό τραγούδι με τίτλο «Της μάχης της Ακράτας» το οποίο έχει πάρει από την εφ. «Χελμός», φ. 266 (Ιούνιος 1974)…, ο Αθ. Θ. Φωτόπουλος και έχει ως εξής: «- Πού πάς ρέ βοϊδο – Δράμαλη, κονιαροπατημένε[2];/ – Πάω να μαζώξω ζαερέ[3], να κάψω την Ακράτα/ να χύσω αίμα κλέφτικο, να διώξω τους Μουρτάτες./ – Τώρα να ιδείς τον πόλεμο, το κλέφτικο ντουφέκι/ πώς πολεμάει ο Πετμεζάς και ο καπετάν Σωτήρος[4]/ πως σειέται και βογγάει η γής, σαν πολεμά ο Σολιώτης./ Του Δράμαλη τ’ απομεινάρια/ λυώσαν στα Μαύρο-Λιθάρια./».

————————————–

[2] Κονιάρηδες εκαλούντο οι εξ Ικονίου εποικίσαντες εν Θεσσαλία και νοτίω Μακεδονία Τούρκοι.

[3] Ζαερές: στράτευμα (λ. τουρκική).

[4] Ο Σωτήρης Χαραλάμπης.

Θανάσης Τζώρτζης.

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Ευχές για το 2020!

Αγαπητοί φίλοι στην Ελλάδα και στο εξωτερικό,

ο νέος χρόνος ας είναι καλύτερος, από όλους τους προηγούμενους. Ας είναι δημιουργικός, με περισσότερη ανθρωπιά και αγάπη, με υγεία, χαρά και ευτυχία για όλες και όλους!

Καλή χρονιά!

Posted in Ήθη -έθιμα | Tagged , | Σχολιάστε

Ξεχασμένα παιχνίδια στην επαρχία Καλαβρύτων…

Ο Πάνος  Παπαρρηγόπουλος* (Λαογραφικά Καλαβρύτων, Αθήνα 1979), έχει καταγράψει αρκετά παιχνίδια περασμένων εποχών, τα οποία έπαιζαν τα παιδιά στην επαρχία Καλαβρύτων. Ένα απ’ αυτά τα ξεχασμένα πλέον παιχνίσια ήταν και ο «Κλήτσικας».

*Παπαρρηγόπουλος Σ. Πάνος: από Φίλια (1913 – 1984), συγγραφέας και λαογράφος Καλαβρύτων, ανώτερος αστυνομικός, έγραψε εις Πελ. Πρωτοχρονιά 7/1953, 337-338 πολλά Πατρινά (Τριανταφύλλου Λεξ. 1593). Πτυχιούχος Νομικής και τέως ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας, πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1943 και από τότε έχει δημοσιεύσει ποιήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, λαογραφικά κ.λ. σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες. Το 1946 εξέδωσε την πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Νοσταλγικοί ρυθμοί», το 1967 την δεύτερη με το «Τραγούδι του Λάδωνα» και το 1970 τα «Λαογραφικά των Καλαβρύτων» και την Τρίτη ποιητική συλλογή με τίτλο «Λυρική Πορεία». (Καν. Ρηγόπουλος, 172). «Πέρα από την πολιτεία (Διηγήματα)» 1972. «Λαογραφικά Καλαβρύτων» (Β΄έκδοση) 1979. Ο Νικ. Στασινόπουλος (Καλαβρυτινοί Λογοτεχνες…, 110) προσθέτει ότι ο Πάνος Σ. Παπαρρηγόπουλος έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του και τελείωσε το Γυμνάσιο στην Κάτω Κλειτορία. Στη συνέχεια το 1936 κατατάχθηκε στην Αστυνομία Πόλεων, σπουδάζοντας παράλληλα στη Νομική Αθηνών. Από την Αστυνομία έφυγε το 1969 με το βαθμό του Αστυν. Διευθυντή. Ταξίδευσε σε μέρη της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής και τιμήθηκε με διακρίσεις, επαίνους και παράσημα. Το 1943 πρωτοδημοσίευσε στο Πειραϊκό περιοδικό «Φτεράν» ένα ποίημά του. Δημοσίευσε επίσης εργασίες του στα περιοδικά «Πνευματική Πορεία», «Πελοποννησιακή πρωτοχρονιά», «Νέα Εστία», «Επετηρίς των Καλαβρύτων» και στις εφημερίδες «Βραδυνή», «Ταχυδρόμος Αλεξανδρείας», «Φωνή του Πειραιώς», «Φωνή των Καλαβρύτων» κ. ά. Στο έργο του «Οι Καλατζήδες» περιγράφει την εικόνα του ερχομού των καλατζήδων στο χωριό του, το στέκι τους, τη φορεσιά τους, τη δουλειά τους κ.λ. Έγραψε επίσης: «Ο γάμος στα Καλάβρυτα, ΕΚ 1 (1969), σ. 127-135. Μορφές του τόπου μας, οι καλαντζήδες, ΕΚ 2 (1970), σ. 138-141. Λαογραφικά Καλαβρύτων, Αθήναι 1970, σ. 254. (Κρίσεις: Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Πελοποννησιακά», τ. Η΄ (1971). Σ. 506. Γ. Μέγας, «Λαογραφία», τ. ΚΗ΄(1972), σ. 415-416). Καλαβρυτινά Δημοτικά τραγούδια της κλεφτουριάς και του ξεσηκωμού, ΕΚ 3 (1971), σ. 153-167. Καλαβρυτινά ιστορικά δημοτικά τραγούδια, Πειραιάς 1971, σ. 14. (Κείμενον διαλέξεως που εδόθη την 12.2. 1971 εις την αίθουσαν του «Παρνασσού». Εδημοσιεύθη το πρώτον εις την εφημ. του Πειραιώς «Χρονογράφος». Κρίσις: Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Πελοποννησιακά», τ. Ι΄ (1974), σ. 214-215). Νικόλαος Πετιμεζάς – Λαύρας, η ζωή και το έργο του, ΕΚ, 8 (1976), σ. 175-190» (Αθαν. Θ. Φωτοπούλου, Καλαβρυτινή βιβλιογραφία…, 14). Και: «Τα Φίλια Καλαβρύτων στον Αγώνα για την απελευθέρωση, ΠΠ 9 (1965), σ. 212-215. Τοπωνυμικά των Καλαβρύτων, ΠΠ 7 (1963), σ. 337-338. Καλαβρυτινά δημοτικά τραγούδια, ΠΠ 8 (1964), σ. 248-252. Ο γάμος στα Καλάβρυτα, ΦΠ 1968, σ. 271-276. Καλαβρυτινά ήθη και έθιμα, ΦΠ 1970, σ. 232-236. Καλαβρυτινά ιστορικά δημοτικά τραγούδια, ΦΠ. 1971, σ. 360-368.» (Κ. Θ. Λάππας, Συμβολή στην Καλαβρυτινή Βιβλιογραφία).
(Από το «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων»).
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Καλά Χριστούγεννα!

Αγαπητοί φίλοι και αναγνώστες αυτού του blog,

αγαπητοί συμπατριώτες εκ της επαρχίας των Καλαβρύτων,

αγαπητοί συγχωριανοί,

αγαπητοί πατριώτες Έλληνες του εξωτερικού,

μέσα από την καρδιά μου σας εκφράζω τις ειλικρινείς μου ευχές για Καλά Χριστούγεννα, με υγεία, αγάπη και εσωτερική γαλήνη!

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Έναρξη της επανάστασης στα Καλάβρυτα. Μία ακόμα μαρτυρία!

Στις 5 Φεβρουαρίου 1825, 4 χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης του 1821 και ένα χρόνο πριν πεθάνει, ο Κωνσταντίνος Πετιμεζάς, εκ της θρυλικής οικογενείας των Πετιμεζαίων, θείος του Βασιλείου Πετιμεζά, έγραφε από την Αρκαδία προς το Εκτελεστικό Σώμα:

«… Είναι ομολογούμενον, ότι η πρώτη αρχή του ιερού τούτου πολέμου άρχισε κατά την Πελοπόννησον από το μέρος Καλαβρύτων, ώστε οπού ένας είμαι και εγώ από κείνους τους πατριώτας οπού εκινήθην εις το να λάβη πρόοδον ούτος ο ιερός αγών ως ων εξ’ εκείνης της επαρχίας, ηγωνίσθη με όλην την οικογένειάν μου, έκτοτε μέχρι την σήμερον, όπου η ώρα το εκάλεσεν. Πρώτος των άλλων εκινδύνευσα εις τον φρικώδη και αρχικόν πόλεμον Λεβιδίου, επληγώθην ο υιός μου Ιωάννης και εκινδύνευσεν, εσκοτώθη ο γυναικαδελφός μου Αντώνιος και ανηψιός μου Στριφτόμπολας…».

Σημείωση: το έγγραφο το έχω σβήσει εγώ, διότι καραδοκούν οι γνωστοί… για να «γράψουν» ιστορία…

Πηγή: Γ.Α.Κ.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

13 Δεκεμβρίου 1943: Αποφράς ημέρα για τα Καλάβρυτα, την Ελλάδα, την ανθρωπότητα…

 

Αυτοί εκτελέστηκαν σαν σήμερα στα Καλάβρυτα.

Στη συνέχεια μεταφέρω εδώ τα ονοματεπώνυμα όσων εκτελέστηκαν σαν σήμερα στα Καλάβρυτα από τους Γερμανούς, όπως αυτά τα έχω διασταυρώσει και καταγράψει μέχρι σήμερα στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων».

Παρακαλώ να συμβουλευθείτε και τις υποσημειώσεις.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1943 (ή σε ημερομηνία που αναφέρεται ιδιαίτερα σε καθένα) οι Γερμανοί εκτέλεσαν όσους αναφέρονται στη συνέχεια (αλλά πιθανόν και άλλους τα ονόματα των οποίων δεν έγιναν γνωστά, αφού ο κατάλογος αυτός ακόμη και σήμερα 65 χρόνια μετά, δεν είναι ολοκληρωμένος)[1] για τους οποίους βλ. και στα ιδιαίτ. λήμ. όπου και περισσότερα περί του καθενός εξ’ αυτών, στοιχεία.

(Να σημειώσω εδώ ότι οι κύριες πηγές άντλησης των ονομάτων είναι: η Ιστορία της Αντίστασης 1940-1945 (Αυλός, Αθήναι), ο Μάγερ, ο κατάλογος που ευγενώς μου παρεχώρησε ο πρόεδρος του Μουσείου των Καλαβρύτων, η εφημερίδα Οδοντωτός και νεώτερα συμπληρώματα εκ του Μουσείου του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος (Μ. Κ. Ο.), του καταλόγου του Κ. Καλατζή[2] και εκ του καταλόγου του Κ. Τσίρτση[3]. Τα στοιχεία παρατίθενται όπως διαχρονικά αντλήθηκαν απ’ όλες τις πηγές, Θεωρώ δε πληρέστερα εκείνα του Μ. Κ. Ο. Τυχόν διαφορές μεταξύ στοιχείων του Καταλόγου του Μουσείου και εκείνων του Μ. Κ. Ο. πιθανολογώ ότι θα οφείλωνται σε πληρέστερη και νεώτερη συμπλήρωση εκείνων του Μ. Κ. Ο.):

1. Αγγελάκης Κωνσταντίνος του Αριστ., ετών 23, Φωτογράφος. (Στον κατάλ. N.W.C.D.A. αναφέρ. ετών 44. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, ετών 44). – 2. Αγγελόπουλος Γεώργιος του Αγγελ., ετών 30, κτηματίας. – 3. Αγγελόπουλος Γεώργιος του Θεοδ., ετών 35 (ο Κ. Κ. αναφέρει ετών 29), έμπορος. – 3α[4]. Αγγελόπουλος Δημήτριος του Γεωργίου (άνευ άλλων στοιχείων). – 4. Αγγελόπουλος Δήμος του Παν., ετών 75, κτηματίας (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 5. Αγγελόπουλος Παναγιώτης του Δήμου, ετών 16, μαθητής (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 5α. Αγγελόπουλος Σπυρίδων του (;), ετών 40. – 6. Αγιαννιτόπουλος Γεωργιος του Μιλτιάδη, ετών 25 (ο Κ. Τσίρτσης τον αναφέρει 26 ετών. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο), κουρέας. – 7. Αγιαννιτόπουλος Αλέκος του Μιλτιάδη, ετών 46, κουρέας (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο). – 8. Άγριος Κωνσταντίνος του Ιωάν., ετών 53 (Ο κατάλογος του Μουσείου τον αναφέρει ετών 54 με καταγωγή από το Σκεπαστό, ετών 54 τον αναφέρει και ο Κ. Τσίρτσης, Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, ετών 53), κουρέας. – 9. Αδαμόπουλος Βασίλειος του Γεωργ., ετών 45, κτηματίας (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 10. Αδαμόπουλος Γεώργιος του Βασ., ετών 20, τσαγκάρης (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 11. Αδαμόπουλος Γεώργιος του Σωτηρ., ετών 19, εργάτης (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 19 ετών). – 11α. Αδαμόπουλος Θεόδωρος του (;), ετών 38, τσαγκάρης. (ο Κ. Τσίρτσης αναφέρει Αδαμόπουλο Θεόδωρο, ετών 40, υποδηματοποιό. ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 38 ετών). – 12. Αδαμόπουλος Θεόδωρος του Γεωργίου, ετών 50, τσαγκάρης (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο). – 12α. Αδαμόπουλος Λάμπρος του (;), ετών 37, τσαγκάρης (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 13. Αδαμόπουλος Σωτήριος του Γεωργ., ετών 50, καρροποιός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 52. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 52 ετών). – 14. Αδαμόπουλος Χαράλαμπος του Γεωργ., ετών 35, τσαγκάρης. (ο Κ. Τσίρτσης αναφέρει Αδαμόπουλο Χαράλαμπο του Χ., ετών 35, υποδηματοποιό, και στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Lambis Adamopoulos ετών 37), (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 15. Αζαρίας Σπυρίδων του Παν., ετών 47, Δημ. Υπάλλ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Spiros Azarias ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Αζαρία Σπήλιο, χωρίς ηλικία και πατρώνυμο).- 16. Αθανασιάδης Κωνσταντίνος του Βασ., ετών 42, καθηγητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο). – 17. Αθανασιάδης Παναγιώτης του Ιωάννη, ετών 38, δασονόμος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 32. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 32 ετών). – 18. Αϊβαλιώτης Αντώνιος του Δημητρίου, ετών 55, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 53. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο). – 19. Αλεξανδρής Χρήστος του (;), ετών 35, εργάτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο). – 20. Αλεξόπουλος Κωνσταντίνος του Γεωργ., ετών 15, μαθητής (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο). – 21. Αμάραντος Ανδρέας του (;), ετών 70. κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 55, ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών). – 22. Αναγνωστόπουλος Κωνσταντίνος του Αθανασίου, ετών 40, τσαγκάρης (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, ετών 40). – 23. Αναστασίου Κωνσταντίνος του Θεοδ., ετών 40, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 42. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, ετών 42). – 24. Αναστ[ασ]όπουλος Βασίλειος του Αθαν., ετών 45, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 50. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο, 55 ετών και επίσης αναφέρει και άλλον Αναστόπουλο Βασίλειο χωρίς ηλικία και πατρώνυμο).- 25. Αναστασόπουλος Βίκτωρ του Επαμειν., ετών 17, μαθητής (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, ετών 17). – 26. Αναστασόπουλος Γεώργιος του Ζαφείρη, ετών 75, συνταξιούχος (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 26α. Αναστασόπουλος Επαμεινώνδας του Ανδρέα, ετών (;). (Αναφέρεται μόνο στον κατάλογο του δημάρχου Καλαβρύτων με ημερομηνία 29.12.1945). – 27. Αναστασόπουλος Επαμεινώνδας του Παν., ετών 50, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 52. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, ετών 52). – 28. Αναστασόπουλος Παναγιώτης του Επαμειν., ετών 19, μαθητής (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 21 ετών). – 28α. Αναστασόπουλος Παύλος αναφέρεται στον κατάλογο N.W.C.D.A. – 29. Ανδριόπουλος Παναγιώτης του Ελ., ετών 33, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 28 ετών). – 30. Ανδριόπουλος Παναγιώτης του Ευσταθίου, ετών (;). (Μάγερ, σελ. 719). – 31 (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Ανδρεόπουλο Πάνο του Ευστ. 30 ετών). Αντωνακόπουλος Αντώνιος του Δημητρίου, τσαγκάρης, ετών 36. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 35). – 32. Αντωνακόπουλος Δήμος του Αντων., ετών 65, Μαραγκός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 60, ο Κ. Κ. αναφέρει Αντωνακόπουλο Δημ., χωρίς πατρώνυμο, 60 ετών, ως επίσης και Αντωνακόπουλο Δημ. του Αντωνίου 25 ετών). – 33. Αντωνίου Αθανάσιος του Δημητρίου. (Μάγερ, σελ. 733) (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 34. Αντωνίου Αθανάσιος του Παν., ετών 35. – 35. Αντωνόπουλος Ανδρέας του Αντων., ετών 52, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 50, Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 36. Αντωνόπουλος Αντώνιος του Ανδρέα ετών 30, έμπορος. (Ο κατάλογος του Μουσείου τον αναγράφει Αντωνόπουλο Αντώνιο του Παναγιώτη, έμπορο ετών 28. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, ετών 30). – 36α. Αντωνόπουλος Γεώργιος του Ανδρ., ετών 25, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 26. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 26 ετών).- 37. Αντωνόπουλος Κωνσταντίνος του Αριστείδη, ετών 26, Θεολόγος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 26. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 25 ετών).- 38. Αντωνόπουλος Παναγιώτης του Ανδρ., ετών 28, έμπορος (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο). Ο κατάλογος του Μουσείου αναγράφει μόνο Αντωνόπουλος Παναγιώτης (χωρίς άλλα στοιχεία). – 39. Αντωνόπουλος Σπήλιος του Χρήστου, ετών 40, κτηματίας (ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο). – 40. Αποστολόπουλος Βασίλειος του Παναγ., ετών 65, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 41. Αποστολόπουλος Γεράσιμος του Αποστόλη, ετών 37, Δημ. Υπάλλ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών). – 42. Βαβούρης Θεμιστοκλής του Δημητρ., ετών 60, ξενοδόχος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 65, ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 43. Βάγιας Αθανάσιος του Παναγ., ετών 45, Δημ., Υπάλλ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 40, ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, ετών 40). – 44. Βάγιας Γεώργιος του Παν., ετών 28, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 25 ετών). – 45. Βάγιας Θεόδωρος του Βασ., ετών 26, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 46. Βάγιας Κωνσταντίνος του Παναγιώτη, ετών 40, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 47. Βαρελάς [Βαρελόπουλος] Θεόδωρος του Ανδρ., ετών 45, υποθηκοφύλακας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Varelopoulos Theod., ετών 45, Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο, αλλά αναφέρει και Βαρελόπουλο Θεόδωρο ετών 45 χωρίς πατρώνυμο). – 47α. Βαρούμης Νικόλαος του (;), ετών 25 (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 25 ετών). – 47β. Βασάρης Θεμιστ. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο).- 48. Βέκιος Αντώνιος του Δημητρίου, ετών 56, εργάτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 49. Βιδάλης Αχιλεύς του (;), ετών 40, εργάτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 50. Βλαχογιάννης Ιωάννης του Κων., ετών 55, εργάτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 51. Βλαχογιάννης Κωνσταντίνος του Ιωάν., ετών 18, εργάτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο. – 52. Γάτσος Νικόλαος του Ιωάν., ετών 60, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Gatsos Nic. ή Ghatsos Nic., ετών 60. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, ετών 60). – 53. Γερμανής Στέφανος του (;), ετών 33, Βυρσοδέψης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 54. Γεωργακόπουλος Βασίλειος του Ηλία, ετών 32 [ή 26;], εργάτης. (Ο κατάλογος του Μουσείου τον αναγράφει ετών 30). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 20. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Γεωργακόπουλο Ηλ. Βασ. ετών 28). – 55. Γεωργακόπουλος Γεώργιος του Βασ., ετών 48, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 56. Γεωργακόπουλος Γεώργιος του Χρήστ., ετών 40, εργάτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 41. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 57. Γεωργακόπουλος Κωνσταντίνος του Παν., ετών 25, ανάπηρος [έμπορος]. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Georgakopoulos Dinos, ετών 22. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Γεωργακόπουλο Ντίνο, χωρίς πατρώνυμο, 22 ετών). – 58. Γεωργαντάς Παναγιώτης του Χαράλ., ετών 30, δικηγόρος (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών). – 59. Γιαβρούτας Κωνσταντίνος του Ιωάν., ετών 75, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 78. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 60. Γιαννακλής Ανδρέας του Θεοδ., ετών 40, τσαγκάρης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 61. Γιαννακλής Γεώργιος του Θεοδ. [Νικολάου;], ετών 46, αγροφύλακας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Yanoclis George, ετών 50. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 62. Γιοβάς Σωτήριος του Νικολ., ετών 32, κτίστης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Giovas Sot. ή S. Yovas ετών 30. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών). – 63. Δαλιάνης Ανδρέας του Θεοδ., ετών 63, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 65. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία και πατρώνυμο). – 64. Δαρμογιάννης Άγγελος του Ιωάν., ετών 43, έμπορος (ή γεωργός). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 46. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 43 ετών).- 65. Δαρμογιάννης Βασίλειος του Νικ., ετών 25, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές ετών 22. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 22 ετών). – 66. Δαρμογιάννης Νικόλαος του Ιωάν., ετών 55, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 50. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 67. Δαρμογιάννης Παναγιώτης του Ιωάν., ετών 46, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές, 45 και 55 ετών. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 46 ετών). – 68. Δαφαλιάς Αλέξανδρος του Αναστ., ετών 36, δικηγόρος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 32. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Δαφαλιά Αλέκο, χωρίς πατρώνυμο, 32 ετών). – 69. Δημητρακόπουλος Ιωάννης του Βασιλ., ετών 43, Δημ. Υπάλλ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται τρεις φορές: δύο ως Dimitrakopoylos Yoannis, ετών 40 και μία ως Dimitrakopoylos Yoannis, ετών 43. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 43 ετών). – 70. Δημητρακόπουλος Παναγιώτης του Νικ., ετών 37, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών). – 71. Δημόπουλος Αντώνιος του Κων., ετών 40, καθηγητής (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 80α. Δημόπουλος Βασίλειος (χωρίς άλλα στοιχεία).( Ο Κ. Κ. αναφέρει Δημόπουλος Κων. Βασ. 30 ετών). 72. Δημόπουλος Δημήτριος του Παν., ετών 16, μαθητής. – 73. Δημόπουλος Δήμος του Γεωρ. (ή του Δημητρίου κατά τον κατάλογο του Μουσείου), ετών 42, πράκτορας εφημερ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές ετών 40. Ο Κ. Κ. αναφέρει Δημόπουλος Δημ., 40 ετών). – 74. Δημόπουλος Θεόδωρος του Βασ., ετών 28, μαραγκός (Ο Κ. Κ. αναφέρει Δημόπουλος θεόδ. Βασ. 16 ετών). – 74α. Δημόπουλος Θεόδωρος του Παναγ., ετών 28, Ξυλουργός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 26). – 75. Δημόπουλος Θεόδωρος του Παν., ετών 14, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 16). – 76. Δημόπουλος Κωνσταντίνος του Αντ., ετών 15, μαθητής (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Δημόπουλο Ντίνο, χωρίς πατρώνυμο, 15 ετών). – 77. Δημόπουλος Κωνσταντίνος του Βασ., ετών 30, εργάτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται τρεις φορές ετών 40, ετών 30 και ετών 30).- 78. Δημόπουλος Παναγιώτης του Γεωρ., ετών 52, κτηματίας (Ο Κ. Κ. αναφέρει Δημόπουλος Παν. Γεώργιος, 40 ετών). – 79. Δημόπουλος Παναγιώτης του Δημητρίου. – 80. Δημόπουλος Παναγιώτης του Φωτίου, ετών 45, ιερέας Καλαβρύτων (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 40 ετών). – 80α. Δημόπουλος Παναγιώτης του Ιωάν., ετών 45, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει άνευ ηλικίας.). – 81. Δούβος Βασίλειος του Δημ., ετών 16, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 15. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 18 ετών). – 82. Δούβος Βασίλειος του Παν., ετών 19, απόφ. Γυμνασίου. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 18. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 18 ετών). – 83. Δούβος Δημήτριος του Γεωργ., ετών 65, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 50. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 84. Δούβος Νικόλαος του Δημητρ., ετών 20, κτηματίας. – 85. Δούβος Παναγιώτης του Βασ., ετών 60, δικηγόρος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 55. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών). – 86. Δουφεξής Βασίλειος του Αθαν., ετών 45, έμπορος (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 87. Δουφεξής Παναγιώτης του Αθαν., ετών 65, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 88. Ερμείδης Χαρίλαος του Νικολάου, ετών 30, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 31. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 31 ετών). – 89. Ευαγγελίου Δημήτριος του Γρηγ., ετών 36, οδηγός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 33. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 33 ετών). – 90. Ζαρούλιας Ελευθέριος του Γεωργ., ετών 28, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 26. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 26 ετών). – 91. Ζαρούλιας Παναγιώτης του Γεωργ., ετών 35, οδηγός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 32. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 32 ετών). – 91α. Ζαφειρόπουλος Βαπίτας του Σωτ., ετών 38, κτηματίας. – 91β. Ζαφειρόπουλος Κ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 38). – 91γ. Ζαφειρόπουλος Σωτήριος του Δημ., ετών 65, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 92. Ζησιμόπουλος Αθανάσιος του Ανδρ., ετών 60, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 50. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 93. Ζησιμόπουλος Ανδρέας του Αθαν., ετών 30, υπάλλ., ΣΕΚ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 28. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 28 ετών). – 94. Ζησιμόπουλος Ζήσιμος του Ανδρ., ετών 43, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 95. Ζησιμόπουλος Κωνσταντίνος του Ζησίμου, ετών 17, μαθητής. – 96. Ζησιμόπουλος Παναγιώτης του Ανδρέα, ετών 50, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών).- 97. Ζωϊτόπουλος Αναστάσιος του Κων., ετών 40, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, 35 ετών). – 98. Ζωϊτόπουλος Γεώργιος, ετών 28. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ως Soitopoulos Geo. ή Zoytopoulos G., ετών 28. Ο Κ. Κ. αναφέρει Ζωϊτόπουλος Γεώρ. του Αν., 16 ετών).- 99. Ζωϊτόπουλος Ευθύμιος του Κων., ετών 52, ράφτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Soitopoulos Efthim. ή Soytopoulos Efthim. ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, 25 ετών). – 100. Ζωϊτόπουλος Κωνσταντίνος του Ευθ., ετών 17, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 18. Ο Κ. Κ. αναφέρει Ζωϊτόπουλος Κων. του Ευθυ., 56 ετών). – 101. Ηλιόπουλος Λεωνίδας του Βασ., ετών 38, έμπορος (ή βαρελοποιός). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 33. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 33 ετών). – 102. Θανόπουλος Αντώνιος του Δημ., ετών 65, έμπορος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 103. Θανόπουλος Δημήτριος του Ανδρ., ετών 24, έμπορος (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 104. Θανόπουλος Κωνσταντίνος του Δημ., ετών 40, Δημ. Υπάλ. [ο Κ. Τσίρτσης (τ. Β΄, σ. 49) αναφέρει τον Θανόπουλο Κων/νο του Ανδρέα από Συρμπάνι, ετών 38 Υπάλ.]. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Thanopoulos Const., ετών 30. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 38 ετών). – 105. Θεοδωρακόπουλος Ευάγγελος του (;), ετών 30, ψάλτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 106. Θεοφανόπουλος Απόστολος του Δημητρ., ετών 60, βαρελάς. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών). – 107. Θεοφανόπουλος Δημήτριος του Αποστ., ετών 32, κλητήρας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών). – 108. Θεοφανόπουλος Θεόδωρος του Αποστ., ετών 18, κουρέας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 55. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, 18 ετών). – 109. Θεοφανόπουλος Θεοφάνης του Αποστ., ετών 34, τσαγκάρης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών). – 109α. Θεοφανόπουλος Κωνσταντίνος, αναφέρεται μόνο στον κατάλογο N.W.C.D.A. ετών 30. – 110. Θεοφανόπουλος Παναγιώτης του Αποστ., ετών 22, βαρελάς. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 25. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 25 ετών). – 111. Θωμάς Μεγακλής του Θεοδώρου. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία).- 112. Ιωαννίδης Γεώργιος του Κων., ετών 45, εργάτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 113. Ιωαννίδης Κωνσταντίνος του Γεωργ., ετών 19, εργάτης. – 114. Καγιάφας Ηλίας του Π., ετών 53. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Ilias Kardiafas, ετών 53. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 53 ετών). – 115. Καζαντζής (ή Καλαντζής) Παναγιώτης του (;), ετών 50, εργάτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kazantzis Pan., ετών 55. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Καζαντζή Παναγιώτη χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών. Ο ίδιος αναφέρει και άλλον Καλαντζή παναγιώτη 55 ετών). – 116. Καϊμάκης Κων/νος του Γεωργίου, ετών 40, σαμαράς (ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρύτων τον αναγράφει χωρίς επάγγελμα), (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Καϊμάκη Κωνσταντίνο χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 117. Κακαβάς Αργύριος του Ηλ., ετών 23, κουρέας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 22. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 22 ετών). – 118. Κακαβάς Ηλίας του Κων., ετών 77, ξυλουργός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kakavas ilias, ετών 18;. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 48 ετών). – 118α. Κασκανδάμης Πάνος του (;) (Μάγερ, σελ. 723- 131, ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρύτων δεν τον αναφέρει, ίσως είναι ο Κασκανδάμης Παναγιώτης του Ανδρέα). – 119. Κακιός Ευελπίδης του Ζαχ., ετών 34, Δημ. Υπάλλ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kakos Evelpidis, ετών 32. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 32 ετών). – 120. Κακλαμάνος Ανδρέας του Δημητρ., ετών 50, κτηματίας (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kaklamanos Andreas, ετών 47. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κακλαμάνη Ανδρέα, χωρίς πατρώνυμο, 47 ετών). – 121. Κακλαμάνος Σταύρος του Ανδρ., ετών 15, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kaklamanos Stavros, ετών 15. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κακλαμάνη Σταύρο του Ανδρ. 15 ετών). – 122. Καλαθάκης Απόστολος του Δημητρ., ετών 35, ξενοδόχος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές, ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 123. Καλαθάκης Δημήτριος του Αποστ., ετών 19, υπάλληλος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές, ετών 18. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 18 ετών). – 124. Καλδίρης Γεώργιος του Παναγ., ετών 49, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kandilis Geo. ή Kandyris G., ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 125. Καλδίρης Δημήτριος του Κων., ετών 55, αρτοποιός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kandiris Dim., ετών 55. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών. Επίσης ο ίδιος (Κ.Κ.) αναγέρει και άλλον; Καλδίρη Δημήτριο χωρίς πατρώνυμο και ηλικία).- 126. Καλδίρης Δημήτριος του Παν., ετών 35, κτηματίας. – 127. Καλδίρης Θεόδωρος του Ηλία, ετών 41, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 48. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 48 ετών). – 128. Καλλιοτζής Ανδρέας του Γεωργ., ετών 38, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kaliantzis And. ή Kalyouudzis A., ετών 32. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 32 ετών). – 128α. Καλλιτήρης Γεώργιος: Αναγράφεται στον κατάλογο N.W.C.D.A. μόνο, ετών 40. – 129. Καλλιτήρης – Κολιτήρης Νικόλαος του (;), ετών 35 (δεν τον αναφέρει ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρύτων αλλά αναφέρει Καλλιτήρη Νικόλαο). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 35). – 129α. Καλλιτήρης Δημήτριος του (;), ετών 35 (δεν τον αναφέρει ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρύτων. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών). – 130. Καλοβρεντής Αλέκος του Ιωάννη, ετών 35, γιατρός. – 131. Καλοβρεντής Κωνσταντίνος του Θρασυβούλου, ετών 30, γιατρός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Galandritisis Costas ή Kalavrindis C., ετών 30. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών). – 132. Κανελλόπουλος Αργύριος του Λεων., ετών 65, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 133. Κανελλόπουλος Γεώργιος του Αργ., ετών 17, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kanelopoulos Geo., ετών 30. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κανελλόπουλο Γεώργιο του Αργυρ. 30 ετών). – 134. Κανελλόπουλος Λεωνίδας του Αργ., ετών 20, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 19. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κανελλόπουλο Λεωνίδα του Αργ., 19 ετών). – 135. Κανέλλος Δημήτριος του (Κων/νου κατά τον κατάλογο του Μουσείου των Καλαβρύτων), ετών 42, Τραπ. Υπάλ. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 136. Καπής Αθανάσιος του Παναγ., ετών 27, εργάτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 27 ετών). – 136α. Καποτά Ελένη του (;), ετών (;) (δεν αναγράφεται στον κατάλογο του Μουσείου των Καλαβρύτων). (Ο Κ. Κ. την αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία) – 137. Καποτάς Γεώργιος του Σπήλ., ετών 42 (ετών 40 κατά τον κατάλογο του Μουσείου των Καλαβρύτων), τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 138. Καποτάς Γώργιος του Σπυρ., ετών 42, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 139. Καποτάς Λουκάς του Χρήστ., ετών 30, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 27. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 27 ετών). – 140. Καποτάς Παναγιώτης του Σπήλ., ετών 45, ξυλουργός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 141. Καποτάς Σπήλιος του Παν., ετών 16, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 18. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 18 ετών). – 142. Καποτάς Σωτήριος του Σπυρ., ετών 50, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Καπότα Σπ. Σωτήρη, 45 ετών). – 143. Καποτάς Σωτήριος του Χρ., ετών 38, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 35). – 144. Καράγιωργας (αναφέρεται Καραγεωργάς) Κωνσταντίνος του Γεωργ., ετών 70, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Karageorgas Costas, ετών 64. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Καράγιωργα Κωνστ., χωρίς πατρώνυμο, 64 ετών). – 145. Καράγιωργας (αναφέρεται Καραγεωργάς) Παναγιώτης του Κων., ετών 28, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Karageorgas Panos, ετών 30. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Καραγιώργο Κων. Παναγ. χωρίς ηλικία. Επίσης αναφέρει και δεύτερη φορά Καράγιωργα Πάνο 30 ετών). – 146. Καράγιωργας (Αναφέρεται Καραγεωργάς) Χρήστος του Ασημ., ετών 30, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών). – 147. Καραγιάννης Ανδρέας του Σταύρ., ετών 18, μαθητής (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 18 ετών. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 18 ετών). – 148. Καραγιάννης Σταύρος του Ανδρ., ετών 54, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές ετών 50 και ετών 54. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών. Ο ίδιος (Κ.Κ.) αναφέρει πάλι Καραγιάννη Σταύρο 54 ετών). – 149. Καραγιαννόπουλος Θεόδωρος του Χαριλάου, ετών 30, Υπάλλ. Τραπ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 29. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 29 ετών). – 149α. Καρακάσης Παναγιώτης του (;), (Μάγερ, σελ. 723, ο κατάλ. του Μουσείου δεν τον αναφέρει). – 150. Καραμπέτσος Φίλιππος του (;), ετών 40, εργάτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Karampatsos Filipos, ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Καραμπάτσο Φίλιππο, χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών. Ο ίδιος (Κ.Κ.) αναφέρει πάλι: Καραμπάτσιος Φίλιππος, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 151. Καραχάλιος Γεράσιμος του Νικ., ετών 80, κτίστης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 70. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 70 ετών). – 152. Καρκούλιας Γεώργιος του Βασιλείου, ετών 42, τηλεγραφητής. – 152α. Καρκούλιας Γεώργιος του Βασ.[;], ετών 50, κτηματίας (Πρόκειται για τον με πατρώνυμο Δημήτριος, όστις δεν εξετελέσθη υπό των Γερμανών;). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Καρκούλια Γεώργιο, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 153. Καρμάλης – Πετρουτσάς Χρήστος του (;), ετών 50, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 154. Καρμίρης Σπυρίδων του Αναστ., ετών 55, κουρέας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών). – 154α. Κασκάμπης Νικόλαος του (;) (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει Κατσικάμπη), ετών 48. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κασκαμπή Νικόλαο, χωρίς πατρώνυμο, 48 ετών). – 155. Κασκανδάμης Ανδρέας του Γεωργ. (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει Κασκενδάμη), ετών 60, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kaskandanis Andreas, ετών 65. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 156. Κασκανδάμης Γεώργιος του Ανδρ., ετών 22, κτηματίας. – 157. Κασκανδάμης Παναγιώτης του Ανδρέα, γεωργός ετών 23. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kankandanis Panos ετών 23. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 25 ετών). – 158. Κατσαΐτης Γεώργιος του Παναγιώτη, ετών 28, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 27. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 27 ετών). – 159. Κατσικαπής Νικόλαος του Ι., (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει Κατσικανταή), ετών 55, έφορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Katsikanbis Nic., ετών 48. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κατσικαμπή Νικόλαο χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 160. Κατσικόπουλος Ιωάννης του Αντωνίου, ετών 29 σύμφωνα με τον κατάλ. του Μουσείου, (Μάγερ, σελ. 733), (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κατσικόπουο Ιωάννη, χωρίς πατρώνυμο, 75 ετών)- 161. Κατσίνης Αναστάσιος του Δημητρ., ετών 52, δικηγόρος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Katsinas Anastasios, ετών 52. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 52 ετών). – 162. Κατσίνης Σωτήριος του Αναστ., ετών 16, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Katsinas Sotirios, ετών 16). – 163. Καφούσιας Δημήτριος του Βασιλ., ετών 40, γιατρός (οδοντίατρος). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kafoutas Dimos, ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Καφούσια Δήμο, χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 164. Καφούσιας Σωτήριος του Αλεξίου, ετών 60, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kafoutas Sot., ετών 65. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 165. Κερεμέζης Ιωάννης του (;), ετών 60, εργάτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κρεμέζη Ιωάννη χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 166. Κόκκαλης Γεώργιος του Σωτ., ετών 16, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kokalis Geo., ετών 42, που ίσως συγχέεται με τον Σωτήριο. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κόκκαλη Γεώργιο του Σωτηρ., 20 ετών). – 167. Κόκκαλης Σωτήριος του Αλέκου., ετών 42, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 30. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 42 ετών). – 168. Κοκκότης Αθανάσιος του (;), ετών 40, εργάτης. Αναφέρεται και ως Κοκκόσης Αθαν. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κοκότη Αθανάσιο χωρίς πατρώνυμο και ηλικία) – 168α. Κοκότης Αθανάσιος του (;), ετών 18. – 169. Κολαφόπουλος Νικόλαος του (;), ετών 27 (ο κατάλ. του Μουσείου δεν τον αναφέρει). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κολεφόπουλο Νίκο, χωρίς πατρώνυμο, 27 ετών). – 170. Κόλλιας Χρήστος του Γεωργίου, εργάτης, ετών 27. – 171. Κολλιόπουλος Αθανάσιος του Παν., ετών 60, έμπορος (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 60 ετών). – 172. Κολλιόπουλος Κωνσταντίνος του Νικ., ετών 50 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει 60 ετών), κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 173. Κολλιόπουλος Παναγιώτης του Αθαν., ετών 14 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει 16 ετών), μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 15. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 15 ετών). – 174. Κολλιόπουλος Παναγιώτης του Κων., ετών 17 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει 15 ετών), μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 17. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 17 ετών). – 175. Κολλιόπουλος Σπήλιος του Κων., ετών 19 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει 18 ετών. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, 19 ετών), μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Koliopoulos Sot., ετών 19). – 176. Κολλιόπουλος Χαράλαμπος του Νικολάου, (Μάγερ, σελ. 724, ο κατάλ. του Μουσείου δεν τον αναφέρει). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 54. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 54 ετών). – 177. Κολοκυθόπουλος Νικόλαος του Παναγιώτη, ετών 35 (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών). – 178. Κόντης Κίμων του Σπυρ., ετών 38 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει 39 ετών), δάσκαλος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kindis Kimon, ετών 39. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 39 ετών). – 179. Κουβελιώτης Γεώργιος του Δημ., ετών 36, τσαγκάρης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 179α. Κουβελιώτης Ιωάννης του Γεωργ. (Μάγερ, σελ. 724, ο κατάλ. του Μουσείου δεν τον αναφέρει). – 180. Κούλης Θεόδωρος του Βασ., ετών 42, υπάλληλος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 181. Κουβελιώτης Ιωάννης του Δημ., ετών 39, Δικ. Κλητήρας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kouveliotis Yoannis, ετών 39. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 39 ετών). – 182. Κουμάντος Αθανάσιος του Παναγ., ετών 42, καθηγητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Komandos Athan., ετών 39. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 39 ετών). (Μάγερ, σελ. 733). – 183. Κουστόπουλος Δημήτριος του Μιχ. (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει Κουτσόπουλο), ετών 20, οικοδόμος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kostopoulos Dim., ετών 20. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κουστόπουλο Δημήτριο, χωρίς πατρώνυμο, 20 ετών). – 184. Κουστόπουλος Ιωάννης του Μιχ. (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει Κουτσόπουλο), ετών 25, τσαγκάρης. – 185. Κουστόπουλος Μιχαήλ του (;), (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει Κουτσόπουλο), ετών 43, οικοδόμος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kostopoulos Michael, ετών 43. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κουστόπουλο Μιχαήλ χωρίς πατρώνυμο, 43 ετών). – 185α. Κουτρόπουλος Ιωάννης του (;). (Μάγερ, σελ. 724, ο κατάλ. του Μουσείου δεν τον αναφέρει). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Koutropoylos Yoannis, ετών 27. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 27 ετών). – 186. Κουτσογιαννόπουλος Ιωάννης του Φωτ., ετών 17, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 18. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 18 ετών). – 187. Κουτσογιαννόπουλος Φώτιος του Χρήστου, ετών 40, φανοποιός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 44. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 44 ετών). – 188. Κουτσούρης Δημήτριος του Χρήστου, ετών 20, εργάτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Κουτσουρή Μήτσο, χωρίς πατρώνυμο, 20 ετών). – 189. Κουτσουρής Ιωάννης του Χρηστ., ετών 26, κουρέας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 27. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 27 ετών). – 190. Κρομόπουλος Γεώργιος του (;), ετών 35 (Ο Κ. Κ. αναφέρει Κροτόπουλο Γεώργιο, χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών). – 191. Κυλαδίτης Δημήτριος του Ιωάν. (βλ. και λ. Κελαϊδίτης Ιωάννης), ετών 18, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Kelavitis Dim. ή Keladitis D., ετών 17. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 17 ετών). – 192. Κυλαδίτης Ιωάννης του (;), (βλ. και λ. Κελαϊδίτης Ιωάννης), ετών 50, φαρμακοποιός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Keladitis Yoannis, ετών 48. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 48 ετών). – 193. Κυλαδίτης Λεωνίδας του Ιωάν. (βλ. και λ. Κελαϊδίτης Ιωάννης), (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει του Νικολάου), ετών 21, φοιτητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Keladitis Leonidas, ετών 28. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 22 ετών). – 194. Κυλαδίτης Νικόλαος του Ιωάν., (βλ. λ. Κελαϊδίτης Ιωάννης), ετών 14, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Keladitis Nic., ετών 15. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 15 ετών). – 195. Κυριακίδης Ηλίας του Χαραλ, ετών 50, σιδεράς. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 196. Κυριακίδης Χαρίλαος του Ηλ., ετών 18, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται ετών 19. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 19 ετών). – 197. Κυριακόπουλος Αντώνιος του Δημ., ετών 37 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει ετών 38. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 37 ετών), φύλακας Αγ. Λαύρας. – 198. Κυριακόπουλος Γεώργιος του Αθαν., ετών 40, δημ. Υπάλλ. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών) – 199. Κυριακόπουλος Παναγιώτης του Δημ., ετών 49, εργάτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 49 ετών). – 200. Κωνσταντόπουλος Αλκιβιάδης του Κων., ετών 20, κουρέας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 22. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 22 ετών). – 201. Κωστόπουλος Γεώργιος του (;), ετών 34, δημ. Υπάλ. (ο κατάλ. του Μουσείου δεν αναφέρει επάγγελμα). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 35). – 202. Λάμπρου Γεώργιος του Γεωργίου, ετών 40, εργάτης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 203. Λερούνης Θεόδωρος του Βασ., ετών 24, φοιτητής. – 204. Λεχουρίτης Αλέξανδρος του Χρηστ., ετών 65, κτηματίας. (αναφέρεται μόνο στον κατάλογο N.W.C.D.A. Lehouritis Christos, ετών 65. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Λεχουρίτη Αλέκο, χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 205. Λιβιέρης Διονύσιος του Σπυρ., ετών 37, ελαιοχρωματιστής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές, ετών 32 και ετών 27. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 38 ετών). – 205α. Λιτσιμπέρης Διονύσιος του Ιωάν., ετών 27 (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 27 ετών). – 206. Λιτσιμπέρης Ιωάννης του Στεργίου, ετών 55, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 207. Λουκόπουλος Παρθένιος του Ιωάν., ετών 42, αρχιμανδρίτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 207α. Λούκος (;) Βασ.: αναφέρεται μόνο στον κατάλογο N.W.C.D.A. ως Loughos Vas., ετών 58). – 208. Λούτσης Θεόδωρος του Παν., ετών 17, ράφτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 17 ετών). – 209. Λούτσης Παναγιώτης του Παύλ., ετών 50, τσαγκάρης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 210. Λούτσης Παύλος του Παναγ., ετών 21, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 20. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 20 ετών). – 211. Λύκος Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 30, εργάτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 212. Λυκουργιώτης Διονύσιος του Κων., ετών 60, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 58. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 58 ετών). – 213. Λυκουργιώτης Θεοφάνης του Διον., ετών 17, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 18. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 18 ετών). – 214. Λυκουργιώτης Κωνσταντίνος του Διον., ετών 20, τσαγκάρης. – 215. Λυκουργιώτης Νικόλαος του Διον., ετών 23, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 22. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 22 ετών).). – 216. Λυμπέρης Αθανάσιος του Κων., ετών 21. απόφ. Γυμν. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 20. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 20 ετών). – 217. Λυμπέρης Γεώργιος του Γρηγ., ετών 17, μαθητής. – 218. Λυμπέρης Γεώργιος του Κων., ετών 32, Κρεοπώλης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 27. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 27 ετών). – 219. Λυμπέρης Γρηγόριος του Γεωργ., ετών 50, υπάλλ. Εθν. Τραπέζης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 220. Λυμπέρης Κωνσταντίνος του Γεωργίου, ετών 68, γεωργός (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 68 ετών). – 221. Λυμπέρης Παναγιώτης του Γεωργ., ετών 60, κρεοπώλης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 55. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών). – 222. Λυμπέρης Περικλής του Κων., ετών 27, κρεοπώλης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 32. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 32 ετών). – 222α. Μαγγίνας Βασίλειος του (;), ετών 40 (. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, και ηλικία). – 223. Μαθιός Χαράλαμπος του Δημ., ετών 38, μηχανικός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών). – 224. Μακρής Δημήτριος του Βασ., ετών 63, σαμαράς (ο κατάλογος του Μουσείου δεν αναγράφει επάγγελμα). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 60. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 60 ετών). – 225. Μακρυγένης Ευστάθιος του (;), ετών 77, φαρμακοποιός (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 17 ετών και άλλη μία φορά τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 226. Μαντάς Δημήτριος του Ιωάν., ετών 27, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 25 ετών). – 227. Μαραφελιάς Γεώργιος του Παν., ετών 25 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει ετών 18). (. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 228. Μαραφελιάς Παναγιώτης του Γεωργίου, ετών 56 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει ετών 53). (. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 229. Μαρκόπουλος Βασίλειος του (;), ετών 45 (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναγράφει με επάγγελμα καθηγητής). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 60. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 60 ετών). – 230. Μαυρίδης Περικλής του Θεολόγου, ετών 40, εργάτης (Δεν αναγράφεται επάγγελμα στον κατάλογο του Μουσείου. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 231. Μαχαίρας Αθανάσιος του Ιωάν., ετών 48, ράφτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 231α. Μεγακλής Θωμάς του (;), ετών 38, καθηγητης (Στον κατάλογο του Μουσείου αναγράφεται Θωμάς Μεγακλής όπου βλ. λ.). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 232. Μέλος Παναγιώτης του Αθανασίου, ετών 35 (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 232α. Μητρόπουλος Παναγιώτης του (;), ετών 65, εργάτης ΣΕΚ (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 233. Μιχαλόπουλος Αλέξιος του (;), ετών 70, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 234. Μιχαλόπουλος Θεόδωρος του Παναγιώτη. – 235. Μονοκρούσος Παναγιώτης του Ευσταθ., ετών 46, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 236. Μώρος Κωνσταντίνος του Γεωργίου, ετών 45, εργάτης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 237. Μπαλαλάς Ανδρέας του Κυρ., ετών 13, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 15. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 15 ετών). – 238. Μπαλάλας Βίκτωρ του Παν., ετών 27 (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναγράφει δύο φορές 32 ετών. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 32 ετών), δικηγόρος. – 239. Μπαλάλας Κυριάκος του Γεωργ., ετών 50, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 55. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών). – 240. Μπαλάλας Νικόλαος του Κυρ., ετών 22, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 23. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 23 ετών). – 241. Μπαλάλας Παναγιώτης του Γεωργίου, ετών 55, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 50. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 242. Μπαλάλας Φώτιος του Ιωάν., ετών 17, μαθητής (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 243. Μπαλτσούκος Νικόλαος του Παν., ετών 43, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 32. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Μπαλτζούκο Νικόλαο, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 244. Μπαρλογιάννης Αθανάσιος του Γεωργ., ετών 41, συμβολαιογράφος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Marloyanis Athan., ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 245. Μπαρούμης Νικόλαος του Κων., ετών 26, εργάτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Baroutis Nic. και Baroukis N., ετών 25. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Μπαρούμη Νικόλαο, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 246. Μπελογιάννης Δημήτριος του Νικολάου (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναγράφει Μπαλογιάννη), ετών 50, έμπορος (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 247. Μπερθούκας Χαράλαμπος του Γεωργίου (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναγράφει Μπαρθούκο), ετών 38, τσαγκάρης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Μπερθούκα Λάμπη, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 248. Μπλατσούκας Σπυρίδων του Ανδρ., ετών 65, εστιάτορας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 249. Μπουγάς Οδυσσέας του Νικολ., ετών 65, δασάρχης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 250. Μπούνιας Χαράλαμπος του Βασιλείου, ετών 42 (Κ. Τσίρτσης, βλ. λ.). – 251. Μπούσιας Βασίλειος του (;) (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναγράφει Μπούσιο Βασίλειο χωρίς άλλα στοιχεία) Μάγερ, σελ. 726. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Bousas Vas., ετών 50. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Μπούσα Βασίλειο, χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 251α. Μπούσσος (ή Μπούσσας) Φίλιππος: Αναγράφεται μόνο στον κατάλογο N.W.C.D.A., ετών 40. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Μπούσα Φίλιππο χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 252. Μπρατσάκης Δημήτριος του Παναγιώτη, ετών 61 (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 253. Μπρατσάκης Κωνσταντίνος του Δημητρίου, ετών 27 (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 254. Μπράτσικας Βασίλειος του Ιωάν., ετών 15, μαθητής. – 255. Μπράτσικας Γεώργιος του Βασ., ετών 41, τσαγκάρης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 256. Μπράτσικας Δημήτριος του Παναγιώτη, ετών 45. Δεν αναγράφεται στον κατάλογο του Μουσείου. – 257. Μπράτσικας Ιωάννης του Βασ., ετών 60 (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 60 ετών). – 257α. Μπράτσικας Παναγιώτης του (;), ετών 65, ξυλουργός. Δεν αναγράφεται στον κατάλογο του Μουσείου (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 258. Μπράτσικας Παναγιώτης του Βασιλείου (Κ. Τσίρτσης, βλ. λ.). – 259. Μπρές Αλέκος του Γεωργίου, ετών 56 (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 56 ετών). – 260. Μπρές Κωνσταντίνος του Αλεξίου, ετών 35 (. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Μπρέ Ντίνοχωρίς πατρώνυμο, 35 ετών). – 261. Νικολαΐδης Παναγιώτης του (;), ετών 65, ξυλουργός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 73. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 73 ετών). – 262. Νικολακόπουλος Χρήστος του Παν., ετών 38, δάσκαλος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Nicolopoulos X. (Ch.), ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών). – 263. Νικολάου Βασίλειος του Παναγ., ετών 24, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 28. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 28 ετών). – 264. Νικολάου Γεώργιος του Σπυρίδωνα, ετών 28, βαρελάς. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 30. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών). – 265. Νικολάου Γεώργιος του Παναγ., ετών 17, υπάλληλος. – 266. Νικολάου Δημήτριος του Θεοδ., ετών 60, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 267. Νικολάου Δημήτριος του Παναγ., ετών 30 ή 32; (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναγράφει ετών 30), τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 30. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών). – 268. Νικολάου Θεόδωρος του Δημητρ., ετών 19 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει ετών ετών 22), υπάλληλος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές, ετών 26 και ετών 19. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 19 ετών). – 269. Νικολάου Θεόδωρος του Παναγ., ετών 22 (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναγράφει ετών 19), τσαγκάρης (. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 26 ετών). – 270. Νικολάου Παναγιώτης του Θεοδώρου, ετών 55, τσαγκάρης (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών). – 271. Νικολής Κωνσταντίνος του (;), εργάτης. – 272. Νικολόπουλος Παναγιώτης του Ηλ., ετών 33 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναγράφει χωρίς ηλικία και επάγγελμα), τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο Φορές, ετών 35 και ετών 32. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 32 ετών). – 273. Ντάνος Γεώργιος του Ανδρέα, ετών 45 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναγράφει ετών 33), Υποδ/ντής Εθν. Τραπ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 48. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 48 ετών). – 274. Ντόκος Ανδρέας του Παναγιώτη, ετών 33 (ο κατάλογος του Μουσείου αναφέρει ότι ήταν κάτοικος Σκεπαστού και δεν αναφέρει ηλικία). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 33. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 33 ετών). – 275. Ξυράφας Ανδρέας του Διον., ετών 38, οδηγός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Ξουράφα Διον. Ανδρέα, 35 ετών). – 276. Οικονομόπουλος Χαράλαμπος του Αναστασίου, (Μάγερ, σελ. 727), δεν τον αναγράφει ο κατάλογος του Μουσείου. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 30). – 376α. Οικονομόπουλος Χαράλαμπος του Ανδρ., ετών 32, επιπλοποιός. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών.) – 277. Οικονόμου Αντώνιος του Ιωάν., ετών 53, γυμνασιάρχης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 50. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών.). – 278. Οικονόμου Δημήτριος του Νικολάου, ετών 50, έμπορος (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 279. Οικονόμου Σπυρίδων του Σωτηρίου, ετών 35, τηλεγραφητής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών) – 280. Παγωνής Σπυρίδων του (;), (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναφέρει Παγώνη Αλέκο με τα λοιπά στοιχεία ίδια), ετών 67, έμπορος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Παγωνή Σπυρίδωνα, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 281. Παναγιωτόπουλος Αλέξιος του Γρηγ., (αναφέρεται Παναγιωτακόπουλος και ο κατάλογος του Μουσείου τον αναφέρει Παναγιωτόπουλο Αλέκο με τα λοιπά στοιχεία ίδια), ετών 49, έμπορος. – 282. Παναγιωτακόπουλος Ανδρέας του Νικολάου, ετών 50, τσαγκάρης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 283. Παναγιωτακόπουλος Ιωάννης του (;), ετών 50, νεωκόρος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 284. Παναγιωτακόπουλος Νικόλαος του Ιωάννη, (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναφέρει Παναγιωτόπουλο Νικόλαο με τα λοιπά στοιχεία ίδια), ετών 70, κτηματίας (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Παναγιωτόπουλο Νίκο, χωρίς πατρώνυμο, 70 ετών). – 284α. Παναγιωτόπουλος Αλέκος του Παναγιώτη. (Μάγερ, σελ. 727, ενώ ο κατάλογος του Μουσείου δεν τον αναφέρει). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 52. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Παναγιωτόπουλο Αλεξ., χωρίς πατρώνυμο, 52 ετών). – 285. Παναγόπουλος Γεώργιος του (;), ετών 35, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 37. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 37 ετών. Ο ίδιος ο Κ. Κ. αναφέρει πάλι Παναγόπουλο Γεώργιο χωρίς πατρώνυμο , 35 ετών). – 286. Παναγόπουλος Σταύρος του Παναγ., ετών 30, υπάλληλος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών). – 287. Πανταζής Παναγιώτης του Ιωάν., ετών 34 (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναφέρει ετών 29), φαρμακοϋπάλ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές, ετών 33 και ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, 33 ετών). – 288. Παπαβασιλείου Γεώργιος του Σωτ., ετών 22, υπάλληλος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς ηλικία). – 289. Παπαβασιλόπουλος Ιωάννης του Βασ., ετών 20, υπάλ. ΣΕΚ. – 288α. Παπαβασιλόπουλος Κωνσταντίνος του Βασ., ετών 16, μαθητής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 290. Παπαβασιλόπουλος Νικόλαος του Βασ., ετών 26, τσαγκάρης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 26 ετών) – 291. Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος του Παν., ετών 23, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 24. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 27 ετών). – 292. Παπαδημητρίου Αλέξανδρος του Χαραλάμπους, ετών 40, καθηγητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 42. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 42 ετών). – 293. Παπαδημητρίου Δωρόθεος του Κων., ετών 52. αρχιμανδρ. Αγ. Λαύρας, καθηγητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 55. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών). – 294. Παπαδημητρόπουλος Αθανάσιος του Νικ., ετών 45, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 52. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 52 ετών). – 295. Παπαδημητρόπουλος Δημήτριος του Νικ., ετών 27 (χωρίς άλλα στοιχεία). Τον αναγράφει ο κατάλογος του Μουσείου. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 296. Παπαδημητρόπουλος Δημήτριος του Νικ., ετών 70, κτηματίας. – 297. Παπαδημητρόπουλος Ιωάννης του Δημητρίου. (Μάγερ, σελ. 728), (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 297α. Παπαδημητρόπουλος Ιωάννης του Νικ., ετών 50, ράφτης. – 298. Παπαδημητρόπουλος Νικόλαος του Δημητρίου. (Μάγερ, σελ. 728, ενώ ο κατάλογος του Μουσείου δεν τον αναφέρει). – 298α. Παπαδημητρόπουλος Νικόλαος του Νικ., ετών 28, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 20. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 20 ετών). – 299. Παπαδιαμαντόπουλος Χρήστος του Γεωργίου, ετών 47, Δημ. Υπάλ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές, ετών 40 και ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών, και άλλη μία φορά χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 300. Παπανδρέου Κωνσταντίνος του Ανδρέα, ετών 55, εργολάβος. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Παπανδρέου Ντίνο, χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών – 301. Παπανδρέου Χρήστος του Ανδρ., ετών 62, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 65. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 302. Παπανικολάου Παύλος, ετών 40, εργάτης. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών – 303. Παπαναγιώτου Χρήστος του Αριστείδη, ετών 30. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία) – 304. Παπαπολυχρονίου Κωνσταντίνος του (;), ετων 42, γεωπόνος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 36. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 36 ετών). – 305. Παπασταματίου Αθανάσιος του Κων., ετών 45, τσαγκάρης. – 306. Παπασταύρου Γεώργιος του Δημητρ., ετών 19, μαθητής. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, 18 ετών – 307. Παπασταύρου Δημήτριος του Γεωργ., ετών 42, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 38. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 38 ετών). – 308. Παπασταύρου Νικόλαος του Δημητρ., ετών 15, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 14. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 14 ετών). – 309. Παπαχαραλάμπους Λεωνίδας του Νικολ., ετών 55, δάσκαλος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών).- 310. Παπαχρυσάνθου Γεώργιος του (;), ετών 50, έμπορος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 311. Παππάς Βασίλειος του Παύλου, ετών 18, καλαντζής[;]. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 18 ετών) – 312. Πασχαλίδης Σπύρος του Δημητρ., ετών 65, εργάτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 55. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών). – 313. Πάσχος Βασίλειος του Γεωργ., ετών 45, καλαντζής (Ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρύτων τον αναγράφει χωρίς επάγγελμα). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών) – 314. Παυλόπουλος Γεώργιος του Βασιλείου, ετών 70, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 315. Παυλόπουλος Ιωάννης του Κυριάκου, ετών 48, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 58. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 58 ετών). – 316. Παυλόπουλος Κωνσταντίνος του Γεωργ., ετών 43, σαμαράς, (ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρύτων τον αναγράφει χωρίς επάγγελμα). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 317. Παυλόπουλος Παναγιώτης του Κυριάκ., ετών 40, Δημ. Υπάλ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών). – 318. Πένταρχος Αλέξιος του Παν., ετών 22, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 19. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 19 ετών). – 319. Πένταρχος Γεώργιος του Παναγ., ετών 25, υπάλληλος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 23. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 23 ετών). – 320. Πένταρχος Ιωάννης του Παν., ετών 13, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 12. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 12 ετών). – 321. Πένταρχος Παναγιώτης του Γεωργίου, ετών 60, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 60 ετών)- 322. Πετιμεζάς Σωτήριος του (;), ετών 70, συνταξιούχος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 85. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 60 ετών). – 323. Πετρακόπουλος Μιχαήλ του Ιωάν., ετών 35, τραπ. Υπάλ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, χωρίς ηλικία. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 33 ετών). – 324. Πετρόπουλος Κωνσταντίνος του Πολυβίου, ετών 45, δημ. Ταμίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Petropoulos Costas, ετών 37. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 37 ετών). – 324α. Πετρούτσας Χρήστος του (;), ετών 48, εργάτης (Ο κατάλογος του Οδοντωτού τον αναγράφει Καρμάλη – Πετρουτσά Χρήστο όπου βλ. λ.). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Πετρουτσά Χρήστο, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 325. Πίττας Κωνσταντίνος του (;), ετών 38, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 325α. Πλιατσικούρας Βασίλειος του (;), ετών 45, κτηματίας (ο κατάλογος του Οδοντωτού δεν τον αναγράφει). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Πλατσικούρα Βασ., χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 325β. Πλιατσικούρας Μιχαήλ του (;), ετών 30, κτηματίας (ο κατάλογος του Οδοντωτού δεν τον αναγράφει). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, Πλατσικούρα Μιχ., χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 326. Πόλκας Ανδρέας του Κων., ετών 20, τσαγκάρης (ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. δεν αναφέρει επάγγελμα). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 18. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 18 ετών). – 327. Πορφύρης Δημήτριος του Γεωργ., ετών 50, χτίστης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Πορφύρα Δημήτριο, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 328. Πορφύρης Γεώργιος του Δημητρ., ετών 19, χτίστης. – 329. Πρίμπας Γεώργιος του Σπυρ., ετών 40, κτηματίας. – 330. Πρίμπας Μιχαήλ του Σπυρ., ετών 48, τσαγκάρης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 331. Πρίμπας Σπυρίδων του Μιχ., ετών 16, μαθητής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 332. Ρεκουνιώτης Ιωάννης του Βασ., ετών 50, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 333. Ρεκουνιώτης Χρήστος του Βασ., ετών 22 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει ετών 42), έμπορος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Ρεκουνιώτη Χρισ., χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 334. Ρεστέμης Αντώνιος του (;), ετών 25 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει ετών 18 με καταγωγή από το Σκεπαστό και πατρώνυμο Κων/νος). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 335. Ρεστέμης Κωνσταντίνος του Νικολ., ετών 22 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει ετών 16 με καταγωγή από το Σκεπαστό). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 336. Ρεστέμης Νικόλαος του Κων., ετών 45 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει ετών 62 με καταγωγή από το Σκεπαστό και με πατρώνυμο Κων/νος). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 337. Ρήγας Κωνσταντίνος του Νικ., ετών 18, μαθητής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 18 ετών). – 338. Ρήγας Νικόλαος του Γεωργ., ετών 45, φαναράς. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 339. Ρηγόπουλος Αθανάσιος του Δημ., ετών 38 (ο κατάλ. του Μουσείου τον αναφέρει ετών 18), κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 340. Ροδόπουλος Αθανάσιος του Ιωάν., ετών 68, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 70. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 70 ετών). – 341. Ροδόπουλος Αλέξιος του Ηλ., ετών 19, υπάλληλος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 19 ετών). – 342. Ροδόπουλος Ηλίας του Χρηστ., ετών 58, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 61. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 60 ετών). – 343. Ροδόπουλος Ηρακλής του Χρηστ., ετών 60, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 52. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 52 ετών). – 344. Ροδόπουλος Παναγιώτης του Ιωάννη (ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. τον αναγράφει με πατρώνυμο Ιωάννης), ετών 70, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 67. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 67 ετών). – 345. Ροδόπουλος Παναγιώτης του Ηλ., ετών 15, μαθητής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 15 ετών). – 346. Ροδόπουλος Χρήστος του Ηλία, ετών 22, τηλεγραφητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές, ετών 20 και ετών 25. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει, χωρίς πατρώνυμο, 20 ετών). – 347. Σακκαλής Νικόλαος του Βασ., ετών 48, τηλεγραφητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40ετών). – 348. Σαμαρτζόπουλος Δημήτριος του (;), ετών 53, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Sarmanzopoulos M., ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 349. Σαμαρτζόπουλος Σπυρίδων του Παν., ετών 63, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Sarnanzopoulow Sp., ετών 65. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 350. Σαμοθρακίτης Γεώργιος του Αλεξ., ετών 55, τραπεζιτικός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 351. Σαμοθρακίτης Σπυρίδων του Αγγ., ετών 19, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 20. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 20 ετών). – 352. Σαμψαρέλλος Δημήτριος του Όθωνος, ετών 50, Δ/της Εθν. Τράπ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 45. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 353. Σαρανταυγάς Άγγελος του Γεωργ., ετών 67, κτηματίας. (Ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. τον αναφέρει με πατρώνυμο του Δημητρίου). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 353α. Σαρανταυγάς Γεώργιος του Αγγ., ετών 25, κτηματίας. – 354. Σαρανταυγάς Γεώργιος του Παν., ετών 19, τσοπάνης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 18. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 18 ετών). – 355. Σαρανταυγάς Ιωάννης του Γεωργ., ετών 42, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, δύο φορές ετών 43. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Σαρανταυγά Γιάννη, χωρίς πατρώνυμο, 20 ετών). – 356. Σαρανταυγάς Ιωάννης του Παναγ., ετών 21, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 20. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 24 ετών). – 357. Σαφλέκας Βασίλειος του Κων., ετών 27. Ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. τον αναγράφει: Σαφλέκα Βασίλειο και η εφημερίδα Οδοντωτός Σαφλάκη. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Safaskis Vas., ετών 27. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Σαφάσκη Βασίλειο, χωρίς πατρώνυμο, 27 ετών).- 358. Σαφλέκας Γεώργιος του Κωνστ., ετών 19. Αναφέρεται και ως Σαφλέκης. Ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. τον αναγράφει: Σαφλέκα Γεώργιο και η εφημερίδα Οδοντωτός Σαφλάκη Γεώργιο του Κων/νου. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Safaskis Geor., ετών 19 . Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Σαφάσκη Γεώργιο, χωρίς πατρώνυμο, 19 ετών).- 359. Σαφλέκας Κωνσταντίνος του (;), ετών 50. Αναγράφεται και ως Σαφλέκης. Ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. τον αναγράφει: Σαφλέκα Κων/νο και η εφημερίδα Οδοντωτός Σαφλάκη. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Safaskis Costas, ετών 50. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Σαφάσκη Κωνσταντίνο, χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 360. Σερέτης Παναγιώτης του Αργ., ετών 38, εργάτης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 361. Σημαντήρας Δημήτριος του Χρηστ., ετών 32, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 28. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 28 ετών). – 361α. Σημαντήρας Νικόλαος του (;), ετών 20 (ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρύτων δεν τον αναφέρει). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 20 ετών). – 361β. Σίνης Κωνσταντίνος του Αντ., ετών 22, τσαγκάρης. (η εφημερ. Οδοντωτός τον αναγράφει Σινή). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 22 ετών). – 362. Σίνης Κωνσταντίνος του Ασημάκη. (Μάγερ, σελ. 730), (η εφημερ. Οδοντωτός τον αναγράφει Σινή και ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. αναγράφει πατρώνημο: του Χαραλάμπους). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 22). – 362α. Σίνης Τιμολέων του Χρηστ., ετών 40. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 363. Σίνης Χαράλαμπος του Κων., ετών 70, ψαράς, (η εφημερ. Οδοντωτός τον αναγράφει Σινή). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Simis Har. Αλλά και Synys Ch., ετών 63). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Σίνη Χαράλαμπο, χωρίς πατρώνυμο, 63 ετών). – 364. Σαλωμίδης Γεώργιος του Ιωάν., ετών 56, σιδεράς (Αναφέρεται και Σολωμίδης. Ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. τον αναφέρει ως Σαλωμίδη ή Σαλομωνίδη Γεώργιο του Ιωάννου). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 55. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Σαλωμίδη Γεώργιο, χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών). – 365. Σούκας Αργύρης του (;), εφημέριος Παγκρατίου. (Αρχεία Εθν. Αντίστ. (ΓΕΣ-1998), τ. 7ος, σ. 352). Δεν αναγράφεται στον κατάλογο του Μουσείου των Καλαβρύτων. – 366. Σουρούκης Βασίλειος του Κων., ετών 28, καλαντζής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 367. Σουρούκης Κωνσταντίνος του Γεωργ., ετών 63, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Σουρούκη Κων/νο, χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών – 368. Σουρούκης Γεώργιος του Κωνσταντίνου (Μάγερ, σελ. 730), (αναφέρεται και ως Σουρούνης. Ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. και η εφημ. Οδοντωτός τον αναγράφουν: Σουρούκη Γεώργιο του Κωνσταντίνου, μαθητή). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 369. Σοφιανόπουλος Μιχαήλ του Παναγ., ετών 32, δικ. Υπάλληλος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 30. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών). – 370. Σπανός Ανδρέας του Σπυρ., ετών 62, οικοδόμος. . (Ο Κ. Κ. αναφέρει Σπανό Ανδρέα, χωρίς πατρώνυμο, 25 ετών – 371. Σπανός Ανέστης του Ανδρ., ετών 17, οικοδόμος. . (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 17 ετών). – 372. Σπανός Μιχαήλ του Αλεξ., ετών 30, αρτοποιός. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 372α. Σπυρόπουλος Αλέξιος του (;). (Μάγερ, σελ. 730, ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. δεν τον αναφέρει). – 372β. Σπυρόπουλος Ανδρέας του Αλεξίου. (Μάγερ, σελ. 730, ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. δεν τον αναφέρει). – 373. Σπυρόπουλος Δημήτριος του (;), ετών 42. – 374. Σπυρόπουλος Εμμανουήλ του Δημ., ετών 70, οδηγός. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 375. Σταθούλιας Βασίλειος του Γεωργ., ετών 56, ξυλουργός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 59. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 376. Σταυρόπουλος Γεώργιος του Σταύρ., ετών 29 (ο κατάλογος του Μουσείου των Καλαβρ. τον αναφέρει ετών 20), φοιτητή. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 20. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 20 ετών). – 377. Σταυρόπουλος Σταύρος του (;), ετών 55, δικαστικός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 53. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 53 ετών, επίσης αναφέρει και Σταυρόπουλο Σταύρο χωρίς πατρώνυμο 35 ετών). – 378. Στεφανίδης Κωνσταντίνος του (;), (αναφέρεται και ως Στεφανιάδης), ετών 40. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Στεφανιάδη, χωρίς όνομα, πατρώνυμο και ηλικία). – 379. Σωτηρόπουλος Αλέξιος του Ανδρ., ετών 40, έμπορος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 380. Σωτηρόπουλος Ανδρέας του Αλεξ., ετών 17, εργάτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 18. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 18 ετών). – 381. Τζανής Ανδρέας του (;), ετών 33, εργάτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Zaniw And., ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 33 ετών). – 381α. Τζανής Γεώργιος του (;), (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναφέρει Τζάνο Γεώργιο), ετών 45, εργάτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Tzanos Geo., ετών 36. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Τζάνο Γεώργιο, χωρίς πατρώνυμο, 36 ετών). – 382. Τζανής Νικόλαος του (;), ετών 23, σιδεράς. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Zanis N., ετών 24. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 44 ετών). – 383. Τζάνος Γεώργιος του Αναστασίου, Μηχαν. Δημοσ. Έργων, ετών 33. (Μάγερ, σελ. 731)- 384. Τζιρίτης Κωνσταντίνος του (;), ετών 70, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 65. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 385. Τζόβολος Θεμιστοκλής του Θεοδ., ετών 17, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 25. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 25 ετών). – 386. Τζόβολος Θεόδωρος του Ευθ., ετών 60, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές, ετών 65. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 387. Τζόβολος Νικόλαος του Θεοδώρου, ετών 18, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 16. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 16 ετών). – 388. Τζούδας Γεώργιος του Νικ., ετών 20, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Tzouras G., ετών 21. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 21 ετών). – 389. Τραγότσαλος Κωνσταντίνος του Γεωργ., ετών 45, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 40. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Τραγότσολα Κωνστ., χωρίς πατρώνυμο, 48 ετών). – 390. Τσαβαλά Κρίνα του Ανδρ., ετών 60. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 80. Ο Κ. Κ. την αναφέρει Τσαβανά Κρίνα, χωρίς πατρώνυμο, 80 ετών). – 391. Τσαβαλάς Αλέξιος του Βασ., ετών 37, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 32. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Τσαβαλά Αλέκο, χωρίς πατρώνυμο, 32 ετών). – 392. Τσαβαλάς Ανδρέας του Αναστ., ετών 58, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 60. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 60 ετών). – 393. Τσαβαλάς Βασίλειος του Αλεξίου, ετών 70, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 70 ετών). – 394. Τσαβαλάς Γεώργιος του Αναστ. (ο κατάλογος του Μουσείου αναφέρει πατρώνυμο Αναστασίου), ετών 50, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται δύο φορές ετών 48 και μία ακόμα φορά ετών 38 χωρίς πατρώνυμα). – 395. Τσαβαλάς Ηρακλής του Αναστ., ετών 37, Δ/ντής Μονοπωλ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 30. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 396. Τσαβαλάς Ιωάννης του Γεωργ., ετών 31, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 28. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 397. Τσαβαλάς Κωνσταντίνος του Αναστ., ετών 60, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 29 ετών. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 38 ετών). – 398. Τσαβαλάς Παναγιώτης του Βασ., ετών 30, εργάτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 32. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 32 ετών). – 399. Τσαπάρας Ανδρέας του Ιωάν., ετών 74, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 75). – 400. Τσαπάρας Ανδρέας του Φιλ., ετών 30, Υπ/της Εθν. Τρ. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 35. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 75 ετών, αλλά και δεύτερη φορά: Τσαπάρας Φιλ. Ανδρέας, χωρίς ηλικία). – 401. Τσαπάρας Ανδριανός του Παναγ., ετών 22, ηλεκτρολόγος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 39 ετών). – 408α. Τσαπάρας Ναπολέων του Αθαν., ετών 37, έμπορος. (Δεν τον αναφέρει ο κατάλογος του Μουσείου). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 402. Τσαπάρας Χρήστος του Δημητρ., ετών 51, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 50. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 403. Τσαρούχης Επαμεινώνδας του Θεοδώρου, ετών 42, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Tsarouhis Emm., ετών 48. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 404. Τσαρούχης Ιωάννης του Θεοδώρου (αναφέρεται με πατρώνυμο Ι.), ετών 32, έμπορος. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 25. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 25 ετών). – 405. Τσεκούρας Βασίλειος του Γεωργ., ετών 30, ηλεκτρολόγος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών) – 406. Τσεκούρας Κωνσταντίνος του (;), ετών 60, μηχανικός. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 407. Τσεκούρας Σπυρίδων του Γεωργ., ετών 20, έμπορος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 20 ετών). – 408. Τσεντούρος Θεόδωρος του Γεωργίου, ετών 70, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 75. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Τσεντούρο Θεόδωρο, χωρίς πατρώνυμο, 20 ετών). – 409. Τσεντούτρος Κωνσταντίνος του Θεοδ., ετών 45, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 48 ετών). – 410. Τσίρος Αντώνιος του Γεωργ., ετών 60, κτηματίας. (Δεν τον αναφέρει ο κατάλογος του Μουσείου). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Tsiros (χωρίς όνομα), ετών 55. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών). – 411. Τσοκανάς Αθανάσιος του Ιωάν., ετών 65, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 58. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 58ετών). – 412. Τσοκανάς Ιωάννης του Αθαν., ετών 27, τσαγκάρης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 20 ετών). – 413. Τσοκανάς Νικόλαος του Αθαν., ετών 25, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 21. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 21 ετών). – 414. Τσοκανάς Παναγιώτης του Αθαν., ετών 17, τσαγκάρης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 19. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 19 ετών). – 415. Τσορωτιώτης Ιωάννης του Παναγ., ετών 15, μαθητής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 416. Τσορωτιώτης Κωνσταντίνος του Βασιλ., ετών 43, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 417. Τσορωτιώτης Μιχαήλ του Γεωργ., ετών 30, επιπλοποιός. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών). – 418. Τσορωτιώτης Παναγιώτης του Γεωργ., ετών 45, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 419. Φαντάκης Θεόδωρος του Αντωνίου, (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναφέρει Φανταράκη Θεόδωρο, συνταξιούχο, 45 ετών), ετών 45, μαθητής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Φαντάκη Θεόδωρο, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 420. Φάσος Ιωάννης του Λυσάνδρ., ετών 60, δ/ντής ΤΤΤ (ΟΤΕ). (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 53. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 53 ετών). – 421. Φερλέλης Αλέξιος του Παν., ετών 22, ξυλουργός. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Φερλελή Αλέκο του Π. 22 ετών). – 422. Φερλελής Βασίλειος του Νικολ., ετών 18, τσοπάνης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Φερλελή Βασίλειο του Ν. 18 ετών). – 423. Φερλελής Δημήτριος του Παναγ., ετών 17, μαθητής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Φερλελή Δημήτριο του Π., 17 ετών). – 424. Φερλέλης Κίμων του Νικολ., ετών 12, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 13. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Φερλελή Κίμωνα του Ν. 13 ετών). – 425. Φερλέλης Νικόλαος του Παναγ., ετών 28, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 25. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Φερλή Νικόλ του Π. 25 ετών). – 426. Φερλέλης Παναγιώτης του Χρύσανθ., ετών 63, κτηματίας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 65. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Φερλελή Παναγ., χωρίς πατρώνυμο, 65 ετών). – 427. Φερλέλης Χρύσανθος του Παναγ., ετών 30, έμπορος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς Φερλελή Χρήστο του Π. 30 ετών). – 428. Φεφές Αλέκος του Αθαν., ετών 37, ράφτης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 37 ετών). – 429. Φεφές Μιχαήλ του Αθαν., ετών 46, ράφτης. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 44. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 44 ετών). – 430. Φιλιππακόπουλος Ανδρέας του Φιλιπ., ετών 18, μαθητής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 431. Φιλιππακόπουλος Ιωάννης του Φιλιπ., ετών 15, μαθητής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 432. Φιλιππακόπουλος Φίλιππος του Ανδρ., ετών 40, εστιάτορας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 433. Χαμακιώτης Αντώνιος του Σωτηρ., ετών 35, τσαγκάρης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 433α. Χαμακιώτης Δημήτριος – Τάκης (χωρίς άλλα στοιχεία). – 434. Χαμακιώτης Θεόδωρος του Ιωάν., ετών 67, κρεοπώλης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 435. Χαμακιώτης Ιωάννης του Δημ., ετών 45, έμπορος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 436. Χαμακιώτης Ιωάννης του Θεοδ., ετών 19, κρεοπώλης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 437. Χαμακιώτης Κωνσταντίνος του Δημητρ., ετών 28, ράφτης. – 438. Χαμακιώτης Κωνσταντίνος του Μιχ., ετών 23, ξυλουργός. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 439. Χαμακιώτης Μιχαήλ του Ιωάν., ετών 70, ξυλουργός (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 440. Χαμακιώτης Παναγιώτης του Δημ., ετών 30, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 441. Χαμακιώτης Παναγιώτης του Θεοδώρου ετών 23, κρεοπώλης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 442. Χαμακιώτης Χαράλαμπος του Μιχ., ετών 26, ξυλουργός. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 443. Χάμψας Αριστόβουλος (αναφέρεται ως Αριστόπουλος) του Παν., ετών 17, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται Hamsas Voulis, ετών 15. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 15 ετών). – 444. Χάμψας Δημήτριος του Παν., ετών 18, μαθητής. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 17. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει 17 ετών). – 445. Χάμψας Παναγιώτης του Δημ., ετών 53, γιατρός. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 50. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 445α. Χαρακτηνιώτης Αλέξανδρος του Δημ., ετών 44, κτηματίας. – 446. Χαρακτηνιώτης Αλέξιος του Κωνσταντίνου, κτηματίας, ετών 44. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 447. Χαρακτηνιώτης Αλέξιος του Παν., ετών 54, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς ηλικία). – 448. Χαρακτηνιώτης Χρήστος του Κων., ετών 40, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 448α. Χαραλαμπόπουλος Παναγιώτης του (;), ιερέας περιφερείας Κλειτορίας. (Αρχεία Εθν. Αντίστ. (ΓΕΣ-1998), τ. 7ος, σ.352), (εξετελέσθη το 1944 και δεν αναφέρεται στον κατάλογο του Μουσείου). – 449. Χατζής Γεώργιος του (;), (ο κατάλογος του Μουσείου τον αναφέρει Χαντζή), ετών 45, Επιθ. Δημ. Εκπ. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 48 ετών). – 450. Χειλόπουλος Ανδρέας του Γεωργ., ετών 36, εστιάτορας. (Στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφεται, ετών 32. Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 32 ετών). – 451. Χειλόπουλος Ιωάννης του Νικ., ετών 40, εστιάτορας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών) – 452. Χονδροθανάσης Αθανάσιος του Στυλ., ετών 27, τσαγκάρης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 36 ετών) – 453. Χονδροθανάσης Χρήστος του Στυλ., ετών 25, ξυλουργός. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 32 ετών). – 454. Χονδρονικόλας Αντώνιος του Νικολ., ετών 18, εργάτης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Χοντρονικόλα Αντών. του Ν. , 20 ετών). – 455. Χονδρονικόλας Γεώργιος του Νικολ., ετών 16, εργάτης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Χοντρονικόλα Γεώργ. του Ν., 18 ετών). – 456. Χονδρονικόλας Νικόλαος του Γεωργ., ετών 45, εργάτης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Χοντρονικόλα Νικόλ., χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών) – 457. Χονδρονικόλας Χρήστος του Νικ., ετών 14, μαθητής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Χοντρονικόλα Χρήστο του Ν., 15 ετών) – 458. Χονδρός Ανδρέας του Δημ., ετών 40, (η εφημ. Οδοντωτός και ο κατάλ. του Μουσείου τον αναγράφουν Χονδρό Ανδρέα του Δημητρίου ετών 42). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Χόνδρο Ανδρέα του Δημ. χωρίς ηλικία). – 459. Χονδρός Ανδρέας του Ευαγ., ετών 40, (η εφημ. Οδοντωτός και ο κατάλ. του Μουσείου τον αναγράφουν Χονδρό Ανδρέα του Ευαγγέλου ετών 16). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Χόνδρο Ανδρέα του Ευαγγ. χωρίς ηλικία). – 460. Χονδρός Αντώνιος του Δημ., ετών 38, (η εφημ. Οδοντωτός και ο κατάλ. του Μουσείου τον αναγράφουν Χονδρό Αντώνιο του Δημητρίου ετών 33). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει Χόνδρο Αντώνιο του Δημ. χωρίς ηλικία). – 461. Χρόνης Σταύρος του Βασιλείου, ετών 35[;], (η εφημ. Οδοντωτός και ο κατάλ. του Μουσείου τον αναγράφουν Χρόνη Σταύρο του Βασιλείου, ετών 64). (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο και ηλικία). – 462. Χρονόπουλος Γεώργιος του Σωτηρ., ετών 34, καλαντζής. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών). – 463. Χρυσάγης Εμμανουήλ του Νικολ., ετών 44, οπλουργός. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 43 ετών). – 464. Χρυσανθακόπουλος Βασίλειος του Βασιλ. (ο κατάλ. του Μουσείου δεν αναφέρει πατρώνυμο), ετών 25, τσαγκάρης. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 26 ετών) – 465. Χρυσανθακόπουλος Γεώργιος του Χρύσαν., ετών 32, δικαστ. υπάλλ. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών) – 466. Χρυσανθακόπουλος Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 30, έμπορος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών). – 467. Χρυσανθακόπουλος Θεοφάνης του Δημ., ετών 38, έμπορος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών). – 468. Χρυσανθακόπουλος Κωνσταντίνος του Δημητρ., ετών 48, έμπορος. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 50 ετών). – 469. Ψαραντωνιώτης Αλέξιος του (;), ετών 60, κτηματίας. – 469α. Ψωμάς Ανδρέας του (;), ετών 48, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 48 ετών). – 469β. Ψωμάς Γεώργιος του (;), ετών 45, κτηματίας. (Ο Κ. Κ. τον αναφέρει χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών).

–Πέραν αυτών μόνο στον κατάλογο N.W.C.D.A. αναγράφονται και οι παρακάτω τους οποίους δεν κατάφερα να ταυτοποιήσω: – 469γ. Παυλόπουλος Ιωάννης, ετών 15. – 469δ. Παυλόπουλος Αν., ετών 18. – 469ε. Παπανδρέου Δημήτριος, ετών 50. – 469στ. Πορφύρας Χρ., ετών 60. – 469ζ. Ραφτάκης (ή Ρεντάκης) Θεό., ετών 52. – 469η. Σορόκος Ν. ετών 62. – 469θ. Σορόκος Αντ., ετών 25. – 469ι. Σπανός Αντ., ετών 25. – 469ια. Σαρανταυγάς Σ. (ή Α;), ετών 50. – 469ιβ. Σταυρόπουλος Σ., ετών 35. – 469ιγ. Σπυρόπουλος Σ., ετών 42. – 469ιδ. Σαράκης Ιωάννης, ετών 26. – 469ιε. Σαράκης Κ., ετών 45. – 469ιστ. Τσοκανάς Ιωάννης, ετών 58. – 469ιζ. Τζαριτιώτης Κ. (Τσοροτιώτης;), ετών 30. – 469ιη. Τοφικότης (ή Τοφικιώτης) Παν., ετών 33. – 469ιθ. Τοφικότης (ή Τοφικιώτης) Γιανν., ετών 14. – 469κ. Τσεντούρος Ιωάννης, ετών 15.

Επίσης ο Κ. Κ. (Κώστας Καλαντζής) αναφέρει τους εξής, τους οποίους δεν κατάφερα να ταυτοποιήσω: 1. Γκρίτζας Τριαντάφυλλος, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία. 2. Δημητρίου Άγγελος, χωρίς πατρώνυμο, 42 ετών. 3. Ζαφειρόπουλος Γεώργιος, χωρίς πατρώνυμο, 30 ετών. 4. Καλογερόπουλος Νικόλαος, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία. 5. Κακλαμάνης Γεώργιος, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία. 6. Κατσανιώτης Ηλίας, χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών. 7. Κωστόπουλος Γεώργιος, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία. 8. Λιακόπουλος Γεώργιος, χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών. 9. Λερούνης Θεόδ., χωρίς πατρώνυμο, 24 ετών. 10. Μπίρμπας Μιχαήλ, χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών. 11. Μπίρμπας Σπύρος, χωρίς πατρώνυμο, 16 ετών. 12. Μπίρμπας Γεώργιος, χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών. 13. Μπράτσικας Κωνσταντίνος, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία. 14. Νταλιάνης Ανδρέας, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία. 15. Πράτσικας Κων., χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών. 16. Παυλόπουλος Γιάννης χωρίς πατρώνυμο, 15 ετών. 17. Παυλόπουλος Ανδρέας, χωρίς πατρώνυμο, 18 ετών. 18. Παναγιωτακόπουλος Αντ. χωρίς πατρώνυμο και ηλικία. 19. Παπασταματίου Αθανάσιος, χωρίς πατρώνυμο και ηλκία. 20. Παπαδημητρίου Σπ., χωρίς πατρώνυμο, 55 ετών. 21. Παναγιωτόπουλος Ι., χωρίς πατρώνυμο, 45 ετών. 22. Πορφύρης Χρήστου Δημ., 60 ετών. 23. Πορφύρης Χρήστου Γεώργ., 22 ετών. 24. Περπής Χρισ. χωρίς πατρώνυμο και ηλικία. 25. Πριονάς Γεώργιος, χωρίς πατρώνυμο και ηλικία. 26. Ροδόπουλος Ιωάν., χωρίς πατρώνυμο, 23 ετών. 27. Ρεκουνιώτης Ιωάν. χωρίς πατρώνυμο, 25 ετών. 28. Σορόκος Νικόλαος, χωρίς πατρώνυμο, 62 ετών. 29. Σορόκος Αντώνιος, χωρίς πατρώνυμο, 25 ετών. 30. Σαρανταυγάς Δήμος, χωρίς πατρώνυμο, 18 ετών. 31. Σπυρόπουλος Σωτήρ., χωρίς πατρώνυμο, 42 ετών. 32. Σουρούκης Ιωάν. χωρίς πατρώνυμο, 26 ετών. 33. Σμυρνής Ανδρέας, χωρίς πατρώνυμο, 40 ετών. 34. Τοφεκίστης Παναγ., χωρίς πατρώνυμο, 33 ετών. 35. Τοφεκίστης Γιάννης, χωρίς πατρώνυμο, 34 ετών. 36. Τσάφος Γεώργιος, χωρίς πατρώνυμο, 36 ετών. 37. Τζάνος Νικόλαος, χωρίς πατρώνυμο, 24 ετών. 38. Χοντρονικόλας Ιωάννης, χωρίς πατρώνυμο, 35 ετών.

Εκτός όσων προαναφέρθηκαν, σε χωριά και τοποθεσίες που ακολουθούν, εκτελέστηκαν: 1. Σε Παγκράτι – Κάτω Βλασία – Παπαντώνη – Κάλανο άτομα 10.

2. Σε Ρωγούς άτομα 64.

3. Σε Κερπινή – Στάση Κερπινής άτομα 43.

4. Στο Μ. Σπήλαιο άτομα 25.

5. Στη Ζαχλωρού άτομα 17.

6. Σε Βραχνί – Σούβαρδο άτομα 10.

7. Στον Πριόλιθο άτομα 5.

8. Σε Κλειτορία – Μάζι – Μαγέρου άτομα 15.

9. Στο Σκεπαστό άτομα 5.

10. Στην Αγία Λαύρα άτομα 6.

Τα ονόματα όλων των παραπάνω έχουν καταχωρηθεί στα λ. όπου εκτελέστηκαν και στα αντ. λ. του επωνύμου τους.

Ο Κ. Δοξιάδης (βλ. λ.) αναφέρει ότι εκτελέστηκαν 1.436 άτομα, χωρίς να αναφέρει πηγές και λεπτομέρειες (Μάγερ, 453).

Ο Ηλίας Παπαστεριόπουλος (Τραγωδία στα Καλάβρυτα…, σ. 22) αναφέρει ότι: τα θύματα των Καλαβρύτων ήσαν 800, της Άνω Ζαχλωρού 18, της Κλειτορίας και Κανίου 19, του Σκεπαστού 16, της Βρωσθαίνης 7, των Ζαχλωρίτικων 14, της Κερπινής 43, της Ροδοδάφνης 2, της Ακράτας 14, της Κρόκοβας 4, της Μαμουσιάς 5, της Κάτω Βλασίας 9, των Ρωγών 61, των Βραχνών[;] 8, του Παγκρατίου 20, του Μαζίου 10, του Πλανητέρου 10, του Πάου 5, του Σοπωτού 2, του Βεσινίου 3, των Βεσιναίϊκων Καλυβίων 5, της Αγίας Λαύρας 7, του Μ. Σπηλαίου 21, του Λειβαρτζίου 1, ήτοι σύνολο 1.106 άτομα, των οποίων βεβαίως δεν αναφέρει τα ονόματα.

Έγγραφο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού με ημερομηνία 28.12.1943, το οποίο υπογράφεται από τις Αρ. Λεκού και Μ. Αλεβιζάτου, αναφέρει μεταξύ άλλων: «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ/ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΟΚΟΜΩΝ/ ΟΔΟΣ ΣΟΛΩΝΟς 39./ Εν Αθήναις τη 28/12/1943./ Την εντολήν που μας ανέθεσε το Τμήμα Νοσοκόμων του Ε. Ε. Σταυρού να επισκεφθούμε την από τα τελευταία γεγονότα καταστραφείσαν περιφέρειαν Καλαβρύτων προσπαθήσαμε να εκτελέσουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα και με την ευκαιρίαν που έφευγε αποστολή του Δ. Ε. Σ. δια Ήπειρον μέσω Πατρών, εφύγαμε την Κυριακήν, 19ην Δεκεμβρίου. Την επομένην, πάλιν η ιδία ευκαιρία να επωφεληθούμε της μεταβάσεως αυτοκινήτων του Δ.Ε.Σ., μας έκαμε να φύγουμε αμέσως από τας Πάτρας χωρίς να προφθάσουμε να έλθουμε σε επαφή με το Τμήμα Εθελοντών Πατρών. Φθάνοντας στα Καλάβρυτα μεγάλη ήτο η ευχαρίστησίς μας να συναντήσωμεν εκεί αποστολήν του Τμήματος Πατρών υπό την καν Κρεμμύδα με δύο αδελφές, την Δα Λεπιδά, Εθελοντήν Αθηνών που ευρίσκετο με άδειαν εις τας Πάτρας, και την Δα Διγενοπούλου. Η κα Βιαγκίνη, η οποία είχεν ανεβεί μαζί τους εις Καλάβρυτα, είχεν επανέλεθει εις Πάτρας. Αι αδελφαί είχαν ήδη φθάσει από τας 16 του μηνός και ησχολήθησαν με την περίθαλψιν του πληθυσμού, την εξακρίβωσιν του αριθμού των φονευθέντων και των επιζώντων μελών των οικογενειών των, συγχρόνως εβοήθησαν εις την διανομήν τροφίμων και φαρμάκων, τα οποία είχε αμέσως διαθέσει ο Δ.Ε.Σ. δια τον σκοπόν αυτόν. Το τμήμα Εθελοντών Πατρών ενήργησε με ταχύτητα και πολύ επιτυχώς. Η καταστροφή των Καλαβρύτων είναι τελεία. Η φωτιά έχει ερειπώσει τα πάντα. Από τα 360 σπίτια της πόλεως έχουν μείνει περί τα 15, από τα άλλα δεν έχουν μείνει παρά οι τέσσαροι τοίχοι. Δεν εσώθησαν ούτε οι εκκλησίες ούτε τα σχολεία. Σχεδόν ολόκληρος ο ανδρικός πληθυσμός της πόλεως πλην των αγοριών κάτω των 14 ετών και των γερόντων άνω των 80 ετών έχει χαθεί δια ομαδικής εκτελέσεως. Υπάρχουν οικογένειαι που έχασαν δύο, τρία και τέσσερα άτομα. Δημόσιοι υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί, δικαστικοί, τραπεζικοί υπάλληλοι, ιερείς, υπέστησαν την ιδίαν τύχην. Αι γυναίκες και τα παιδιά των Καλαβρύτων, που εσώθησαν από τη φωτιά, εις την οποίαν παρεδόθη το σχολείον της πόλεως, όπου ήσαν κλεισμένες, σπάζοντας τις πόρτες και τα παράθυρα[5], έθαψαν τους άνδρας των με τα ίδια τους τα χέρια. Είναι άστεγες, χωρίς ρουχισμόν, γιατί όλα εκάησαν, και χωρίς απολύτως τίποτε από τα απαραίτητα της καθημερινής ζωής. Δεν τους έμεινε πρά ό,τι εφορούσαν. Από διάφορες πληροφορίες η καταστροφή των Καλαβρύτων συνέβη στις 13 Δεκεμβρίου ως εξής: Το πρωΐ εσήμαναν οι καμπάνες της πόλεως και εκάλεσαν ολον τον πληθυσμόν να συγκεντρωθεί στο Δημοτικό Σχολείο. Εκεί εχωρίσθησαν οι γυναίκες και τα παιδιά κάτω των 14 ετών από τους άνδρες, τους οποίους ωδήγησαν σε ένα λόφο εκτός της πόλεως απ’ όπου εφαίνοντο καιόμενα τα Καλάβρυτα. Απόσπασμα 25 ανδρών τους εξετέλεσεν επί τόπου με δύο μυδραλιοβόλα. Ο τόπος έως την ημέρα που τον είδαμε, οκτώ ημέρας αργότερα, ήτο γεμάτος αίματα. Η καταστροφή έπληξε όχι μόνον τα δύο ιστορικά μοναστήρια της περιφερείας (την Αγία Λαύρα είδαμε εντελώς κατεστραμμένη πλην των δύο ναών, και 4 μοναχοί ετυφεκίσθησαν), αλλά και ολόκληρον την περιφέρειαν, της οποίας τα χωριά Μαζαίϊκα, Ρωγοί, Κερπινή, Βισωκά, Σουδενά, Πλανιτέρου, Μάζι, Ζαχλωρού, Άνω και Κάτω Κλαπατζούνα, είναι ή εντελώς ή εν μέρει κατεστραμμένα. Και εδώ μεγάλο μέρος του ανδρικού πληθυσμού εξέλιπε. Εις Βισωκά 20, στην Κερπινή 46, στους Ρωγούς περί τους 60. Νομίζομεν ότι η κυρία μέριμνα πρέπει να στραφεί σε τακτικές και οργανωμένες διανομές τροφίμων, επείγουσα δε ανάγκη είναι να στεγασθεί ο πληθυσμός είτε υπό σκηνάς είτε δια προχείρου επιδιορθώσεως των οικημάτων καθώς επίσης και ο εφοδιασμός με τουλάχιστον τα απαραίτητα είδη ρουχισμού και κουβέρτας. Οκτώ εκ των πολυβοληθέντων βαρέως πληγωμένοι προσεποιήθησαν τους νεκρούς και κατόρθωσαν να διαφύγουν την προσοχήν των στρατιωτών, 4 εξ αυτών υπέκυψαν εις τα τραύματά των και οι λοιποί τέσσαρες νοσηλεύονται εις τα εναπομείναντα οικήματα. Η παρουσία ενός ιατρού είναι απαραίτητος δια τας παρουσιαζομένας ανάγκας. Η τήρησις της τάξεως και η κανονική λειτουργία της ζωής του τόπου επιβάλλουν επίσης την εγκατάστασιν των αστυνομικών και διοικητικών αρχών. Συνημμένως σας υποβάλλομεν πίνακα[6] των φονευθέντων ως και των επιζόντων μελών των οικογενειών των, όσους έως σήμερον κατωρθώσαμεν να συλλέξωμεν.».

Έγγραφο[7] της Χωροφυλακής Πατρών για το ίδιο θέμα έχει ως εξής: «Πάτραι τη 15.12.1943./ Ελληνική Χωροφυλακή/ Υποδ/σις Χωρ/κής Πατρών./ Προς το Υπουργείον Εσωτερικών/ Εις Αθήνας/ Πυροβολισμοί και εκτελέσεις εις χωρία της Επαρχίας Καλαβρύτων./ Λαμβάνω την τιμήν ν’ αναφέρω ότι, κατά βασίμους πληροφορίας, τα Γερμανικά Στρατεύματα, δρώντα από πενθημέρου εναντίον των ανταρτών της περιφερείας Επαρχίας Καλαβρύτων, έλαβον τα ακόλουθα μέτρα:/ 1) Επυρπόλησαν την πόλιν των Καλαβρύτων και εξετέλεσαν περί τα πεντακόσια πεντήκοντα μέχρι εξακόσια πεντήκοντα (550-650) άτομα, συμπεριλαμβανομένων και των εκεί υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων, επιστημόνων και ιερέων./ 2) Επυρπόλησαν το χωρίον Σκεπαστό, αγνοουμένου του αριθμού των θυμάτων, ένεκα βομβών και εκτελέσεων./ 3) Επυρπόλησαν τας Μονάς Μεγάλου Σπηλαίου και Αγίας Λαύρας και εξετέλεσαν τους μοναχούς αυτών./ 4) Επυρπόλησαν το χωρίον Κερπινή και εξετέλεσαν 46 άτομα./ 5) Επυρπόλησαν τα χωρία Ρογούς και Κάτω Ζαχλωρού και εξετέλεσαν 20-30 άτομα./ 6) Επυρπόλησαν 4 έως 5 οικίας και εξετέλεσαν 5 άτομα εις Κάτω Βλασίαν./ Ανωτέρω μέτρα συνεχίζονται/ Ο Δ/τής της Υποδιοικήσεως/ Δαρδάκος Ιωάννης, μοίραρχος» (Ηλ. Παπαστεριόπουλος, Τραγωδία στα Καλάβρυτα…, σ. 24-25).

——————————————————————————–

[1] Ο Ι. Γεμενετζής (Γ.Ε.Σ. Επιχείρηση «Καλάβρυτα», 34) αναφέρει: «… Ως προς τον αριθμό των θυμάτων έχουν διατυπωθεί, κατά καιρούς, ποικiλες εκτιμήσεις, οι οποίες ενίοτε διαφέρουν κατά πολύ μεταξύ τους (αλλού γινόταν λόγος για 600 φονευθέντες, αλλού για 750-800, άλλοτε για 1.000, για 1.400 ή και για περισσότερους). Εάν βασισθούμε στη μάλλον ασφαλέστερη τεκμηρίωση. την οποία μας παρέχουν τα Γερμανικά Στρατιωτικά Αρχεία, σύμφωνα με το Πολεμικό Ημερολόγιο της 117 Μεραρχίας Κυνηγών και τις ημερήσιες αναφορές του Αρχιστρατήγου Νοτιοανατολικής Ευρώπης που εμπεριέχονται στα αρχεία της Γερμανικής Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης, στις 13 Δεκεμβρίου 1943 εκτελέστηκαν στα Καλάβρυτα 511 άρρενες κάτοικοι…». Στη σελ. 113 του παραπάνω βιβλίου παρατίθεται το έγγραφο 34, το οποίο είναι τηλεγράφημα με ημερομηνία 13.12.43, του Λε Σουΐρ προς το Γεν. Στρατηγείο των Γερμανών και αναφέρει ότι: «… Τα Καλάβρυτα καταστράφηκαν ολοσχερώς, 511 άνδρες κάτοικοι εκτελέστηκαν δια τυφεκισμού…». Ομοίως στη σελ. 136 του ιδίου εντύπου του Γ.Ε.Σ. παρατίθενται το έγγραφο 40, με ημερομηνία 22.12.43, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «… Οι ακόλουθοι οικισμοί κατασφάφηκαν: Ρογοi, Κερπινή, σιδηροδρομικός σταθμός Κερπινής, Άνω Ζαχλωρού, Κάτω Ζαχλωρού, Σούβαρδο, Βραχνί, Καλάβρυτα, Μονή Μεγάλου Σπηλαίου, Μονή [Αγίας] Λαύρας, Αγ. Κυριακή, Αυλές, Βισοκά, Φτέρη, Κλαπατσούνα, Πυργάκι, Βάλτσα, Μελίσσια, Μονή Ομπλού, Λαπαναγοί, Μάζι, Μαζέικα, Παγκράτι, Μορόχοβα, Δερβένι, Βάλτος, Πλανητέρο, Καλύβια (4 χλμ. Δ των Μαζέικων). 696 Έλληνες τυφεκίσθηκαν…». Αναφέρει 696, αλλά υπολογίζει και τους των ανωτέρω χωριών.

[2] Κώστα Καλατζή: Οι σφαγές των Καλαβρύτων, Αθήναι 1962 (Β΄. έκδοση). Στο κείμενο όπου χρειάζεται, αναφέρομαι στον συγγραφέα αυτό με τα διακριτικά Κ. Κ. Ο συγγραφέας Κ. Καλαντζής αναφέρει σχετικά με τον κατάλογο ότι δεν είναι πλήρης διότι: όπως ο Δήμαρχος Καλαβρύτων Τάκης Γεωργακόπουλος τον ενημέρωσε, «λόγω καταστροφής των Ληξιαρχικών βιβλίων, Εκκλησιαστικών τοιούτων, του Δημοτολογίου και άπαντος του αρχείου του Δήμου υπό των Γερμανών την 13.12.43 και των ανταρτοκομμουνιστών την 11.4.48, δεν σώζονται επίσημα στοιχεία των εκτελεσθέντων». Υπολογίζει ο συγγραφέας ότι οι εκτελεσθέντες στα Καλάβρυτα, τα γύρω χωριά και μοναστήρια συμπεριλαμβανομένων των εργατών από την Εύβοια «φτάνουν, και ίσως περνούν τους χιλίους εκατό νεκρούς». Τα ονόματα όμως όσων παραθέτει εκ του καταλόγου του Ερυθρού Σταυρού, είναι: 526 στα Καλάβρυτα, Αγία Λαύρα 7, Μέγα Σπήλαιο 16, Λειβάρτζι 1, Αιγείρα 5, Άνω Ζαχλωρού 12, Κλειτορία και Χάνι 19, Σκεπαστό 16, Βρώσθαινα 7, Ζαχλωρίτικα 14, Κερπινή 45, Ροδοδάφνη 2, Παραλία Ακράτας 14, Κρόκοβα 4, Μαμουσιά 4, Κάτω Βλασία 8, Βραχνί-Σούβαρδο-Πριόλιθος-Παπαντώνη 5. Σύνολο όλων αυτών 705 άτομα.

[3] Έγινε επίσης αντιπαραβολή 394 ονομάτων, τα οποία αναγράφονται σε κατάλογο ο οποίος συντάχθηκε στις 10.4.1944 στο Κάϊρο, υπογράφεται από τον «The Commanding Officer/ sgnd. N. TSANGARIS/ Captain R.H.N.) και έχει τίτλο: «ΝΑΖΙ WAR CRIMES DISCLOSURE ACT 2000/ CIA SPECIAL COLLECTIONS RELEASE IN FULL 2000». Ο κατάλογος αυτός δεν αναφέρει πατρώνυμα παρά μόνο ονοματεπώνυμα και ηλικία. Είναι ελλιπής, με διαφορές πολλές στην ηλικία αλλά ακόμα και σε ονοματεπώνυμα. Όπου στο κείμενο αυτό υπάρχει συμπλήρωση με βάση τον παραπάνω κατάλογο (η οποία έγινε για να έχει ο αναγνώστης μια πληρέστερη εικόνα), αυτή θα αναφέρεται με τα χαρακτηριστικά: N.W.C.D.A.

[4] Η αρίθμιση που συνοδεύεται από γράμμα του ελληνικού αλαφαβήτου, υποδηλώνει ότι το αναγραφόμενο άτομο δεν αναφέρεται από το Μ. Κ. Ο., παρ’ ότι έχει αναγραφεί στην πηγή η οποία στο ιδιαίτερο λ. αναγράφεται.

[5] [Και ο Μίχου αφηγείται ότι «… θα καίγονταν ζωντανά και τα γυναικόπαιδα αν δεν έσπαζαν τις πόρτες του πυρπολημένου σχολείου…» (Η. Παπαστεριόπουλος, σ. 29).]

[6] [Ο εν λόγω πίνακας, έστω ατελής, δεν παρατίθεται υπό του Η. Παπαστεργιοπούλου].

[7] [Ο συγγραφέας που παραθέτει αυτό το έγγραφο (Παπαστεριόπουλος) το εισάγει με το εξής σχόλιο: «Εύγλωτη στην ωμή ξηρότητά της, είναι η αναφορά που έστειλε στο κατοχικό υπουργείο Εσωτερικών η υποδιοίκησις χωροφυλακής Πατρών, δύο μόλις ημέρες μετά την σφαγή»].

Σημείωση 1: Τα παραπάνω υπόκεινται στον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Σημείωση 2: Όποιος διαθέτει πλήρη στοιχεία για προσθήκη στον παραπάνω καταλογο ή για διόρθωση αυτού, παρακαλώ να μου τα γνωρίσει.

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Οι θλιβερές ημέρες του Δεκεμβρίου 1824 (β΄εμφύλιος) στην επαρχία των Καλαβρύτων.

Βρισκόμαστε στο τέλος του 1824.

Ο β΄ εμφύλιος στην Πελοπόννησο ευρίσκεται σε εξέλιξη.

Από την παρακάτω επιστολή του Κωλέττη φαίνονται τα σχέδια της κυβέρνησης αλλά και τα ονόματα των διωκόντων και διωκομένων:

«Θείε μου αξιοσέβαστε!/ Τη 11 Ιανουαρίου 1825. Δημητζάνα./ Εις όσα γράμματα μ’ έγραψες δεν απεκρίθην, επειδή ήμουν άρρωστος και βαρέως˙ οι νόμοι και η Διοίκησίς μας εκινδύνευσαν και εφέτος από τους αντάρτας τοσούτον, ώστε εβιάσθην ο ίδιος εις την ά. του απελθόντος μηνός να εκστρατεύσω επί κεφαλής ικανών διοικητικών στρατευμάτων εναντίον των ανταρτών, τους οποίους μόλις ευγήκα από Ναύπλιον, ετρόμαξα, και προχωρών εις Κόρινθον, Βοστίτζαν, και Καλάβρυτα, και ενταύθα κατετρόπωσα, διεσκόρπισα, και επελάγωσα˙ και με αυτόν τον τρόπον εσώθησαν οι Ιεροί μας νόμοι, εστερεώθη έτι μάλλον η Διοίκησίς μας, και το εσωτερικόν της Πελοποννήσου διευθετήθη, και ελπίζονται καλά αποτελέσματα. Τον Ανδρέαν Ζαΐμην, πατέραν του, και αδελφόν του, τον Ανδρέαν Λόντον, Μιχαήλ Σισίνην και Νικήταν τους υποχρέωσα να διαβώσιν εις Μεσολόγγιον, όπου εσυλλήφθησαν, και γλήγορα έρχονται εις την εξουσίαν των νόμων˙ το δε γέρω Σισίνη και Καλαμογδάρτην σου τους έστειλα αυτού˙ τον Χρύσανθον Σισίνην, και τον Ιωάννην Νοταρά τους έστειλα εις Ναύπλιον εις την εξουσίαν των νόμων˙ εις το Ναύπλιον έστειλα και τον Γεροκολοκοτρώνην˙ μόνον οι Ντελιγιανναίοι εγλύτωσαν έως τώρα από τας χείρας μου, αλλ’ ελπίζω και αυτούς εντός ολίγων ημερών να στείλω εις Ναύπλιον˙ οι στρατηγοί και αξιωματικοί τους οποίους έχω υπό την οδηγίαν μου είναι οι ακόλουθοι˙ ο Γκούρας, Κατζικογιάννης, Ρούκης, Γριζιώτης, Ευμορφόπουλος, Ποριώτης, Δημήτριος Δικαίου, Καρατάσσος, Γάντζος, Ντουμπιώτης, Μπήκος, Καραϊσκάκης, Τζαβέλας, Δράκος, Βέϊκος, Ζέρβας, Κοσμάς, Διοβουνιώτης, Νάκος, Πανουργιάς, Μητζοκοντογιάννης, Δήμος Σκαλτζάς, Γεωργάκης Βαλτινός, Γιολτάσης, Ανδρέας Ίσκου, Μακρυγιάννης, και λοιποί˙ όλοι τούτοι οι αξιωματικοί έδειξαν άκραν υπακοήν εις της Διοικήσεως τας διαταγάς, και μεγίστην προθυμίαν εις το να υπερασπισθώσι τους νόμους˙ με τοιούτους γενναίους αξιωματικούς, και με τους υπό την οδηγίαν των Έλληνας ελπίζω να πολιορκήσω εντός ολίγων ημερών το φρούριον των Π. Πατρών και να το κυριεύσω έως τα τέλη Φεβρουαρίου, και κατά τας 15 του Μαρτίου να εκστρατεύσω εις την χέρσον Ελλάδα, αν η Σεβαστή μας Διοίκησις μοί δώση την άδειαν. Εις κανένα από όσα μοι έγραψες γράμματα δεν ημπορώ να σοι αποκριθώ, επειδή δεν τα έχω εδώ˙ μετά 15 ημέρας ελπίζω να είμαι εις Γαστούνην με όλα τα υπό την οδηγίαν μου γενναία στρατιωτικά τάγματα, και εκείθεν θέλω σοί γράψω, εντεύθεν θέλει απεράσω εις Φανάρι, Αρκαδία, και Μιστρά δια να διευθετήσω και ταύτας τας επαρχίας, και ύστερον θέλει κατέβω εις Γαστούνην˙ ασπάζομαι την θείαν μου˙ σου γράφω με βίαν, ευχήσου τα διαβήματά μου, και υγίαινε./ ο Ανεψιός σου/ Ιωάννης Κωλέττης» (Φραντζής, Β΄, 315).

Ο ίδιος (Φραντζής τ. Β΄, σ. 296) αναφέρει:

«Δεν δύναται ο αδέκαστος ιστορικός κάλαμος να σιωπήση όσα εζήτουν οι των στερεοελλαδιτών στρατιώται, οι Μπουλουξίδες, και οι ψυχοϋιοί των Καπιτάνων από τους κατοίκους των επαρχιών όπου κατέλυον, ώστε (κατά την παροιμίαν) έφθανον να ζητώσι γάλα εξηγμένον από τας όρνιθας, και τυρόν από λαγωούς∙ οσάκις δε οι δυστυχείς πολίται προσεκλαίοντο εις τους αρχηγούς των, οι αρχηγοί αφ’ ενός μέρους προσεποιούντο ότι τους επέπληττον, αφ’ ετέρου δε ερωτώντες την ηλικίαν των γυναικών, πόσων ετών ήτον η κάθε μία, ταις έλεγον, «τόσα φύλλα πήτα να μας φκιάνης» δηλ. 30, 40, 50, 60, 70∙ ώστε όσων των έλεγεν ότι ήτον η οικοδέσποινα, από τόσα φύλλα εζήτουν να κατασκευασθή η πίττα, την οποίαν έμελον να φάγουν κ.τ.λ. κ.τ.λ.».

Ο Τρικούπης (Γ΄, σ. 176 ) αναφέρει:

 «λίαν δεινός και λίαν φθοροποιός κατήντησεν ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος προκειμένης όχι εφημέρου εξουσίας, ως άλλοτε, αλλά καταστροφής και εξοντώσεως των ισχυρών της Πελοποννήσου˙ εξώκειλε δε ένεκα τούτου και εις τόσην κακοήθειαν, ώστε η εις Πελοπόννησον εισβολή των πέρα του ισθμού στρατευμάτων δοθέντων εις αρπαγήν και εις ακολασίαν, ανεκάλεσεν εις την μνήμην των παθόντων όσα κακά έπαθαν επί της εισβολής των Αλβανών οι πατέρες αυτων…».

Στις 4 Δεκεμβρίου 1824, οι Κίτσος Τζαβέλας, Τούσιας Ζέρβας, Γ. Καραϊσκάκης, Γεώργιος Δράκος Γιώτης Νταγκλής και Λάμπρος Βέϊκος, έγραφαν από τη Βοστίτσα προς το Εκτελεστικό Σώμα, ότι την προηγούμενη έφθασαν στο Αίγιο και τους υποδέχθηκε ο Έπαρχος και λίγοι κάτοικοι. Ο μεν Λάμπρος Βέϊκος με 1.000 στρατιώτες έφυγε για την Φτέρη για εξοικονόμηση και τροφίμων, οι υπόλοιποι δε «βαθμηδόν» θα προχωρούσαν στα χωριά και στη συνέχεια στην περιοχή των Καλαβρύτων, όπου θα ανέμενον διαταγές της Διοίκησης.

Στις 7 δε Δεκεμβρίου 1824 ο Λεοναρδ. Κονταξής, έγραφε από Καλάβρυτα προς το Εκτελεστικό Σώμα ότι την ημέρα εκείνη έφτασαν στα Καλάβρυτα, κατά διαταγή της Διοικήσεως, πάνω από τρεις χιλιάδες στρατιώτες Ρουμελιώτες υπο τις διαταγές των Κίτσου Τζαβέλα, Γ. Καραϊσκάκη, Λάμπρου Βέϊκου και άλλων, και οι έγκριτοι και προύχοντες των Καλαβρύτων έφυγαν σε ασφαλές μέρος και έμειναν μόνο οι πτωχοί κάτοικοι, οι οποίοι μετά μεγάλης δυσκολίας μπορούν να ανεχθούν και να συντηρήσουν τα στρατεύματα αυτά, το βάρος των οποίων θα έπρεπε να σηκώσει όλη η επαρχία Καλαβρύτων και όχι μόνο η μητρόπολη, ήτις ευρίσκεται εις άκραν ένδειαν. Πέραν των παραπάνω, εν τω μεταξύ, κατέφθασαν και οι στρατηγοί Γ. Δράκος, Γ. Νταγκλής και Ν. Ζέρβας και λοιποί και ζητούν καταλύματα και τροφές για 1500 στρατιώτες. Με το έγγραφο αυτό ζητείται το έλεος τα Διοίκησης για την πόλη των Καλαβρύτων. Από τα Καλάβρυτα έγραψαν στο Εκτελεστικό Σώμα στις 7 Δεκεμβρίου 1824 και οι Κιτσος Τζαβέλας, Καραϊσκάκης και Λ. Βέϊκος, αναφέροντες ότι έφθασαν εκεί, αλλά δεν βρήκαν κανένα εκ των προκρίτων παρά μόνον τον έπαρχο και μερικούς κατοίκους. Περιμένουν διαταγές από την Διοίκηση.

Αποκαλυπτικό είναι και το παρακάτω έγγραφο του Κωλέτη προς το Εκτελεστικό, με ημερομηνία 9 Δεκεμβρίου 1824:

«… Από τα περικλειόμενα έγγραφα πληροφορείται η Διοίκησις τα πρακταία μας και ότι τα πράγματά μας υπάγουν κάλλιστα. Ο στρατηγός Γκούρας πληροφορηθείς ότι ο Α. Λόντος ευρίσκεται εις Τρίκαλα, σχεδιάζων και παρακινών της Κορίνθου την επαρχίαν, κατά της Διοικήσεως, εκινήθη κατά του αντιπατριώτου εκείνου. Αυτό το κίνημα δεν ημπόρεσα να το εμποδίσω μήτε εγώ ο ίδιος, καθότι ενώ ο ρηθείς αποστάτης Λόντος ποιεί καθέδραν των αντιδιοικητικών του […] τα Τρίκαλα, έπρεπε αναγκαίως πολιτικώς τε και στρατιωτικως, να γίνη το παρόμοιον κίνημα. Δεν ηξεύρω αν εμβήκεν εις Τρίκαλα, ηξεύρω όμως ότι ο στρ. Γκούρας εμβαίνων εκεί θέλει φερθή με την ανήκουσαν ευταξίαν [αταξίαν;] όσους κινούν τους κατοίκους, και μερικώς εις τον οίκον του κυρίου Νοταρά, μ’ όλα ταύτα γράφω τα […] Γκούραν, ότι μόλις λείψη ο Λόντος από τα Τρίκαλα να αναχωρήση αμέσως και αυτός. Σας περικλείω γράμμα των κ. Σουλιωτών, το οποιον αυτήν την στιγμήν έλαβον και από το οποίον πληροφορείται η Διοίκησις το φθάσιμο αυτών εις Καλάβρυτα. Οποίας διαταγάς εις αυτούς έδιδον, με τα πρωτητερικά[;] μου ανέφερον εις την Διοίκησιν, και η Διοίκησις ας τους αποκριθή ή να ακούουν πάντοτε τας διαταγάς μου, ή αν το κρίνη αλλέως ας τους διατάξη ό,τι βούλεται, αι διαταγαί όμως δι’ εμού να τους στέλλωνται. Με τον Κωνσταντίνον έλαβον την χρηματικήν ποσότητα σταλείσαν μοι. Γνωστοποιώ δε εις την Διοίκησιν ότι εγώ φθάσας εδώ εις το στρατόπεδον, εύρον αναγκαιότατον να υποσχεθώ εις τους στρατιώτας ότι η Διοίκησις θέλει εξοφλήσει τους μισθούς των έως τα τέλη Νοεμβρίου. Βλέπων προς τούτοις αδύνατον να γίνη το παραμικρόν κίνημα χωρίς οι στρατιώται να πληρωθούν, εβιάσθην να πληρώσω, και εξόφλησα άχρι της ώρας το σώμα των Ολυμπίων[;], μισθούς έως τέλους του Νοεμβρίου, και έως τας 6 Δεκεμβρίου τα γεμεκλίκια, εις τον Κατζικογιάννη το ίδιον, και θέλω κάμει το αυτό εις τον στρατηγόν Γκούρα, και τους λοιπούς, δια τούτο παρακαλώ την Διοίκησιν να μου στείλη αφεύκτως την ζητηθείσαν ποσότητα δια να τους εξοφλήσω  ως άνωθεν. Ας πληροφορηθή η Διοίκησις, ότι οι λογαριασμοί τους οποίους εξοφλώ, είναι υπογεγραμμένοι από τον επιθεωρητήν και μισθοδότην και ποτέ δενπληρώνω με μάτια σφαλιστά, καθώς θέλει πληροφορηθεί ότι και το υπουργείον των πολεμικών θέλει τους επικυρώσει. Εις τους κ. Συλιώτας χρεωστούνται εις εξόφλησιν μέχρι τέλους Οκτωβρίου γρόσια διακόσιες είκοσι πέντε χιλιάδες κατά τον προς την Διοίκησιν παρρησιασθέντα λογαριασμόν, και εις αυτούς υπεσχέθην ότι πηγαίνοντας εις Καλάβρυτα θέλει φέρω μαζί μου γρόσια δια να εξοφλήσω τους λογαριασμούς των μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου. Έδωσα παρομοίαν υπόσχεσιν διότι εις τας παρούσας περιστάσεις, ήτον η μόνη ικανή να ενδυναμώση την διεύθυνσιν των καλών σκοπών της Διοικήσεως και να βαστάξη τους στρατιώτας εις υπακοήν, και να εμποδίση κάθε αντιπατριωτικήν εις τους στρατιώτας αντενέργειαν. Εν ταυτώ και το  μόνον καλον να γίνη, ώστε οι στρατιώται εξωφλημένοι και ειδοποιηθησόμενοι οπού εις το εξής θέλει πληρώνονται όχι κατά μήνα, αλλ’ εις τέσσαρας ή τρεις το ολιγώτερον, θέλει έχει έτοιμον η Διοίκησις ολόκληρον στράτευμα να το κινήση ευκόλως κατά των εχθρών. Όθεν παρακαλώ να μοι σταλθούν χωρίς αναβολήν και τα ελλείποντα της ζητηθείσης παρ’ εμού ποσότητος και προσέτι τριακόσιες χιλιάδες γρόσια δια να ξεπληρώσω μέχρι τέλους του Νοεμβρίου μηνός και το στράτευμα των Σουλιωτών. Προ ημερών ειδοποιήθην παρά της Σ. Διοικήσεως ότι μοι εστέλλοντο 5 χιλιάδες δεκάρια φυσέκια, πλην ακόμη δεν έλαβον. Ο Γκούρας και λοιποί με ζητούν επιμόνως φυσέκια εις ικανήν ποσότητα, και εγώ δεν [έχω] μήτε ένα δεκάρι και αμηχανεύω τι να κάμω, απορώ διατί να ακολουθή τόση άργητα εις την [από]στολήν αυτών, ενώ τα στρατεύματα ευρίσκονται καθ’ οδόν[;] εις στάσιν πολέμου και χωρις αυτά ημπορούν να αναχωρήσουν […], και να μας προξενηθούν δυσκολίες νέες, και απορώ ακόμη, όταν ων τόσον πλησίον εις την Διοίκησιν ευρίσκω τόσας δυσκολίας, τι θέλει κάμω αφού απομακρυνθώ. Όθεν πρέπει να δοθούν διαταγαί δραστηριότητος να μοι σταλθή η ποσότης των 30 χιλιάδων δεκαρίων όπου προχθές έγραφον, δια να μη ευρεθώ ελλειπής εις καιρόν πολέμου και συμβεί τι ευρύτερον. Η Διοίκησις σκεφθείσα καλώς εις όσα καθυποβάλλω εις υπ’ όψιν της, ας γνωρίση ότι όσα λέγω είναι αναγκαιότατα, και χωρίς να μοι σταλθούν η ποσότης των γροσίων εις εξόφλησιν του στρατού, αι τριακόσιες χιλιάδες δια το στράτευμα των Σουλιωτών, και τα 30 χιλιάδες δεκάρια φυσέκια, δεν ημπορώ να κινηθώ από εδώ, διότι προβλέπω τα εκ της ελλείψεως απευκταία αποτελέσματα, και δεν είναι δύσκολον ενώ είμεθα εις την στιγμήν να δείξη η Διοίκησις την υπεροχήν της, και να δυνηθή να παιδεύση τους κακούς[;], αίφνης να ανατραπούν τα σχέδια. Ας εμπιστευθή η Διοίκησις εις τας πράξεις μου και ελπίζω εις ολίγον διάστημα να ιδή ευχαρίστως τους σκοπούς της εις τέλος, και τας δυνάμεις της ετοίμους να στρέψη κατά του εχθρού. Ας ταχύνη λοιπόν την στάλσην[αποστολήν;] των ζητηθέντων μου δια να κινηθώ αμέσως, και να εξακολουθήσω ως διατάττομαι. Ο στρατηγός Γκούρας δια την εις Λεβίδι σύναξιν[;] και άλλα ύποπτα κινήματα του […] Νοταρά τον έβαλλεν υπό φυλακήν σχεδ.. [… 2.λ.]. Οι Κρανιδιώται ακόμη δεν εφάνησαν, παράξενος η άργητά των, και ειδοποιώ ότι είναι αναγκαίον να τους διορίσετε όθεν είναι, να διευθυνθούν εις Βασιλικά και Σούλι, και εκεί να ακουσουν τας οδηγίας μου. Πάλιν παρακαλώ την Διοίκησιν να μοι στείλη ταχέως όσα ζητώ δια να λάβουν τέλος τα κινήματα της Διοιήσεως καθ’ όλην την έκτασιν, και ας ληφθούν τα αναγκαία μέτρα…».

Πηγή: όπου δεν αναγράφεται, είναι τα Γ.Α.Κ.

Το παραπάνω περιεχόμενο υπόκειται στην, περί πνευματικής ιδιοκτησίας, νομοθεσία.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Το τραγικό τέλος του «Καλεσιάκου»

Αποτέλεσμα εικόνας για αρνακι φωτογραφιες[Το αφήγημα που ακολουθεί περιλαμβάνεται σε χειρόγραφο ανέκδοτο πόνημα του εκ Δεχουνίου Καλαβρύτων, γηραιού κυρίου Μεγακλή Γεωργακόπουλου, το οποίο ευγενώς μου έχει παραχωρήσει. Είναι αξιόλογο, λόγω της αυθεντικότητας και των διαυγών εικόνων που περιγράφει ο δημιουργός του οι οποίες φέρνουν στο νού πολλών από μας, ανάλογες στιγμές του παρελθοντος.]

«Το τραγικό τέλος του «Καλεσιάκου».

Από το πρώτο μου παιδικό επάγγελμα του τσοπανάκου έχω αμέτρητες αναμνήσεις, οι οποίες παραμένουν θαμμένες στη μνήμη μου, σαν ιερά κειμήλια.

Σ’ αυτή τη σελίδα θα ξεθάψω ένα περιστατικό, που αφορά τη ζωή ενός αθώου πεντάμορφου αρνιού.

Θα σας μεταφέρω 73 χρόνια πριν, που ήμουν 12 χρονών και φύλαγα τα πρόβατα του μπάρμπα μου Λ… Σπ…. στο Βερσίτσι Καλαβρύτων.

 Ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1943, ήταν μια πολύ βαρυχειμωνιάτικη μέρα, κι έριχνε συνεχώς χιονόνερο, που έπεφτε αλύπητα στις πλάτες μου, όπως έπεφτε και στα συμπαθητικά ζωάκια, τα οποία είχα πάει για βοσκή στον κάμπο για βαρθακίλες. Τα προβατάκια είχαν απλώσει κι έψαχναν για πρασινάδες, για να φρενάρουν την πείνα τους.

Ο τσοπανάκος είχα πιάσει τα πουρνάρια του Άϊ Γιώργη, για να προστατευτώ στο απάγκιο από τη χιονοθύελλα, χωρίς να έχω κανένα βοηθητικό (ομπρέλα, αδιάβροχο, γαλότσες, γάντια, σκούφο, κάπα). Φανταστείτε με σε αυτή την ηλικία, με κοντό παντελόνι ντρίλινο πάνω από το γόνα, σακάκι της αυτής κατηγορίας και μουσκεμένο μέχρι το πετσί, με τα σαγόνια μου να τρέμουν από την παγωνιά. Τα αυτιά μου και η μύτη μου ήταν έτοιμα να ξεκολλήσουν. Στα μάγουλά μου είχαν φουντώσει κατσομαλίδες από το σιβηρικό ψύχος και τα χέρια μου είχαν ξεραθεί τελείως.

 Παρασύρθηκα όμως, μιλώντας για τον εαυτό μου, ενώ η αφήγηση είναι αφιερωμένη στον «Καλεσιάκο».

Για τους αναγνώστες που είναι άσχετοι με τα πρόβατα, διευκρινίζω ότι ανάλογα με το χρώμα που έχουν τα μάγουλά τους είναι και η ονοματολογία τους. Εκείνα που έχουν άσπρα μάγουλα με μαύρες αποχρώσεις λέγονται κάλεσια.

Ο «Καλεσιάκος» είχε γεννηθεί το Γενάρη του 1943 και ήταν ένα πεντάμορφο μπιρνάκι, που λέγεται σ’ αυτή την ηλικία, και όταν περάσει το χρόνο λέγεται ζυγούρι. Αυτή η ονομασία ανήκει στα αρσενικά. Τα θηλυκά αρχικά λέγονται αρνάδες, μετά μπιρνάκες, ύστερα μηλιώρες και τελικά προβατίνες.

 Στην περιοχή που έβοσκαν τα πρόβατα, πηγάζουν άφθονα νερά και κατηφορίζοντας σ’ έναν πελώριο αύλακα, πέφτουν στο ποτάμι, που σέρνεται αθόρυβα διασχίζοντας τον κάμπο.

Το κοντόβραδο μάζεψα τα πρόβατα και τα μέτρησα για να ξεκινήσω να τα πάω στο κονάκι, λεγόμενο καλύβι. Στο μέτρημα διαπίστωσα ότι ήταν ένα λιγότερο, κι αφού τα ξαναμέτρησα άρχισα να ψάχνω τον αύλακα με το βαθύ νερό, που τον σκέπαζαν οι θαμνώδεις ετιές, όπου σε κάποιο σημείο αντίκρυσα το κεφάλι του «Καλεσιάκου» να πλέει ενώ το σωματάκι του ήταν βουτηγμένο μέσα στο παγωμένο νερό.

 Το αθώο προβατάκι, κυνηγώντας τα σέλινα στον όχτο, παρασύρθηκε κι έπεσε μέσα σπάζοντας το κρύσταλλο του πάγου που είχε πάχος πάνω από δυό πόντους, και ένα μέτρο βάθος το νερό. Τα ζώα δεν πνίγονται στο νερό, γιατί τα κρατάει στην επιφάνεια και κολυμπούνε. Στη συνέχεια το έπιασα από τα τσέπια και το έβγαλα έξω, αλλά δεν μπορούσε να σταθεί όρθιο από τα κρυοπαγήματα που είχε υποστεί, το θανατηφόρο μαρτύριο. Ο Θεός μόνο γνωρίζει πόσες ώρες ήταν βυθισμένο μέσα στον υγρό καταψύκτη. Με κοίταξε θλιμμένο ζητώντας βοήθεια, για να σταθεί στα πόδια του. Το μόνο που μπορούσα να του προσφέρω, ήταν το χάιδεμα στο προσωπάκι του, και η εντριβή σε όλο του το σώμα, μήπως καταφέρει να ορθοποδήσει. Μόλις σουρούπωσε, έπρεπε  να φύγω για να πάω τα πρόβατα στο καλύβι, κι’ επειδή ήταν ξάπλα στο έδαφος, το πήρα στην αγκαλιά μου και οδήγησα το κοπάδι στο κονάκι, με τις εξαντλημένες μου δυνάμεις, αλλά και το άγχος μου για την υγεία του «Καλεσιάκου».

Αυτή η τρυφερή εικόνα παραμένει ολοζώντανη στη μνήμη μου, ακολουθώντας όλα τα βήματα της ζωής μου.

 Στο καλύβι βρήκα την αγαπημένη μου ξαδέλφη Δημήτρω, η οποία είχε ανάψει φωτιά και με περίμενε για να στεγνώσω και να ζεσταθώ που βαρούσαν τα δόντια μου σαν κομπρεσέρ, από το δριμύτατο ψύχος.

Μαζί με τον «Καλεσιάκο» καθίσαμε πολλές ώρες κοντά στο τζάκι, μήπως γλυτώσει το θάνατο. Από τη θέρμανση έβγαινε αχνός κι’ από τους δυό μας. Του έβαλα στο στόμα αραποσίτι, βελάνι, μπομποτόψωμο να φάει αλλά δεν έτρωγε τίποτα. Μόνο ανοιγόκλεινε τα ματάκια του και μας κοίταζε για να μας ευχαριστήσει για την προσπάθεια που κάναμε, μέχρι την τελευταία του πνοή, που έκλεισαν για πάντα, ξεψυχώντας στα χέρια μου.

 Πόσο έκλαψα και πόσο λυπήθηκα για κείνο το γλυκούλι προβατάκι είναι αδύνατο να το περιγράψω. Σε κείνη τη δύσκολη ώρα, μου συμπαραστάθηκε και με παρηγόρησε η ευγενική ψυχούλα της εξαδέρφης μου Δημήτρως Λ… Σπ… η οποία αργότερα παντρεύτηκε με τον αρχοντονοικοκύρη επιχειρηματία Β… Τα… που τώρα αναπαύονται και οι δύο στον τόπο της αιωνιότητας. Έτσι πέρασα τα Χριστούγεννα του 1943. Παρέα με τη Δημήτρω και το άψυχο αρνί, ξενυχτήσαμε κλαίγοντας, και όταν ξημέρωσε το πετάξαμε έξω, για να πιάσουν δουλειά τα τσοπανόσκυλα ξεσκίζοντας τις σάρκες του…»

(Σημείωση δική μου: Τα ονοματεπώνυμα γράφονται ολόκληρα από τον συγγραφέα Μεγακλή Γεωργακόπουλο. Η σύντμηση έγινε από μένα).

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Περί Π. Π. Γερμανού και Δροβολοβού… συνέχεια…

Αγαπητοί μου αναγνώστες, πριν 3 και πλέον χρόνια κάποιοι εκ της επαρχίας Καλαβρύτων καταγόμενοι, με περίσσιο θάρρος (ή μάλλον θράσος) αμφισβήτησαν τη διέλευση και παραμονή του Π. Πατρών Γερμανού από το Δροβολοβό και «δασκαλεμένοι»(;) κατάλληλα αλλά όχι επαρκώς, διατύπωσαν την εξής περίπου απαίτηση: « να μας πουν που τα βρήκαν γραμμένα αυτά». Επίσης αμφισβήτησαν και τον αναφέροντα αυτά.

Τότε και συγκεκριμένα σε δύο αναρτήσεις στο παρόν blog (τις οποίες μπορείτε να αναζητήσετε), στις 13.5.2016 και στις 3.6.2016 παρουσίασα επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τη διέλευση, παραμονή κ.λ. του Π. Π. Γερμανού από το χωριό Δροβολοβό Καλαβρύτων.

Δεν γνωρίζω αν πείσθηκαν ή όχι.

Επανέρχομαι σήμερα και για ενίσχυση της αλήθειας η οποία συμπιέζεται από αδαείς, παρουσιάζω σχετικό απόκομμα από το βιβλίο του Πανεπιστημιακού καθηγητή Αθ. Θ. Φωτόπουλου, «Ιστορικά Αροανίας (Σοποτού) Καλαβρύτων» – Αθήναι 1969, το οποίο αναφέρεται στο θέμα αυτό.

Ελπίζω να μην τον αμφισβητήσουν!

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Ιστορία | Tagged , | Σχολιάστε

Γκερμπεσαίοι κατά του Ντελήμπαση, στις 9 Ιουνίου 1824.

Σε έγγραφο του επάρχου Γαστούνης Ανδρέα Καλαμογδάρτη*, στις 14 Ιουνίου του 1824 προς την Διοίκηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων και τα εξής:

«… . Εις δε τας 9 του ιδίου μηνός επήγεν πάλιν ο ίδιος Ντελήμπασης**  με διακοσίους εφίππους, και άλλους πεζούς εις την ειρημένην Μαύρην Μύτην, έχοντας και δύο λατζόνια εις το παράλιον και μη ευρίσκοντες κανένα Έλληνα, επήγαν εις το χωρίον Καραβοστάσι, επυρπόλησαν εν μαγαζί, και εν οσπήτιον, κατακαίοντες και όλα τα θερισμένα γεννήματα των Ζουμπαταίων, έπειτα ηκολούθησαν τον δρόμον των μέσα Μαύρων Βουνών, πλην εκεί ευρήκαν τους Γκερμπεσαίους, και τους αντιστάθησαν, εμποδίζοντας κάθε φθοράν, όμως ούτε από το εν μέρος ούτε από το άλλο φόνος δεν έγινε. Αυτήν την πληροφορίαν έλαβον, την οποίαν γνωστοποιώ κατά το απαραίτητόν μοι χρέος δια της παρούσης ταπεινής μου αναφοράς…».

Το έγγραφο περιέχει και άλλες λεπτομέρειες για την αντίσταση σ’ αυτούς κατά την 6η Ιουνίου 1824, του Δημητρίου Νενέκου όστις ήτο σ’ αυτά τα μέρη με 15 μόνο στρατιώτες, καθώς και άλλων Ζουμπαταίων οι οποίοι είτε φονεύθηκαν είτε πληγώθηκαν.

Μέρος του εγγράφου αυτού, όπως το παρουσιάζει ο Τριανατφύλλου στο «Λεξικό» επικαλούμενος τον Κ. Κοτσώνη, έχει αναφερθεί στο παρόν blog στο παρελθόν.

Η σημερινή αναφορά του γίνεται διότι έχει βρεθεί το πρωτότυπο, στα Γ.Α.Κ.

—————————————–

*Εκ Πατρών, γόνος οικογενείας προυχόντων, διορίστηκε Έπαρχος της Γαστούνης στις αρχές του 1822.

**ντελής στα τουρκικά = τρελός.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Καλαβρυτινών βίος…

Παραστατική αφήγηση… από το βιβλίο του εκ Βερσιτσίου Καλαβρύτων Νώντα Περ. Σακελλαρόπουλου: Μνήμη Καλαβρυτινών- Ιστορία και δράση του συλλόγου των εν Πάτραις Καλαβρυτινών (1873-1986) – «Έκδοση του Συλλόγου» – Πάτραι 1986.

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Σύσταση Σχολείου, Δάσκαλοι και άλλα σχετικά, στο δήμο Φαρών (Χαλανδρίτσα) τα έτη 1837-1843. Ονοματεπώνυμα κατοίκων.

 

Στις 8 Φεβρουαρίου 1837 η Γραμματεία των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως ενημερώνει τον Διοικητή Αχαΐας ότι πρέπει να ενεργήσει ώστε να βρεθεί το αναγκαίο κατάστημα και ο εξοπλισμός του ως σχολείου, ώστε να γίνει και ο διορισμός δημοδιδασκάλου, στο δήμο Φαρών[1] και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα αυτού Χαλανδρίτσα.

Στις 8 Μαρτίου 1838 ο Δήμαρχος Φαρών Α. Σπηλιοτόπουλος, έγραφε από την Χαλανδρίτσα προς την Διοίκηση Αχαΐας: «αρ. 145 … Εις απάντησιν της υπ’ αριθ. 731 τη 4 τρέχοντος διαταγής της, σπεύδομεν να αναφέρωμεν τα ακόλουθα. 1. Ο αριθμός των κατοίκων του Δήμου τούτου αναβαίνει εις ψυχάς έγγιστα 1950. 2. Η διαγωγή των είναι ήσυχος και η κατάστασή των είναι σήμερον πολλά ολίγη ώστε εις το πλείστον μέρος μόλις εξοικονομεί τα προς το ζην είναι δε και όλοι αγράμματοι. 3. Ο αριθμός των παίδων όπου θέλει φοιτώσιν εις το Σχολείον υπάρχουν περίπου των 100. 4. Διδιδακτήριον δεν υπάρχει εις τον Δήμον  εκτός μιας περιττής εκκλησίας δια της οποίας αναφέρθημεν. 5. Χωρεί μαθητάς δια τα μαθητεύοντα περίπου των 150. 6. Τα γραφεία και τα θρανία δεν είναι έτοιμα, πλην το προς επισκευήν αυτών είναι έτοιμο και με την έλευσιν του διδασκάλου θέλει γίνουν, δια να δώση το σχέδιον. 7. Ο κτήτωρ της ρηθείσης εκκλησίας καθώς και πότε εκτίσθη είναι άγνωστον, διότι είναι πολλά παλαιά. 8 Βιβλία και αβακία δεν υπάρχουν διότι εις τον δήμον τούτον δεν υπήρξε κανενός είδους σχολείον. 9. Πόρον ο δήμος ούτος δεν έχει ουδένα εκτός των 300 δραχμών όπου ηγοράσθη η ύλη δια την επισκευήν της εκκλησίας εις Σχολείον, τας οποίας αναφέρει ο προϋπολογισμός του 1837. 10. Ο Δήμος ούτος δεν δύναται να πληρώση καθότι είναι πτωχός ως αναφέρω εις το άρθρον 2, εκτός μερικών όπου δύνανται να πληρώσουν δια το μηνιαίο δίδακτρο λ. 20. 11. Σχολείον ποτέ δεν υπήρξε δια τούτο ούτε επιτροπή αυτού. 12. Δια κατοικίαν του διδασκάλου εφρόντισε ώστε να μείνη ευχαριστημένος. Ταύτα εις απάντησιν και υποσημειούμαι ευσεβάστως./ Ευπειθέστατος ο Δήμαρχος Φαρών/ Α. Σπηλιοτόπουλος».

Στις 11 Μαρτίου 1838 ο Διοικητής Αχαΐας ενημερώνει τη Γραμματεία αυτή ότι προκειμένου να συσταθεί σχολείο στο δήμο Φαρών η Δημοτική Αρχή προτίθεται να μεταποιήσει  μια περιττή εκκλησία στην πρωτεύουσα του δήμου [Χαλανδρίτσα] η οποία θα χρησιμοποιηθεί ως διδακτήριο. Παράλληλα ζητεί τον διορισμό δασκάλου.

Στις 14 Απριλίου 1838, ο δήμαρχος Φαρών Σπηλιοτόπουλος, στο με αρ. 163 έγγραφό του από την Χαλανδρίτσα προς την Διοίκηση Αχαΐας έγραφε ότι η εκκλησία επισκευάστηκε για να χρησιμεύσει ως σχολείο και παρακαλεί να γίνει διορισμός δασκάλου. Προτείνει δε τον υποδιδάσκαλο της αλληλοδιδακτικής σχολής Πατρών Δημήτριο Πορφυρόπουλο για το σχολείο του δήμου Φαρών. Επαναλαμβάνει την έλλειψη βιβλίων κ.λ. και παρακαλεί αν εγκριθεί η χορήγηση αυτών να δοθούν στον κ. Σπυρίδωνα Συνοδινό «διατρίβοντα εις Αθήνας», τον οποίον όρισαν ως πληρεξούσιον του δήμου.

Η αναφορά αυτή διαβιβάστηκε στην επί των Εκκλησιαστικών Γραμματεία στις 15 Απριλίου 1838, από τον Διοικητή Αχαΐας.

Στις 29 Απριλίου απαντάει η Γραμματεία στον Διοικητή ότι ο Δ. Πορφυρόπουλος θα διορισθεί στο Δημοτ. Σχολείο Χαλκίδος, εις δε τον δήμο Φαρών θα διορισθεί άλλος.

Φαίνεται λοιπόν ότι με κάποιο τρόπο από τη Διοίκηση, χωρίς να γνωρίζει η Γραμματεία, είχε διορισθεί δάσκαλος στο δήμο Φαρών ο Σ. Βρετός, ο οποίος μάλιστα ζητούσε και μετάθεση. Η Γραμματεία στις 29 Απριλίου 1839, ζητούσε να πληροφορηθεί από τον Διοικητή Αχαΐας, πότε ο Σ. Βρετός διορίστηκε, ποιός τον  μισθοδοτούσε και γιατί ζητεί μετάθεση.

Στις 28 Μαΐου 1839 ο δημοδιδάσκαλος Σ. Βρετός  σε έγγραφό του προς την Διοίκηση Αχαΐας διαμαρτύρεται  γιατί έχει αδικηθεί με βάση τα προσόντα του και ότι μετακινείται συχνά και τώρα είναι άνεργος. Έτσι ο Διοικητής Αχαΐας στις 31 Αυγούστου 1839 τον προτείνει προς την Γραμματεία, για δάσκαλο στο δήμο Φαρών, αναφέροντας επί πλέον ότι τη μισθοδοσία του την αναλαμβάνει το δημοτικό Ταμείο. Η Γραμματεία στις 8 Σεπτεμβρίου 1839 ζητεί από την Διοίκηση Αχαΐας να της υποβάλλει τα σχετικά με τον διορισμό έγγραφα.

Στις 30 Μαρτίου 1841 εγκρίνεται από το υπουργείο ο διορισμός του δημοδιδασκάλου Β΄ τάξεως Σπ. Βρετού στο δημοτικό σχολείο Φαραίων, με μισθό 80 δρχ. κατά μήνα, πληρωτέον εκ του Δημοτικού Ταμείου.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1842, η Γραμματεία των Εκκλησιαστικών κ.λ. επιπλήττει τον δάσκαλο Βρετό διότι από έγγραφα που της κοινοποιήθηκαν, παραμελούσε το σχολείο του, το εγκατέλειπε πολλάκις άνευ αδείας και ησχολείτο με φατριαστικάς πράξεις, καταφερόμενος κατά του δημάρχου Φαρών. Τον καλεί να περιορισθεί στα διδασκαλικά του καθήκοντα. Είχε προηγηθεί πολυσέλιδη αναφορά του δημάρχου Φαρών Α. Σπηλιοτόπουλου, από Χαλανδρίτσα, με ημερομηνία 7 Σεπτ. 1842, προς την Διοίκηση Αχαΐας, στην οποία λεπτομερώς περιγράφονταν τα παραπάνω σχετικά με τον δάσκαλο.

Ο δάσκαλος στις 14 Οκτωβρίου 1842, με αναφορά του προς την επί των Εκκλησιαστικών κ.λ. Γραμματεία, αντικρούει όλα αυτά, αναφέρει ότι βρήκε το διδακτήριο εντελώς άδειο από εξοπλισμό, μεριμνώντας για την συμπλήρωσή του, ότι ο δήμαρχος συνηθίζει να ανοίγει την αλληλογραφία του την εξερχόμενη και εισερχόμενη, ότι εκτελεί επιμελώς τα καθήκοντά του όπως και πολλοί από τους  γονείς (περί τους 70) των παιδιών που φοιτούν στο σχολείο βεβαιώνουν[2] στις 26 Ιουνίου 1842 και ότι του χρεωστούνται οι μισθοί του. Σε ότι αφορά τις συντεταγμένες αναφορές κατά του Δημάρχου, για τις οποίες τον κατηγορούν, αυτές του τις πήγε ο Ιωάννης Σταϊκόπουλος για να τις διορθώσει, όπερ και έκανε επιστρέφοντάς τες στον αποστολέα. Επί πλέον ζητεί να μετατεθεί αλλού.

Στις 31 Μαΐου 1843 επαύθη των καθηκόντων του ο Σ. Βρετός, λόγω νοσήματός του το οποίο τον κατέστησε ανίκανο να εκτελεί τα διδασκαλικά του καθήκοντα. Εκλήθη να παραδώσει το σχολείο του στην αρμόδια Επιθεωρητική Επιτροπή. Την νόσον «περιοδική μανία» ήτις προ δύο ετών είχε καταλάβει τον δάσκαλο, ανήγγειλε προς τον Διοικητή Αχαΐας στις 16 Μαΐου 1843 ο δήμαρχος Φαρών Α. Σπηλιοτόπουλος. Ο δε Διοικητής ενημέρωσε το υπουργείο στις 18 Μαΐου 1843.

Στη συνέχεια στις 24 Ιουνίου 1843 μετατέθηκε προσωρινά, στην εκκενωθείσα θέση του δημοτ. Σχολείου Φαρών, ο δημοδιδάσκαλος Β΄ τάξεως Π. Γεωργιάδης υπηρετών εις Ακράτα, με μισθό 80 δρχ. Δεν παρουσιάστηκε όμως ζητήσας άδεια και σε αντικατάσταση αυτού μετατέθηκε ο Ευθύμιος Σπυράκης εκ του δημοτ. Σχολείου Πάρνωνος (Μαντινείας), με μηνιαίο μισθό 80 δρχ.

———————————————————————————

[1] Ο δήμος Φαρών  σχηματίστηκε με το Β.Δ. Της 8Ης (20) Απριλίου 1835 ως δήμος της επαρχίας Πατρών με πληθυσμό 1680 κατοίκους και έδρα τη Χαλανδρίτσα. Το δήμο αρχικά απαρτίσανε: Φαραί, Χαλανδρίτσα, Ίσαρι, Π΄ρεβεδος, Μιτόπολη, Πειστέρα, Τόσκεσι, Αστέρι, Κούμανι, Καλούσι και Βουλιότη, Τρούσι, Ζώγα, Βούμπα, Αγ. Νικόλαος, Κάνδαλος, Βραγκάδα, Λυσσαριά, Μέντζαινα, Μπαρδικώστα, Βομπιώτου και Ομπλού. Μετά προσαρτήστηκαν ο δήμος Νεζερών και ο δήμος Παναχαιών και το 1841 ο δήμος Νεζερών και μέρος του δήμου Παναχαιών συγχωνεύθηκαν στο δήμο αυτό.

[2] Μερικές από τις αναγνώσιμες υπογραφές του πιστοποιητικού: Β. Κανελόπουλος, Αναστάσιος Ιερεύς, Γεώργιος ιερεύς, Ο Ηγούμενος μονής Ομπλού Γρηγόριος, ο Ηγούμενος Πορφύριος μονής Μπαμπιώτου, Ανανίας ιερομόναχος, Ασημάκης ιερεύς μέλος της Επιθεωρητικής Επιτροπής, Ν. Παπαθανασόπουλος μέλος της Επιθεωρ. Επιτροπής, Αντώνης Δ. Αντωνόπουλος, Γιάννης Μελισαρόπουλος, Κωνσταντής Σμυρίλιος, Ιωάννης Σταϊκόπουλος, Χρήστος Μαυραδόπουλος, Γιώργης Στούλτης[;], Χρύσανθος ιερεύς, Ναθαναήλ ιερομόναχος, Γερμανός ιερομόναχος, Ζώης Ανδρεόπουλος, Δημήτρης Μούλτος [Μπούλτος;], Αντιπ. Παπαδόπουλος, Πανάγος Πετριχιάνος, Γιώργης Νεράγκαθος, Γ. Νικολόπουλος, Ιωάννης Παπαδόπουλος, Ευστάθιος Φουρκόπουλος[;], Κώστας Ρουμελιώτης, Αγγελής Πολυχρονίου, Ανδρέας Τζεγγενές, Αθανάσιος Παπαναστασόπουλος, Αποστόλης Παπαθανασόπουλος, Ανδρίκος Παπαναστασόπουλος,  Κωνσταντίνος ιερεύς, Γιαννάκης Κανελλόπουλος πάρεδρος, Κανελής Γιαννακόπουλος,  Ρήγας Γιαννόπουλος, Δημητράκης Κανελακόπουλος, Παναγιώτης Κολεντινόπουλος, Παναγιώτης Σουβαλιώτης, Θανάσης Ανδρουτζόπουλος, Αργύρης Θανασόπουλος, Χρήστος Κόλιας, Αγγελής Μηλόπουλος, Γιωργάκης Καρίμης, Θεοδωράκης Στάμος, Δημήτρης Φίλης[;], Αποστόλης Μπαρδούτσος, Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, Γεώργιος ιερεύς, Γεώργιος Παντελόπουλος, Πανάγος Τρίφας, Θεοδωρής Ροδόπουλος, Δ. Ανδριόπουλος, Χ. Πριλόπουλος, Πανάγος Πίστικας, Παύλος Παπα Ανδρίκου, Θεοδωρής Πολίτης κ. α.

Θ. Τζώρτζης.

(Πηγή: Γ.Α.Κ.).

(Το κείμενο υπόκειται στην περί πνευματικών δικαιωμάτων νομοθεσία).

Posted in Ιστορία | Tagged , , | Σχολιάστε

ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΟ ΕΤΟς 1893.



Θ. Τζώρτζης.

 

Posted in Ιστορία | Tagged , | Σχολιάστε

Το «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων» στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Σήμερα παρέδωσα δωρεάν και εκτός της διαδικασίας της ανταλλαγής, η οποία μου προτάθηκε, το «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων» στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ύστερα από σχετικό αίτημά του.

Είναι τιμητικό για εμένα να βρίσκεται το έργο μου εκεί όπου εργάζονται σημαντικοί ερευνητές και αξιόλογοι Έλληνες και ξένοι εργάτες του πνεύματος.

Ευχαριστώ πολύ και το Ε.Ι.Ε, αλλά και όλους όσους τιμούν το έργο μου.

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Ειδήσεις | Tagged | Σχολιάστε

Τα ορφανά του στρατηγού Καραϊσκάκη, ζητούν βοήθεια.

Στη συνέχεια προυσιάζω δύο έγγραφα των παιδιών του Καραϊσκάκη.

Α.

«Αδελφέ κυρ Μήτρο.

Ελάβαμε το γράμμα σας εχάρην την υγείαν σας εμείς υγιαίνομεν. Είδαμε και τα όσα μας γρέφεις ότι η Κυβέρνησις έως τώρα δεν σας έκαμεν καμίαν εξοικονόμησιν δια να μας προφθάσετε, τώρα όμως εμάθαμε τον ερχομόν του Κυβερνήτου, και ελπίζωμεν ότι θέλει μας προφθάσουν, λάβετε λοιπόν και το έσωθεν και εγχειρίστε το εις την εξοχότη του και θέλει τον πληροφορήσετε δια την κατάστασίν μας οπού να μας προφθάση.  Αδελφέ μην αμελείτε ότι ηξεύρατε εις τι δυστυχίαν μας αφήσατε. Περισσότερα δεν σας γράφω παρά προσπαθείστε όσον τάχιστα, μένομεν.

τη 14 Ιανουαρίου 1828. Κάλαμος.

αδελφή σου Νίτζα.».

 Στο περιθώριο δια πλαγίας γραφής είναι γραμμένα τα εξής:

«Ο Σπύρος σας ασπάζεται και […] ομοίως και […] σας».

 «Η μητέρα σας εύχεται πατρικώς ο Κατάμπης[;] σε προσκυνεί».

 Τον Μήτρον Αγραφιώτη και μπαρμπακά μας και κύρο[;] χαιρετούμεν».

Β.

«Προς τον εξοχώτατον Κυβερνήτην της Ελλάδος.

Εξοχώτατε Κυβερνήτα.

Ο ερχομός σας εις την Ελλάδα μας έδωσεν μεγάλην εμψύχωσιν, διότι έφθασεν ο πατέρας των ορφανών παιδίων. Μάλιστα και πρωτύτερα από τρεις μήνας είχαμε γράψει προς την Σ. Κυβέρνησιν δια να προφθάση τα ανήλικα παιδιά του μακαρίτου Καραϊσκάκη, και εστείλαμε επί τούτου τον εξάδελφόν μας κο Μήτρο Σκυλοδήμο, και έως τώρα καμίαν εξοικονόμησιν δεν είδαμε. Τώρα όμως προσφέρωμεν το σέβας προς τον Σεβαστόν πατέρα μας οπού να μας κάμη την ανήκουσαν οικονοίαν και εμάς καθώς και ελπίζωμεν ότι τω όντι θέλει είσθε πατήρ μας, και παρακαλούμε όσον τάχιστα να μας προφθάσετε, ότι είμεθα εις αθλίαν κατάστασιν καθ’ ότι βεβαιούσθε και από όλους τους πατριώτας εις τι κατάστασιν ευρισκόμεθα. Μένομεν με όλον το ανήκον σέβας.

τη 14 Ιανουαρίου 1828

Κάλαμος

τα ανήλικα τέκνα σας του ποτέ Καραϊσκάκη

Νίτζα και Πενελόπη και Σπύρος».

Πηγή: Γ.Α.Κ.

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τα Καλάβρυτα έχουν το δικό τους…. «Παρθενώνα».

Πηγή: Το βιβλίο του Χ. Γ. Ευαγγελάτου Αγία Λαύρα. Ιστορία της Μονής 961-1961. Β΄ έκδοση [1963;].
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Πελοποννησιακά στρατεύματα τον Δεκέμβρη του 1825.

Πηγή: Γ.Α.Κ.

(Τα σβησμένα ονόματα είναι από εμένα. Το λόγο τον γνωριζει ο … επιδιδόμενος στην κλοπή πνευματικού ιδρώτα του άλλου…).

Α. Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ληστές το 1829 από το Τουρκοχώρι και την Προστοβίτσα.

Καταθέσεις ληστών στην Διοίκηση Π. Πατρών το 1829,

από Τουρκοχώρι και Προστοβίτσα.

 

(Η φωτογρ. είναι από το διαδίκτυο).

 

1.

Πως ονομάζεσαι;

Αναστάσης Μαντουσόπουλος [Μαντζοπόπουλος;].

Πόθεν είσαι;

Από Προστοβίτσα.

Πόσων χρονών είσαι;

28 χρονών.

Είσαι υπανδρευμένος;

Μάλιστα.

Τι επιχείρησιν έχεις;

Ζευγολάτης.

Διατί εκατάντησες να κάμης τον κλέπτην;

Από την πτωχείαν μου.

Δεν σε επανόβαλεν κανενας άλλος να κάμης αυτό το αισχρόν έργον;

Όχι. Εγώ και οι συντροφοί μου από απελπισίαν, πτωχίας, μόνοι μας το απεφασίσαμεν και επιστρέψαμεν από την Ρούμελην οπού είμεθα εις το στράτευμα του Πληρεξουσίου και εκάμαμεν τον κλέπτην.

Μόνος σου απέρασες ή είχες και συντρόφους;

Είμεθα ένδεκα, οι πέντες Ρουμελιώτες και οι εξ Μωραΐτες.

Τι έγιναν οι άλλοι τώρα;

Οι Ρουμελιώται και οι δύο Μωραΐται έφυγαν, πλην δεν ξέρω που επήγαν.

Πόσος καιρός είναι οπού αρχίσατε την ληστείαν;

Δύο μήνας.

Ειπέ εις τι μέρος εγδύσατε ανθρώπους.

Εγδύσαμεν εις την Κάπελη τον Τραμπαδόρον και άλλον έναν Διβριώτην, του πρώτου του επήραμε καμίαν εκατοστή γρόσια και του άλλου διάφοραις πραγματείαις, εγδύσαμεν και εις την Κούλουρην έναν Κεφαλωνίτην, του επήραμε το μουλάρι του φορτωμενο αλεύρι και δύο τζοπάνηδες των οποίων επηραμεν τα τουφέκια και πιστόλας, εγδύσαμεν τον Σάββαν τον Λεχαινίτην και του επήραμεν διάφοραις παραμματείαις.

Δεν εγδύσατε άλλον;

Όχι.

Πού εβάλατε τα αρπαχθέντα πράγματα;

Τα εμοιράσαμεν και από το μερτικό ημών των τεσσάρων, το μεν πράγμα εκάστου εκεί οπού το εκρύψαμεν, τα γρόσια ήτον ολίγα και τα εφάγαμεν, τα δε φορέματα τα εφορέσαμεν και εχάλασαν.

Ενώ εκάμνετε τους κλέπτας, πού είχατε τόπον και επηγαίνετε δια την τροφήν σας και ό,τι άλλο σας εχρειάζετο;

Πάντοτε εις τον λόγγον εστεκόμαστε, αλεύρι είχαμε του Κεφαλωνίτη και εζυμώναμε και ετρώγαμε.

Οι άνθρωποι οπού εκλέψατε ζητούν τα πράγματά τους, λοιπόν πως θα κάμετε να τα πληρώσετε;

Ομολογώ ότι τρόπον δεν έχω και κάμε ότι ορίζεις.

Ηξεύρεις ότι εκτός την πληρωμήν οι νόμοι κατατρέχουν τους κλέπτας;

Το ηξεύρω και δια τούτο ζητώ συγχώρησιν από την ευσπλαχνίαν του Κυβερνήτου και υπόσχομαι εις το εξής να ζήσω ως καλός πολίτης.

 Αυτήν την υπόσχεσιν όπου δίδεις την δίδεις με ειλικρίνειαν και αλήθειαν ή μη ζητείς να απατήσης την Κυβέρνησιν;

Ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, ότι την αλήθειαν υπόσχομαι.

Ηξεύρεις γράμματα;

Δεν ηξεύρω αλλ’ ομολογώ εκ δευτέρου έμπροσθεν του […] τούτου ότι είπα την αλήθειαν και ελικρινώς υποσχέθην.

Πάτρα 1829 Αυγούστου 14.

Γιώργος Σπαής μαρτυρώ/ Παπαδημάκης μαρτυρώ/ Στέριος Φύκας μαρτυρώ/ ότι ίσον των πρωτοτύπω….».

2.

Πως ονομάζεσαι;

Παναγιώτης Κούτρας.

Πόθεν είσαι;

Από Τουρκοχώρι.

Πόσων χρονών είσαι;

Δεν ηξεύρω (είναι νέος).

Είσαι υπανδρευμένος;

Όχι.

Τι επιχείρησιν έχεις;

Ήμουν στρατιώτης, κάμω και άλλοτε τον τζοπάνην ή και ζευγάρη.

Διατί εκατάντησες να κάμης τον ληστήν;

Διότι είχα και εγώ κάποια μικράν κατάστασιν και πρόβατα, γίδια, βόϊδια και άλλα και με τα άρπασαν με αβανιάν, μεταξύ των άλλων ήσαν, Δημήτριος, Θάνος, Κουμανιώται.

Δεν σε επανόβαλε κανένας άλλος να κάμης αυτό το αισχρόν έργον;

Όχι. Εγώ εσχάτως ευρισκόμενος εις το ορδί του πληρεξουσίου, επειδή είπεν ότι ανθρώπους νεοσυλλέκτους  δεν χρειάζεται πλέον, μας έκοψαν το ταΐνι, εστραβώθηκα πλέον και απέρασα εις τον Μωρέα να κάμω τον κλέπτην.

 Μόνος σου απέρασες ή είχες και συντρόφους;

Είμεθα ένδεκα. Ημείς τέσσαροι και πέντε Ρουμελιώται, τους οποίους δεν γνωρίζω. Ήτον και δύο Μαωραΐτες ο ένας Νιολής Τζουγκόπουλος[;] από τ’ Αντρώνι της Γαστούνης και τον άλλον από Δράπανο, της επαρχίας ταύτης.

Τι έγιναν αυτοί;

Οι Ρουμελιώται έφυγαν και επήγαν τον δρόμον της Βοστίτζας πλην δεν ηξεύρω που επήγαν. Οι δύο Μωραΐται έφυγαν και αυτοί προς το ίδιον μέρος, αλλά ούτε αυτούς δεν ηξεύρω που επήγαν.

Πόσος καιρός ήταν οπού αρχίσατε την ληστείαν;

Έως δύο μήνες.

Ειπέ που και που εγδύσατε ανθρώπους;

Δύο ανθρώπους εγδύσαμεν εις την Κάπελην, τον Δημ. Τραμπαδώρον Διβριώτην, και άλλον έναν Διβριώτην τον οποίον δεν γνωρίζω, επήραμε του Τραμπαδώρου οκτώ  ρουμπιέδες δύο τάλληρα κολονάτα, δύο γάντζους ασημένιους, το ζουνάρι του και το γελέκο του και ένα ασημένιο χαϊμαλί. Του άλλου Διβριώτου διάφοραις πραγματείαις οπού είχε επάνω εις το μουλάρι του, καθώς μανδήλα, φέσια και άλλα διάφορα πράγματα επειδή ενθυμούμαι και δύο τάλληρα. Εγδύσαμε και έναν φράγκο επτανησιώτη, του επήραμεν το μουλάρι του φορτωμένο αλεύρι [… 3. λ.]. Εγδύσαμε και άλλους δύο  εις το ίδιον μέρος, ήτον τζοπάνηδες Γερμοτσανίτες, τους επήραμε δύο παλαιά τουφέκια δύο πιστόλες, ένα μαχαίρι, δύο γάντζους, εγδύσαμε και τον Λεχαινίτην, οπού στοχάζομαι τον λέγουν Σάββαν, του επήραμεν διάφοραις πραγματείαις […. 6 λ.] τα οποία δεν ενθυμούμαι. Με τον Λεχαινίτην ήτον και άλλοι δύο, ο ένας σύντροφός του, ο άλλος ένας ήταν αρβανίτης του οποίου επήραμε τριάντα γρόσια και δύο γάντζους.

Δεν εγδύσατε άλλον κανένα;

Όχι.

Που εβάλατε τα αρπαχθέντα πράγματα;

Τα γρόσια τα εμοιράσθημεν και τα εφάγαμε, το πράγμα των πραματευτάδων το εμοιράσαμε και τούτο, όμως το μερίδιόν μας το οποίον το εβάλαμεν εις ένα κρυψιώνα[;] επάνω, τα ρούχα τα εμοιράσθημεν και τα εφορέσαμεν.

Επειδή και λέγεις ότι δεν σε εσυμβούλευσε κανένας να κάμης το κακόν, πρέπει λοιπόν να πληρώσης μόνος σου αυτήν την κλεψιάν την οποίαν γυρεύουν οι κλαπέντες.

Το κακόν το ομολογώ πως το έκαμα μόνος μου, πλην γρόσια ομολογώ ότι δεν έχω να πληρώσω και κάμε ότι ορίζεις.

Ηξεύρεις ότι εκτός της πληρωμής οι νόμοι κατατρέχουν όσους κάμνουν παρομοίας κακουργίας;

Το ηξεύρω και αποκρίνομαι ότι όσον δια την πληρωμήν αν βοηθηθώ θέλει πληρώσω, όσον δια το έγκλημά μου, το οποίον ομολογώ ζητώ συγχώρησιν από τον Σ. Κυβερνήτην μας και υπόσχομαι εις το εξής να ζήσω ως καλός πολίτης και με τον ιδρώτα του προσώπου μου.

Αυτήν την υπόσχεσιν όπου δίδεις, την δίδεις με ειλικρίνειαν και αλήθειαν, ή μην ζητάς να απατήσης την Σ. Κυβέρνησιν;

Ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας Τριάδος ότι την αλήθειαν υπόσχομαι.

Ηξεύρεις γράμματα;

Δεν ηξεύρω, αλλ’ ομολογώ ε δευτέρου έμπροσθεν του Προσ. τούτου Διοικητηρίου, ότι είπα όλην την αλήθειαν και ειλικρινώς υποσχέθην./

1829 Π. Πάτρα. 14 Αυγούστου.

 [οι ίδιοι, όπως στην προηγούμενη κατέθεση, μάρτυρες]

 Ίσον των πρωτοτύπω/….».

Ακολουθούν και ανακρίσεις και καταθέσεις δύο ακόμη ατόμων, με τις ίδιες ερωτήσεις:

Του Ανδρέα Κουτρόπουλου, ετών 23, ανύπαντρου, τσοπάνη από το Τουρκοχώρι. και

του Στάθη Καραγεωργόπουλου, ετών 18, ανύπαντρου, τσοπάνη από το Τουρκοχώρι.

Πηγή: Γ.Α.Κ.

(Το παραπάνω κείμενο, υπόκειται στην περί πνευματικής ιδιοκτησίας, νομοθεσία).

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ένας Ιρλανδός Φιλέλληνας προτρέπει τους Έλληνες να πολεμήσουν για την Ελλάδα.

 

 

 

(Η φωτογρ. είναι από το διαδίκτυο).

Διακήρυξη του Ρίτσαρντ Τσούρτς προς τους Έλληνες.

Σημείωση: ο Ρ. Τσούρτς (έτσι αναφέρεται σε όλα σχεδόν τα έγγραφα της Ελληνικής Επανάστασης, ενώ προφέρεται και Τσώρτς, ή Τζούρτζ ή Τζούρτς, ακόμα και Τσώρτσης, Τζώρτζης κ.λ.) ήταν Ιρλανδός Φιλέλληνας στρατιωτικός (1779 – Αθήνα 1873) όστις μετά  την Αγγλία μετέβη στη Σικελία και στη συνέχεια είχε συστήσει στα Ιόνια νησιά στρατιωτικό σώμα από Έλληνες για λογαριασμό των Βρετανών. Πολέμησε στην Ισπανία και αλλού και το 1827 τον κάλεσαν οι Έλληνες και την ημέρα του Πάσχα στις 15 Απριλίου 1827 ορκίστηκε και ορίστηκε αρχιστράτηγος. Στη συνέχεια κατέλαβε και άλλα αξιώματα στην Ελλάδα.  Δεν ήτο όμως ικανότερος ούτε τολμηρότερος ουδέ και ικανότερος στρατηγός, παρά τη φήμη, την εμπειρία και τις περγαμηνές του από τους μέχρι εκείνη τη στιγμή ανώτατους στρατιωτικούς της Ελλάδος.

Για την ιστορία να αναφέρω, ότι υπάρχουν γράμματά του από τα οποία προκύπτει, ότι πέρασε από τα Νεζεροχώρια (Κάλανο, Πλάτανο κ.λ.), από την Προστοβίτσα, από τα χωριά του Αράξου και από άλλα μέρη της επαρχίας Καλαβρύτων και Πατρών ως Αρχιστράτηγος.

Το παρακάτω κείμενό του είναι ενδιαφέρον και παρακαλώ να το διαβάσετε. Είναι η προτροπή ενός ξένου προς τους Έλληνες να πολεμήσουν για την ελευθερία της πατρίδος τους. Τότε βέβαια το 1827 το θέμα της απελευθέρωσης είχε ήδη κριθεί, όχι βέβαια από τον Τσούρτς.

«Προς άπαντας τους πολεμικούς και λοιπούς Έλληνας

τους κατοικούντας την Δυτικήν Ελλάδα.

Αι τωριναί της πατρίδος περιστάσεις, χάρις εις την θείαν πρόνοιαν, ην αι καλύτεραι παρ’ άλλοτε ποτέ. Όθεν από σας τους ιδίους κρέμαται ή να ελευθερωθήτε, ή να μείνετε σκλάβοι των Τούρκων με μεγάλην ατιμίαν. Τρέξατε λοιπόν να φανήτε άξιοι της ενδόξου ελευθερίας, την οποίαν τόσοι ανδρείοι και ενάρετοι  συμπατριώται σας ηγόρασαν με το αίμα των. Τα συμβάντα έως τώρα πολεμικά και πολιτικά σας έγιναν πλέον γνωστά. Δράξατε τα όπλα και τρέξετε να πιάσητε τας θέσεις εκείνας, από τας οποίας ημπορείτε να προφυλάξητε τους τόπους σας, τα πράγματά σας, υποστατικά και ζωντανά σας, και έσεσθε βέβαιοι ότι θέλω σας βοηθήσει με όλους τους τρόπους να κερδίσητε την ελευθερία σας. Μην χάνετε την καλήν ταύτην ευκαιρίαν, μην υποφέρετε να είσθε δούλοι εις τον τόπον οπού έπρεπε να τον εξουσιάζητε μόνοι σας. Δράξατε λοιπόν όσον το ογρηγορώτερον και όλοι. Διακηρύσσω προς πάντας, ότι λησμονώ όλα τα περασμένα, αναγνωρίζω ως πατριώτας όλους τους Έλληνας, όσοι ενωθούν εις αυτήν την στιγμήν με τις σημαίες της πατρίδος. Θέλω προστατεύσει και προφυλάξει τα υπάρχοντα όλων, δεν θέλω συγχωρήσει εις κανέναν να αρπάση το παραμικρόν, εκτός εκείνων  (οι [οποίοι] θα φανούν τοσούτον διεστραμένοι) όσοι μείνουν με τον εχθρόν ύστερα από αυτήν την προκήρυξιν. Εις τον ίδιον καιρόν σας συσταίνω τους Αρβανίτες, όσοι πιασθούν αιχμάλωτοι, να τους μεταχειρισθήτε με όλην την φιλανθρωπίαν, θέλει λαμβάνει αρκετήν αμοιβήν, μπαξίσι εκείνος οπού φυλάσσει την ζωήν των αιχμαλώτων. Εις τα όπλα λοιπόν πολεμισταί Έλληνες όσοι κατοικείτε εις τα ωραία ταύτα μέρη, αυτοί οι τόποι ήν ιδικοί σας. Εις το χέρι σας είναι να αποφασίσετε αν πρέπει να τρώτε το πικρό ψωμί της σκλαβιάς βρεγμένον με τα δάκρυά σας, ή αν πρέπει να απολαμβάνητε μ’ αφθονίαν τα κάλη της ελευθερίας.

Εκ του Αρχιστρατηγείου.

Δραγαμέστου τη 26 Νοεμβρίου 1827

Ο Αρχιστράτηγος

[υπογραφή]

(R. Church)»

Πηγή: Γ.Α.Κ.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Δύο σπάνια έγγραφα για την Αθήνα, την Ακρόπολη και τα γεγονότα στο φρούριο αυτής το 1827.

Δύο ελευθερωθείσες εκ την αιχμαλωσίας των Τούρκων, Ελληνίδες, περιγράφουν γεγονότα του καλοκαιριού του 1827 στην Αθήνα, μιλούν για την παράδοση της Ακρόπολης, για προσκυνημένα χωριά της Αττικής και για τις τουρκικές δυνάμεις στην περιοχή. Από το κείμενο που ακολουθεί προκύπτουν πολλές πληροφορίες.

«Εξέτασις δύο γυναικών αι οποίαι έφυγον από τας  Αθήνας και ευρέθησαν εις Ελευσίνα τη  6 Ιουλίου 1827, καθ’ ην ημέραν ο Αρχιστράτηγος έφθασεν εκεί.

Ερώτηση: πώς ονομάζεσθε και πόθεν είσθε;

Απάντηση: Σάβενα Δερμετζή Αθηναία και Παγώνα Κατζίνα Λιβαδίτισσα.

Ερ.: Πότε ηχμαλωτίσθητες;

Απ.: Είμεθα από τας εικοσιπέντε δυστυχείς οικογενείας τας οποίας η φρουρά της Ακροπόλεως των Αθηνών άφησεν εναντίον της θελήσεώς μας εν αυτή όταν την παρέδωσαν εις τον εχθρόν. Η μεν έχει δυο υιούς εξελθόντας της Ακροπόλεως με την φρουράν,  η δε δεν έχει συγγενείς.

Ερ.: Πότε και πως εφύγατε από τας Αθήνας;

Απ.: Όταν οι Τούρκοι εμβήκαν εις την Ακρόπολιν μας έστειλαν εις το Μενίδι όπου ευρίσκονται οι άλλοι προσκυνημένοι χριστιανοί. Εχθές το εσπέρας ήλθεν από τα Πατήσια ένας πνευματικός Μεγαρίτης, ο οποίος υπήγεν εκεί δια να ελευθερώση τους δύο υιούς του. Αυτός κατά την ζήτησίν μας μας επήρεν μαζί του, και εφύγαμε κατά τα μεσάνυχτα από Μενίδι. Ο πνευματικός διηυθύνθη εις τα Μέγαρα, αφήνων ημάς  μη δυναμένας να περπατήσωμεν. Επειδή λοιπόν είδαμε ανθρώπους εδώ ήλθαμεν δια να απεράσωμεν εις Κούλουρην.

Ερ.: Εις Μενίδι ήτον Τούρκοι, και πόσοι;

Απ.: Δεν έμενε παρά ο Αχμέτ Αγάς με τρεις στρατιώτας δια να λάβη τα δέκατα, οι άλλοι επέστρεψαν εις Πατήσιαν.

Ερ.: Πόσοι Τούρκοι είναι εις Πατήσια;

Απ.: όλοι οι εις Αθήνας και εις τα πλησιόχωρα μέρη ευρισκόμενοι Τούρκοι δεν είναι ποτέ δέκα χιλιάδες ένοπλοι. Τέσσερις χιλιάδες ευρίσκονται εις την Ακρόπολιν και εις την πόλιν, τριακόσιοι ιππείς εστάλθησαν εις Μαραθώνα, κατά την αίτησιν των κατοίκων δια φύλαξίν των. Όλοι οι άλλοι ευρίσκονται εις Πατήσια, όπου και ο ίδιος ο Κοιουταχής.

 Ερ.: Ευρίσκονται εις άλλας επαρχίας Τούρκοι, και πόσοι;

Απ.: Ηκούσαμεν ότι δεκαπέντε χιλιάδες ευρίσκονται εις Θήβας.

Ερ.: Ο Κιουταχής θα μείνη εις Αθήνας, ή θέλει να φύγη;

Απ.: Όλοι λέγουν ότι θα πηγαίνη εις Ιωάννινα, και ότι γίνονται ήδη αι ετοιμασίαι του μισεμού του. Εχάλασαν όλους τους πλησίον των Αθηνών μύλους, και άφησαν μόνον τους δύο τους όντας πλησιέστερον εις την πόλιν.

Ερ.: Έχει τροφάς και πόθεν τας έλαβε;

Απ.: Επήρε διπλοδέκατα των θερισμάτων όλων των προσκυνημένων χωρίων. Του ήλθον ακόμη και τρία καράβια φορτωμένα εις τον Ωρωπόν. Όλο το φορτίον μετεκομίσθη εις την Ακρόπολιν. Απ’ αυτάς τας τροφάς τρώγουν οι στρατιώται. Η οκά το αλεύρι πωλείται εις Πατήσιαν δό γρόσια, και εις Μενίδι εβδομήντα παράδες.

Ερ.: Εδιόρθωσε τα χαλασμένα μέρη του φρουρίου;

Απ.: Καθημέραν εργάζονται και τώρα σχεδόν ετελείωσαν. Εις το κατά τον καλά[;] κανονοστάσιον έκαμεν προφυλάγματα διά τας βόμβας.

Ερ.: Ποίος είναι φούραρχος;

Απ.: Ο Κιόρπασιάς, δεν ηξεύρομεν όμως με πόσους ανθρώπους.

Ερ.: Διορθώνουν την πόλιν;

Απ.: Την χαλούν σχεδόν όλην, και δεν ευρίσκεται άλλο τι παρά ολίγα εργαστήρια πράγματα εδικά.

Ερ.: Ήλθον από άλλο μέρος οικογένειαι Τουρκικαί;

Απ.: Μετά την πτώσιν της Ακροπόλεως κανένας. Ήλθον όμως πολλοί πραγματαυταί και Τούρκοι και Ρωμαίοι από Ιωάννινα, οι οποίοι ως ηκούσαμεν  θέλει αναχωρήσουν με τον Κιουταχήν.

 Ερ.: Ηκούσατε πόσοι Τούρκοι θέλει μείνουν μετά την αναχώρησιν του Κιουταχή;

Απ.: Εκτός της φρουράς, ηκούσαμεν ότι θέλει μείνη εν ικανόν Σώμα  προς συντήρησιν της ευταξίας, και ασφάλειαν των προσκυνημένων μερών.

Ερ.: Πόσα γένη Τουρκών στρατιωτών είναι; Είναι μεταξύ των σύμφωνοι;

Απ.: Αρβανίται, Οσμαλήδες και Τελίδες. Όλοι είναι πολλά δυσαρεστημένοι και λιποτακτούν εις μικρά σώματα.

 Ερ.: Ηκούσατε τι περι του Σελιχτάρ μπόδα; Και αν δι’ αυτόν φεύγει ο Κιουταχής ;

Απ.: Δεν ηκούσαμεν τίποτε περί Σελιχτάρμποδα.

Ερ.: Ηκούσατε αν ο Κιουταχής ακοπεύει δια τον Ισθμόν; ή δια την Εύβοιαν;

Απ.: Όλοι λέγουν ότι πηγαίνει εις Ιωάννινα, και ο αράπης του Μακρυγιάννη ο αιχμαλωτισθείς, μας είπεν ότι ο Κιουταχής πηγαίνει να ησυχάση εις Ιωάννινα, και δεν επιθυμεί πλέον να πολεμή. Εμελέτα να φύγη προ πολλού, αλλ’ έμεινεν εκ παρακλήσεως των προσκυνημένων Χριστιανών οι οποίοι του παρέστησαν ότι καθώς αναχωρήση θέλει έλθουν οι μη προσκυνημένοι να τους φονεύσουν.

 Ερ.: Ποίαν εντύπωσιν έκαμεν εις τους Τούρκους τα φθάσιμο των πλοίων εις Αμπελάκι;

 Απ.: Όταν εφάνησαν τα καράβια τους εκυρίευσεν μέγας φόβος, και εταράχθησαν πολύ οι στρατιώται, οι οποίοι έλεγον ότι εις τα καράβια ήτον τριάντα χιλιάδες τακτικοί Έλληνες. Όταν όμως ανεχώρησαν τα καράβια ησύχασαν.

 Ερ.: Κατ’ αυτόν τον καιρόν εκστράτευσεν ο Κιουταχής δια Εύβοιαν ή αλλού;

Απ.: Όχι. Γίνονται μόνον κινήματα λιποταξίας.

Ερ.: Διατί εκανονοβόλησαν όταν είμεθα εις Αμπελάκι;

Απ.: Δια το Κιουτζούκ μπαϊράμι.

 Ερ.: Έχει άλλο τι να ειπήτε;

Απ.: Όχι. Ειμή ότι η φρουρά εφέρθη πολλά ατίμως αφήσασα ημάς εις την εξουσίαν ενός τοιούτου εχθρού, αρπάσα πρώτα τα ενδύματά μας. Η φρουρά άφησε την Ακρόπολιν χωρίς ανάγκην επειδή με τας εν αυτή τροφάς, δεκαπέντε χιλιάδες κιλά κριθάρι, οι Τούρκοι θέλει απεράσουν ικανόν καιρόν.

Μετά τούτο ηρευνήθησαν αι γυναίκες μήπως είχον γράμματα, και δεν ευρέθη άλλο ειμή ολίγα χρήματα./ Εγράφη παρά του Κ. Μεταξά».

=============================================================

♦Μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη και τη μάχη στο Φάληρο στις 24 Απριλίου 1827, ακολούθησαν ολέθρια για τη  Ελλάδα αποτελέσματα όπως λιποταξίες, πτώση υπό τον τουρκικό ζυγό περιοχών της Στερεάς Ελλάδος που είχαν ελευθερωθεί από τον Καραϊσκάκη και η με όρους παράδοση του φρουρίου της Ακρόπολης στις 25 Μαΐου 1827.

Η θρυλική αυτή μορφή της Ελλάδος ο Γ. Καραϊσκάκης πέθανε στις 23 Απριλίου 1827. Ιδού τι έγραφε λίγες ημέρες πριν, προς την Εθνοσυνέλευση, για το φρούριο της Ακρόπολης:

«Προς την Σ. Εθνοσυνέλευσιν./  Τρομερόν άκουσμα! Είναι πλέον αληθέστατον και μηδαμιάς αμφιβολίας ανεπίδεκτον ότι το τρισάθλιον τούτο φρούριο άφευκτα  εντός της εβδομάδος ταύτης αναξίως απώλυται. Οι πρώτοι πεζοί μας απήντησαν περί της καταστάσεως του φρουρίου, οι δε χθεσινοί πεζοί, Θεέ[;], πως να το ειπω! οι χθεσινοί πεζοί οπού εστείλαμεν και ήδη επέστρεψαν διηγούνται φρικτά πράγματα. Αυτοί εύρον την περισσοτέραν φρουράν έξωθεν από το φρούριον και ερχομένων εις αυτό το πλήθος των Αθηνών και πληγωμένων έμελον να το αφήση ομού και το φρούριον εις χείρας των εχθρών. Ημείς επάνω εις μίαν τοιαύτην υπόθεσιν, η οποία μας έχει κινουμένους εις εγκάρδιον λύπην, αμηχανούμεν και δεν ηξεύρομεν τι να κάμωμεν. Είμεθα πληροφορημένοι ότι το έθνος ή τουλάχιστον πολλοί θα μας είπουν αναξίους ή πταίστας. Οι τοιούτοι λοιπόν ας φθάσουν να ίδωσι την κατάστασίν μας εις την θέσιν μας δια να ην μας αδικούν. Ημείς γράφομεν και απ’ αυτό τούτο συχνάκις εστείλαμε απεσταλμένους δια να εξιστορήσουν την κατάστασίν μας και να λάβη το έθνος την ανήκουσαν πρόνοιαν, ποτέ όμως δεν ευρέθημεν  εφοδιασμένοι με τα αναγκαία όπου εζητήσαμεν. Τα όπλα και οι στρατηγοί του έθνους τρέχουν δια συνελεύσεις. Ημείς επολεμήσαμε  καθ’ όσον ενδέχετο να νικήσωμεν, το περιπλέον εχανόμεθα αφού και δεν επρομηθευόμεθα από τα αναγκαία και αναλόγους ως προς τον εχθρόν δυνάμεις. Το εσώκλειστον[1] των πολιορκημένων γράμμα σας πληροφορεί την αλήθειαν, και το έθνος ας λάβη  οποιαδήποτε μέτρα εγκρίνει. Δράμητε, τρέξατε ομογενείς και φιλέλληνες και αν δεν προφθάσητε τουλάχιστον να ίδητε την τραγικήν ταύτην στιγμήν./ τη 8 ώρα της νυκτός/ 1827 Απριλίου 5. Κερατζίνι./ ο συμπολίτης Καραϊσκάκης./ Από τον πεζόν πληροφορείσθε και δια ζώσης».

♦Αλλά και ο Καλαβρυτινός Βασίλειος Πετιμεζάς την  1η Ιουνίου 1827 από Μ. Σπήλαιο έγραφε προς τον γενικό Αρχηγό Θ. Κολοκοτρώνη: «Εκλαμπρότατε Γ. αρχηγέ:…. Χθες το εσπέρας ήλθεν ενταύθα ένας και μας βεβαιοί ότι ο εχθρός έλαβεν και το φρούριον της Αθήνας και μένομεν εκστατικοί πως και διατί παρέδωκαν αυτό με συνθήκη, δεν έχομεν κανένα σας γράμμα δια να μας πιστοποιήσετε περί πάντων. Μ’ όλα ταύτα δέδωκα πάσαν παρηγορίαν εις τον λαόν και όλο φροντίζω και καταγίνομαι δια να τους εμψυχώσω….».

  ———————————————————————————

[1] Το έγγραφο αυτό πράγματι υπάρχει συνημμένο, είναι από την Ακρόπολη των Αθηνών και το υπογράφουν οι Νικόλαος Κριεζιώτης, Στάθης Κατζικογιάννης και άλλοι των οποίων τα ονόματα είναι λίαν δυσανάγνωστα όπως και το υπόλοιπο έγγραφο το οποίο είναι και ανορθόγραφο. Απευθύνεται προς τους αρχηγούς και λοιπούς οπλαρχηγούς και στρατιώτες, περιγράφει την οικτρή κατάστασή τους και την εξάντληση της υπομονής τους και δι’ αυτού ζητούν βοήθεια, καταλήγοντας: «… αδελφοί βλέποντας πέντε φανούς απάνου εις του Γουλάν άποτας[;] από δύο ημέρες όποιος είναι χριστιανός και είναι βαπτισμένος να έλθετε να μας υποβοηθήσετε να γλητώσωμεν κανάν λαβωμένον και αρώστους… Απόταν κάμη απόφασιν να έλθη το στράτευμα εις το φρούριον την ιδίαν ημέραν να μας κάμετε τρεις φανούς στην …».

Posted in Ιστορία | Tagged , | Σχολιάστε

Και ένα ακόμα ποίημα για τις μάνες… και ο πόνος για τη Δεχουνιώτισσα μάνα του ποιητή.

 

Το ποίημα που ακολουθεί προέρχεται από το χειρόγραφο πόνημα του γηραιού Δεχουνιώτη Μεγακλή Γεωργακόπουλου, με τίτλο «Κειμήλιο» Με καταγραφές μνήμης από τη ζωή του συγγραφέα του στο Δεχούνι αλλά και κατά την μετέπειτα ζωή του.

Δεν διεκδικεί δάφνες ομοιοκαταληκτικές, ριματικές, μετρικές κ.λ.

Δικαιούται όμως να τύχει της προσοχής μας και της ανάλογης εκτίμησής μας, διότι ο δημιουργός του είναι αυθεντικός, είναι αληθινός και με την πένα του φιλοτεχνεί εικόνες ζωντανές και νοσταλγικές.

Αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: διότι ο Μέγας Γεωργακόπουλος, εκφράζει τα συναισθήματά του για την δική του ορφάνια, για τη δική του πρόωρα χαμένη  μάνα.

Posted in Καταχωρήσεις άρθρων αναγνωστών | Tagged | Σχολιάστε

Το τρίτο μέρος του αφιερώματος στην Καλαβρυτινή μάνα, από την εφημερίδα «Πελοπόννησος» σήμερα…

(Με διπλό κλικ στην εικόνα μεγενθύνεται και γίνεται ευανάγνωστη).

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Αφιέρωμα στην Καλαβρυτινή μάνα (Μέρος 3ο).

(Η φωτογραφία είναι από το   ).

Παρουσιάζω στη συνέχεια το Τρίτο μέρος του αφιερώματος στην Καλαβρυτινή Μάνα, το οποίο δεν γνωρίζω αν δημοσιεύθηκε ή όχι στην εφημερίδα «Πελοπόννησος», όπου είχε δοθεί και είχαν δημοσιευθεί και τα δύο προηγούμενα μέρη.

Γ. Η Καλαβρυτινή μάνα στο ολοκαύτωμα της 13ης  Δεκεμβρίου 1943, αλλά και μετέπειτα.

Στις 13 Δεκέμβρη του 1943, δεν καταστράφηκαν τα Καλάβρυτα, ούτε εκτελέστηκαν οι Καλαβρυτινοί μόνο, διαλύθηκαν και οι ψυχές που έμειναν πίσω. Είναι οι συγκλονιστικές φιγούρες των συζύγων και μανάδων των εκτελεσθέντων και οι ελάχιστοι που επέζησαν. Είναι οι γυναίκες που μεμιάς έγιναν δυο φορές άντρες και χίλιες φορές Ελληνίδες.

Μερικά παραδείγματα του δράματος αυτού των ηρωικών αυτών μορφών παρατίθενται στη συνέχεια:

♦ Η Ελένη μάνα του τσαγκάρη Δημήτρη Σημαντήρα και η αδελφή του Αγγελική τον έκρυψαν σε έναν λάκκο στο παχνί, όπου τον κάλυψαν με κοτρόνες. Όταν χτύπησαν οι καμπάνες και καλούσαν τους κατοίκους στο σχολείο των Καλαβρύτων, δεν άντεξε να είναι κρυμμένος στο λάκκο και το πρωί βγήκε από την  κρυψώνα και συνόδευσε τη μάνα του και την αδερφή του στο σχολείο. Εκτελέστηκε στις 13 Δεκέμβρη του 1943. Είχε πεθάνει και ο αδερφός του Παναγιώτης στο Αλβανικό μέτωπο. (Μάγερ, σ. 410, 412, Δ. Καλδίρης σ. 66).

♦ Η Κωνσταντίνα, μάνα των εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς στις 13.12.1943 παιδιών της Παναγιώτη και Βίκτωρα και σύζυγος του επίσης εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς την ίδια ημέρα, τσαγκάρη εκ Καλαβρύτων Επαμεινώνδα Αναστασόπουλου. Ο Παναγιώτης (κουρέας) ήταν 19 ετών και ο Βίκτωρας μαθητής 17 ετών.

♦ Η Εξακουστή, μάνα του μοναχογιού δικηγόρου Βίκτωρα Μπαλαλά, όστις εκτελέστηκε στις 13.12.1943, καθώς διηγείται η Φρ. Νίκα, σκάβει τον τάφο του παιδιού της «… Εγώ σκάβω, σκάβω συνέχεια. Κάθε τόσο σταματάω να βγάλω τα χώματα με τα χέρια μου. Τα νύχια μου έχουν ματώσει. Μου παίρνουν το σκεπάρνι. Είναι η μάνα του Βίκτωρα του Μπαλαλά. Πηγαίνει να σκάψει τον τάφο του παιδιού της…».

 ♦ Η Μαριγώ Φερλελή μάνα του 17χρονου Αργύρη, τρέχει αλαφιασμένη στο σωρό των σκοτωμένων. Είναι φρακαρισμένος ανάμεσα στους σκοτωμένους, με το κεφάλι ανοιγμένο ανάμεσα στα δύο αδέρφια του του δίδυμου μ’ αυτόν Βασίλη και του 14χρονου Κίμωνα. Η μάνα του πιάνει το καύκαλο, που κρέμεται το μισό βουτηγμένο στο αίμα… (Φρ. Νίκα). Η ίδια διηγείται: «…Τότε άκουσα τη φωνή του Αργύρη μου: «Μανούλα μου, έλα γρήγορα», φώναξε, και κούνησε το χέρι του./ Πήδαγα τα πτώματα, πάταγα κι απάνω, χωρίς να θυμάμαι ποιοι ήσαν, κι έφθασα κοντά του. Πλησίασα το παιδί μου και αφού είδα, πώς δεν ήταν σοβαρά, το ρώτησα./ -Που είναι, Αργύρη μου, ο Βασίλης μας;/ -Νάτος, μάνα, μου λέει, και έδειξε δίπλα το αναίσθητο πτώμα του Βασίλη./ -Ο Κίμωνας που είναι;/ -Να και ο Κίμωνας. Κοντά του και το παιδάκι μου κουβαριασμένο./ -Τον άκουσα τον Κίμωνα, μάνα, να φωνάζει στους Γερμανούς, γιατί με σκοτώνετε εμένα, Είμαι μικρός, δεν έκανα τίποτα. Όταν σταμάτησε όμως η φωνή του, σταμάτησε και η ζωή του./ -Πως να σε πάρω, Αργύρη, τώρα πέρα; Έλα ν’ ανέβεις στον ώμο μου, του λέω./ -Όχι, μάνα μου, θα πάω μόνος μου. Στηρίχθηκε σ’ έμένα και σιγά – σιγά φθάσαμε στο σπίτι του Ντήλιου, που  γλύτωσε από τη φωτιά. Εκεί του ‘δεσα τα τραύµατά του…» (Δ. Καλδίρης, Το δράμα των Καλαβρύτων).

♦ Η Παρασκευή σύζυγος του εκτελεσθέντος από τους Γερμανούς την 8.12.1943 στην Κερπινή οικοδόμου Νικολάου Χρυσάνθου, έμεινε χήρα με πέντε ανήλικα παιδιά. Βεβαίωση του «υπεύθυνου του ΕΑΜ Κερπινής» αναφέρει ότι «…η Παρασκευή χήρα Νικολάου Χρυσάνθου… έχει οικογένειαν, αποτελουμένην εκ τεσσάρων (4) ανηλίκων τέκνων ηλικίας κάτω των δέκα (10) ετών όλα. Τυγχάνει πυροπαθής Αης κατηγορίας, ομοίως κατά την ιδίαν ημέραν της καταστροφής της αφηρέθη υπό των Γερμανών και το ένα και μόνον άλογο που είχεν δια την εξυπηρέτησιν της οικογενείας της…».

♦ Η Μαρία σύζυγος του εκτελεσθέντος από τους Γερμανούς στις 13.12.1943 κτηματία Τσαπάρα Χρήστου «…νοικοκυροπούλα, παντρεύτηκε τον Τσαπάρα που ήρθε από την Αμερική. Καλοστεκούμενος ο Χρήστος. Τη μακάριζαν στο χωριό οι κοπέλες για την τύχη της. Είχε μεγαλώσει κι αυτή στην ορφάνια. Απάνω που είπε δόξα σοι ο Θεός, έμεινε χήρα μ’ ένα κοριτσάκι μικρό, τη Βασούλα…» (Φρ. Νίκα).

♦ Η Θεώνη Σιορώκου για την οποία ο πρόεδρος της αυτοδιοίκησης Βραχναιΐκων βεβαιώνει στις 10.10.1944 ότι: «…η Θεώνη χα Νικολάου Σιορώκου είναι πυροπαθής Βραχνιού Καλαβρύτων και με θύματα τον άνδρα της Νικόλαον και το παιδί της Αντώνιον κατά την επιδρομή των Γερμανών στας 10.12.43 κατά την οποίαν αφού της πήραν ότι κινητό είχε μέσα στα δυό της σπίτια τα οποία και της έκαψαν, της επήραν και το μουλάρι της που είχε και συντηρούσε την πενταμελή της οικογένεια…». (Αρχ. 12 Σ/ ΕΛΑΣ, Ε.Λ.Ι.Α./2).

Η πεθερά του Κων. Δημόπουλου (του Γ.), από Άγιο Νικόλαο Καλαβρύτων, για την οποία αναφέρει: «… Όταν είδον που φύγαν από το στενό κατέβηκα στην κορυφή Κουνόκαστρο αγνάντιο στο χωριό μας Άγιος Νικόλαος, ήλθεν και η γυναίκα μου με τα παιδιά μου αγναντέψαμεν το χωριό μας, ηβλέπαμεν τους Γερμανούς να φεύγουν δια τα Μαζαίϊκα, εκατεβήκαμε στο σπίτι μας, είχαμε τη γριά τη μάνα της γυναικός μου αφήσει στο σπίτι διότι δεν μπορούσε να έλθει στο βουνό. Η γριά πήρε κατσουλώντας  και ανέβηκεν στο δάσος άνωθεν του χωριού και επήγεν στις Πουρναρίστες ως ένα γράβαλον και εχώθηκεν μέσα αλλά δεν την χωρούσεν το γράβαλο, η τρύπα και τα πόδια της ήσαν έξω. Εγώ με την γυναίκα μου πήραμεν ψάχνοντας με τα παιδιά μου το δάσος να βρούμε τη γριά, πέρασεν η κόρη μου από το γράβαλο, σύμπτωσις[;] είδε τα πόδια της γριάς, την τράβηξεν και την έβγαλεν έξω από τα πόδια της γριάς. Εφώναξε εμένα και της μάνας της: τρεχάτε, ελάτε εδώ την ηύρα τη νόνα μου. Ετρέξαμεν πήγαμεν στη γριά την βρήκαμεν λιγοθυμισμένη, φωνάξαμεν κάτου στους γειτόνους: τρέξατε, φέρτε κρασί και νερό. Οι γειτόνοι μας τρέξαν, φέραν κρασί και νερό, την μυρίσαμεν, την νίψαμεν με κρασί και με νερό, την επαναφέραμεν, της δώσαμεν λιγο κρασί και λιγάκι νερό και εσυνήλθεν και την πήρα καλικούτσα στο κορμί μου και την κατέβασα στο σπίτι μου…».

Η Γλογοβίτη Σταυρούλα «(Σύζ. Ιω. Γλογοβίτου), το γένος Ιω. Αργυρόπουλου και μητέρα της Τσεβούλας [«(Τσεβούλα, θυγ. Ιω. Γλογοβίτου) ετών 20. Καταδικάσθηκε σε θάνατο με απόφαση του Στρατοδικείου της Πάτρας την 18η Μαΐου του 1949 μαζί με τη μητέρα της Σταυρούλα. Οι δύο γυναίκες, μητέρα και κόρη εκτελέσθηκαν»]. Ήταν εύπορη και η ωραιότερη γυναίκα του χωριού. Στη διάρκεια της ξένης κατοχής εβοήθησε τον πατριωτικό Αγώνα μέσα από τις γραμμές της Εθνικής Αλληλεγγύης. Με τη δημιουργία του Δ.Σ.Ε. ενίσχυσε με ποικίλους τρόπους το κίνημα. Συνελήφθη το 1947 από τις κυβερνητικές δυνάμεις και παραπέμφθηκε στο Στρατοδικείο της Κορίνθου. Ο βασιλικός επίτροπος Βασιλάκης εζήτησε την εσχάτη των ποινών. Με την παρέμβαση όμως του πολιτικού Αποσκίτη, η Σταυρούλα απέφυγε το θάνατο. Μετά την αποφυλάκιση και την επιστροφή της στο χωριό ετέθη και πάλι στην υπηρεσία του Αγώνα. Συμπαραστάτη και βοηθό είχε την θυγατέρα της Τσεβούλα. Συνελήφθη την 25η Φεβρουαρίου 1949 μαζί με την Τσεβούλα. Στις 18 Μαΐου της ίδιας χρονιάς μάνα και κόρη επέρασαν από το Στρατοδικείο της Πάτρας, του οποίου βασιλικός επίτροπος και αυτή τη φορά ήταν ο Βασιλάκης. Και οι δύο καταδικάσθηκαν σε θάνατο και υπερήφανες … παρέδωκαν το πνεύμα τους προ των 6 βημάτων στο Γηροκομείον της Πάτρας, τον «Κρανίου τόπον» της Αχαΐας και της Ηλείας…» (Λέφας, Χιλιάδες…, 171).

Η «μαμά» Οικονόμου Ασπασία, η οποία όπως ο Γερμανός στρατιώτης Βάλτερ Ροζέ αναφέρει: «…όταν ταρυματία με μετέφεραν στην Κλειτορία, είδα καθώς ήμουν ξαπλωμένος σε πάγκο, στο αναρρωτήριο, την «Μαμά» μου, όπως τη φώναζα (Σ.Σ. Ασπασία Οικονόμου) που με είχε περιθάλψει όταν αρρώστησα αιχμάλωτο και της φώναξα ακριβώς έτσι: «Μάνα ζω!!». Κλαίγοντας με αγκάλισε και κλαίγαμε και οι δυό, προς κατάπληξη των Γερμανών που μας έβλεπαν. (Σ.Σ. Τον αδελφό της «Μαμάς» του Ροζέ Βαλτέρ, τον Παναγιώτη Β. Οικονόμου, τον πήραν με τη βία οι Γερμανοί στου Μαγέρου με άλλους Μαζιώτες για να τους βοηθήσουν στην ανάσυρση των πτωμάτων από το γκρεμό που τα είχαν ρίξει οι αντάρτες και στην ταφή τους και, αφού αυτό έγινε, αμέσως μετά τους σκότωσαν»….».

Η εκ Πριολίθου χήρα Ευθυμία, σύζυγος του εκτελεσθέντος στις 13.12.1943 λιγνιτωρύχου εκ Καλαβρύτων Γεωργίου Βάγια ετών 27, απέκτησε μαζί του 4 παιδιά. Η χήρα Ευθυμία Βάγια υπήρξε μια από τις ηρωικές μορφές του δράματος που στάθηκε όρθια, άξια μάνα και πατέρας μαζί… Απεβίωσε το 2008 (Μους. Καλαβρ. Ολοκαυτ.).

♦ Η Αντιόπη, μάνα του Χονδρονικόλα Ιωάννη του Νικολάου, ενός εκ των 33, εκ του Ολοκαυτώματος της 13 Δεκεμβρίου 1943, ορφανών νέων από τα Καλάβρυτα, οι οποίοι τον Οκτώβρη του 1955 πήγαν στη Γερμανία, όπου παρέμειναν για 2 χρόνια, για εκπαίδευση και δουλειά, ύστερα από προσπάθεια της Γερμανίδας Πολιτικού και συγγραφέως Σραμμ. Το παιδί αυτό το πιο μικρό σε ηλικία μετά από λίγους μήνες στις 5 Ιουνίου πέθανε (πνίγηκε) στο Βερολίνο στην παγωμένη λίμνη όπου είχε πάει καταϊδρωμένος για μπάνιο με δύο Γερμανούς φίλους του. Εκεί υπέστη καρδιακή ανακοπή και κατέληξε στο βυθό. «Η άτυχη μητέρα του πληροφορήθηκε το θάνατό του στις 9.6.1956 από δύο υπαλλήλους, έναν της Γερμανικής πρεσβείας και έναν του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών. Τη ρώτησαν αν ήθελε να ταφεί ο γιός της στη Γερμανία, όπου θα μπορούσε να πάει αεροπορικώς η ίδια, ή αν επιθυμούσε να μεταφερθεί η σωρός του στα Καλάβρυτα. Η Αντιόπη Χονδρονικόλα ζήτησε να γίνει η μεταφορά στα Καλάβρυτα και για ένα λόγο παραπάνω: Εκείνη την εποχή είχε σπάσει το πόδι της και ήταν αδύνατο να μεταβεί στο Βερολίνο». Η σωρός του έφτασε στα Καλάβυτα στις 19.6.1956. «Η Αντιόπη Χονδρονικόλα υπήρξε μια ισχυρή προσωπικότητα. ‘Ηταν μια ψηλή γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά, δυναμική με επιβλητικό παρουσιαστικό. Είχε χάσει εκτός από τον άνδρα της τρία ακόμη παιδιά, δηλαδή τέσσερα νεκρά παιδιά που όλα έχουν σχέση με τη Γερμανία. Το ότι η γυναίκα αυτή δεν έχασε τα λογικά της είναι ένα πραγματικπο θαύμα. Είχε ακόμη τέσσερα παιδιά εν ζωή, τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Όλοι τη γνωρίζαμε σαν μία αξιοπρεπή δυναμική γυναίκα που πάλευε για τα πέντε ορφανά της. Δεν μπορούσαμε όμως να φαντασθούμε ότι πίσω απ’ αυτή τη γυναίκα, τη λιγομίλητη, τη σοβαρή και πάντα ευγενική κρυβόταν μια ηρωΐδα της ζωής […]» (Χαμακιώτης-Αντωνόπουλος, «Αναδρομώντας…224»).

♦ Η μάνα που καλείται να προδώσει το παιδί της: «Όταν το Νοέμβρη του 1948 ο στρατός έκανε επιδρομή – εξόρμηση στο Σκούπι ο λοχαγός διέταξε να συλλάβουν και να του παρουσιάσουν την ηλικιωμένη και άρρωστη μάνα του αντάρτη Γιώργου Καλαβέσιου, Χριστίνα Καλαβέσιου. Της ζήτησε να αποκαλύψει που είναι το παιδί της και όταν εκείνη αρνήθηκε και με δεδομένο ότι δεν μπορούσαν να την πάρουν μαζί τους, της είπε: «Ελληνίδα γεννήθηκες, Βουλγάρισσα θα πεθάνεις» (Παλαιολογόπουλος Δημ.).».

♦ Ο δήμος Αργυρόπουλος από τα Άνω Σουδενά, καταδικασθείς για κατοχικά αδικήματα εκτελέστηκε στο Ναύπλιο στις 20.9.1949.  Σε γράμμα του από τις φυλακές Ακροναυπλίας με ημερομηνία 19.9.1949 έγραφε: «…Ξέρω ότι ο θάνατός μου θα σου πληγώσει την καρδιά και σένα [πατέρα] και της μάνας μου… Αγαπητέ μου πατέρα στάσου παρήγορος της μάνας μου…» (Λέφας, Χιλιάδες…,).

♦ Η Παναγιώτα σύζυγος (πρεσβυτέρα) του ιερέα Παναγιώτη Δημόπουλου (Παπακαλού) από το Αγρίδι Καλαβρύτων, όστις εκτελέστηκε στις 13.12.1943, έμεινε χήρα με τρεις κόρες την Μαρία, την Άννα και την Πούλια.

♦ Η σύζυγος του δικαστικού Σταύρου Σταυρόπουλου από τα Καλάβρυτα, όστις εκτελέστηκε στις 13.12.1943. Η Φραντζ. Νίκα στο Χρονικό της, (Καλάβρυτα…,) αμέσως μετά την εκτέλεση των Καλαβρυτινών, αναφέρει: «… Είναι και η Αθηνούλα εδώ η Σταυροπούλου. Όλη νύχτα δεν την πήρα είδηση να λέγαμε καμιά κουβέντα. Τώρα την κατάλαβα από τη φωνή της και της μίλησα. «Είδα τον μπαμπά σου απάνω με τον αδερφό σου». «Ναι ανεβήκαμε κι εμείς και τους είδαμε». «Τους κατεβάσατε κάτω;». «Όχι. Εμείς δεν έχουμε και τάφο. Η μάνα μου δεν ξέρει τι να κάνουμε.». Κοιτάζω τη μάνα της. Κουβαριασμένη σε μια κουβέρτα με τη μικρότερη αδελφή της. Ο πατέρας τους ήταν πταισματοδίκης στα Καλάβρυτα. Ένας κοντόχοντρος καλοσυνάτος άνθρωπος. Όλο αστεία μας έλεγε, όταν πηγαίναμε στο απίτι της Αθηνούλας για να διαβάσουμε…».

♦ Η μάνα του συνταξιούχου πλέον δασκάλου Γεωργίου Τσάμη, τον οποίο οι Γερμανοί τον Δεκέμβρη του 1943 υποχρέωσαν μαζί με άλλους να τους ακολουθήσει για να περισυλλέξουν τους νεκρούς στη θέση Μαγέρου και μάταια η μάνα του τους εκλιπαρούσε να τον αφήσουν. Όταν συνέλεξαν τους νεκρούς, τους φόρτωσαν στα ζώα και επέστρεφαν, εκμεταλλεύτηκε το παραπάτημα ενός ζώου, που είχε σαν συνέπεια να πέσει το πτώμα που μετέφερε στο ρυάκι και κρύφτηκε στο κοντινό δάσος και όταν έφυγαν οι Γερμα- νοί έτρεξε σαν τρελός προς το σπίτι του.

♦ Η Βασιλική σύζυγος του εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς Αντώνη Χαμακιώτη, έμεινε χήρα με δύο παιδιά τον Σωτήρη και τον Κωνσταντίνο. Οι συγγραφείς Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ., (Αναδρομώντας…) παρουσιάζουν τη μαρτυρία της που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας», Εκδ. Δημοτ. Μουσείου Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος, Καλάβρυτα 2010, σ. 186 εξ… Εκεί μεταξύ άλλων αναφέρει: «Φτάνω στο χωράφι. Τι να δω; Όλη η πλαγιά σπαρμένη με διάφορα χρώματα… σαν εμποροπανήγυρις… Ανεβαίνω τρέχοντας μ’ όση δύναμη μου ’χε απομείνει. Συναντώ τον Τάκη τον Κόκκινο, που ήταν τραυματισμένος δεν τον ρώτησα τίποτα… Φτάνω εκεί που είναι σήμερα η είσοδος. Βρίσκω τα παιδιά με τη θεία τους και τη γιαγιά τους. Είχαν βρει τον Αντώνη. Μόνο η χαριστική τον είχε πάρει… δεν είχε άλλο τραύμα… Αμέσως – δεν είχαμε, βλέπεις καιρό, γιατί το Δεκέμβρη η μέρα είναι μικρή – τον βάζουμε πάνω σε μια κουβέρτα και τον κατεβάζουμε στο νεκροταφείο. Τον αφήσαμεν εκεί σκεπασμένο. Το γαμπρό μου τον βρήκαμε ανάμεσα σε πολλούς άλλους σκοτωμένους είχε πάνω του πολλά τραύματα… Όταν τον κατεβάσαμε κι αυτόν στο νεκροταφείο, είχε πιά νυχτώσει. Εξαντλημένες και νηστικές, πήγαμε στου Τσαρουχά το σπίτι, που είχε γλυτώσει απ’ τη φωτιά, και μας έδωσαν λίγο ψωμί, ένα κομματάκι τυρί και λίγο κρασί. Θυμάμαι τη θεία Μιχαλιά όπως ήταν τα χέρια της γιομάτα αίματα, βούταγε το ψωμί στο ποτήρι με το κρασί… Τα παιδιά που ν’ αποκοιμηθούν… Η ψείρα ήταν τόση, που περπάταγε… Ξημέρωσε κάποτε και συνεχίσαμε το έργο του ενταφιασμού. Μήπως είχαμε ξινάρια; Δανειστήκαμε και σκάψαμε – όχι πολύ βαθειά… «Τώρα, μου λέει η πεθερά μου, βόηθα να τους βάλουμε μέσα στο λάκκο, γιατί θα τους φάνε τα σκυλιά»… «Δεν μπορώ, της λέω, δεν έχω δύναμη». Πέρασε τότε ο Τσαρουχάς, ο θείος μου, και μας βοήθησε. Αφού τους σκεπάσαμε με μια κουβέρτα, ρίξαμε πάνω τους χώμα, πέτρες και ό,τι άλλο βρέθηκε εκεί. Συνεχίσαμε βοθώντας συγγενείς και γνωστούς […] Θυμάμαι, πήγα να βοηθήσω τη θεια Μιχαλιά του Χαμακιώτη. Φέραμε το γιό της, το Χαράλαμπο, ένα παλικάρι δυο μέτρα… Στο δρόμο πέσανε κάτω λίγα μυαλά, γιατί τον είχε πάρει η χαριστική στο κεφάλι και του το ’χε διαλύσει. Έσκυψε η μάνα του ευλαβικά, τα μάζεψε και τάβαλε στην τσέπη της ποδιάς της…[…]. Στις τρεις μέρες ήρθε κόσμος απ’ τα χωριά. Μας έφεραν ψωμί και ό,τι άλλο μπορούσαν. Και το κυριότερο: Πήγαν στο νεκροταφείο κι έριξαν χώμα πολύ πάνω στα μνήματα, για να μην μπορούν πιά τα σκυλιά να τους ξεθάβουν τη νύχτα».

♦ Η Βικτωρία Τσοκανά η οποία είχε τέσσερα αδέλφια. Ένα κορίτσι, την Αγγελική, και τρία αγόρια, τον Νίκο, τον Πάνο και τον Γιάννη, οι οποίοι μαζί με τον πατέρα τους Θανάση εκτελέστηκαν στις 13.12.43 στη Λάκα του Καπή. Οι συγγραφείς Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ., (Αναδρομώντας…) παρουσιάζουν τη μαρτυρία της που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας». Εκεί μεταξύ άλλων αναφέρει: «[…] Και έτσι φτάσαμε μες στου Καπή τη Λάκα και τι να δούμε. Όλοι οι άντρες σωρό κάτω, ούτε γνώριζες κανέναν, ήταν τελείως μεταμορφωμένοι, με τα μυαλά έξω πήρε η μανούλα μου τα μυαλά του πατέρα μου και των αδερφών μου με τη χούφτα της και τα έβαζε μέσα στα κρανία τους. […] Εγώ, όπως γονάτιζα κάτω, η φούστα μου έσταζε αίμα. Γονάτιζα για να γνωρίσω τα αδέρφια μου και τον πατεράκο μου. Η μάνα μου ως φαίνεται, με λυπήθηκε, ήμουν δεκαεπτά χρονών κοπέλα. Και αφού είχε πάρει η νύχτα καλά – καλά μου λέει: «Πάμε παιδάκι μου», να πάμε εκεί που καιγόταν μια φωτίτσα. Εκεί είχαν τους τραυματίες […]. Αλλά η μάνα μου έκανε τις δικές της σκέψεις και πριν φωτίσει καλά – καλά μου λέει: «Να κάτσεις δωπαλιά, θα πάω στο σπίτι μας, στο περιβόλι που πότιζα, έχω αφήσει ένα ξινάρι. Να το φέρω, να πάμε στο νεκροταφείο, να σκάψουμε, να βάλουμε το Γιάννη, το Νίκο, τον Πάνο μας και τον πατέρα σου. Κάμε το σταυρό σου παιδάκι μου, και σήκω να πάμε». […] Κι αφού ξαναπήγαμε στου Καπή τη Λάκκα, έναν – έναν σε μια κουβέρτα μαζί με τις ξαδερφάδες Κική και Διαμαντούλα τους κατεβάσαμε στο νεκροταφείο. Τα μάτια μας είχαν στερέψει από δάκρυα. […] Η πολυπικραμένη μάνα μου πήρε το ξινάρι που είχε φέρει από το περιβόλι μας και άρχισε να μετράει τα μέτρα που ήθελε να σκάψει. Εγώ είχα εξαντληθεί πια και αφού έσκαψε μόνη της, παίρνει το μεγαλύτερο γιό της, το Γιάννη μας, και, αφού του φόρεσε τη βέρα της, τον έβαλε πρώτο στην αιματοβαμμένη αυτή γης. Μετά πήγε και έκοψε περικοκλάδες και τις έβαλε για στεφάνια. Τελείωσε. Έβαλε όλους στην αράδα και τον πολυκουρασμένο πατερούλη μου. Πήρε πάλι γτο ξινάρι και τους εσκέπασε με το χώμα. Μετά έκατσε πάνω στο χώμα και τους εμοιρολόγαγε…[…]. «Μανούλα μου», της έλεγα της μάνας μου, «Νύχτωσε για τα καλά, πάμε να φύγουμε», αλλά που να πηγαίναμε; Το αρχοντικό και νοικοκυρεμένο μας σπιτάκι είχε γίνει στάχτη. Ενώ τα φουστάνια μας και μένα και της μάνας μου έσταζαν αίμα, με λυπήθηε και μου λέει: «Κίνα μπροστά», και αφού περάσαμε από το σπιτάκι μας, μας πήρε ο Μίμης και ο Στέφανος Χαμακιώτης και μας πήγε σ’ ένα καλυβάκι που τους είχε μείνει, και στη γωνιά του είχαν ανάψει λίγη φωτιά […] «Θεία Μαρία, έλα κοντά, και συ Βικτωρία, να ζεσταθείτε». Έπειτα είχαν βράσει φιδέ, και μας έδωσαν και ήπιαμε. Περάσαμε εκεί τη νύχτα και, αφού ξημέρωσε, πήγαμε στο σπίτι μας και σκάβαμε, ξυπόλυτη εγώ, μήπως σκεπάζαμε μια γωνίτσα με τσίγκους». Μαρτυρία της οκτασέλιδη, αναδημοσιευμένη από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 5.7.1992, για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων.

♦ Η μάνα με το κακό προαίσθημα. Η ίδια ως άνω Βικτωρία Τσοκανά  διηγείται: «… Η μανούλα μου Μαρία Τοκανά, έλεγε στον πατέρα μου: Σήκω Θανάση και πάρε τα παιδιά και φύγετε. Θα μας τα σκοτώσουν οι Γερμανοί». Αλλά ο πατέρας μου της έλεγε: «Ησύχασε Μαρία, κάμε τις δουλειές σου». Αφού δεν την άκουγε ο πατέρας μου… σηκώνεται τα μεσάνυχτα και πάει στον αδερφό της τον Αποστόλη…, του λέει, «δε με ακούει ο Θανάσης, σήκω αδελφούλη μου και πάρε τα παιδιά μας να φύγετε», «Πήγαινε, Μαρία, να κοιτάξεις τις δουλειές σου, δεν έχω να πάω πουθενά»…».

♦ Η Ευσταθία Τζούδα – Μητσονιά, μαθήτρια τότε, περιγράφει τις τραγικές στιγμές των γυναικών μέσα στο σχολείο. Η μαρτυρία της δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας»… Εκεί μεταξύ άλλων αναφέρει πως στον πλατύ διάδρομο του σχολείου πήραν απ’ τα χέρια τους (ήταν μαζί με τη μάνα της και τη Μαρία) τον αδελφό τους και τον πήγαν με τους άντρες. Επίσης αναφέρει ότι αναζητούσαν στις αίθουσες όπου στοιβάζονταν γυναίκες, την αδερφή της την Ελένη με το αβάπτιστο, δύομισι μηνών μωρό της και την πεθερά της Ελένης. Και συνεχίζει: «Οι ώρες ήταν ατέλειωτες… Τα μικρότερα παιδιά, νηστικά, έκλαιγαν. Εμείς, τα μεγαλύτερα, είχαμε αγκαλιάσει τις μανάδες μας και τις ρωτάγαμε συνέχεια – λες κι αυτές ήξεραν: «Τι θ’ απογίνουμε;», «Που βρίσκονται οι άντρες;». Έτσι έφτασε το μεσημέρι. Κάποια στιγμή ακούω την Αγλαΐα, τη δασκάλα μου να φωνάζει: «Φωτιά! Μας καίνε!» Τη βλέπω απ’ τα παραθυράκια, απ’ το υπόγειο, να βγαίνουν οι φλόγες. Και τραβάει με τα χέρια της, με όση δύναμη είχε τα συρματοπλέγματα και σέρνεται σαν φίδι, πέφτει κάτω και ξεκολλάει μία πλάκα από το πρεβάζι και πέφτει πάνω στο πόδι της». Είναι ανείπωτες οι στιγμές εκείνες του τρόμου και του αλαλαγμού! Ένα κύμα, μια μάζα γίναμε που σπρωχνόμαστε να περάσουμε στην επόμενη αίθουσα, για να βγούμε στην πόρτα. Αλλά δε φτάναμε ποτέ! Ένιωθα να μας πνίγουν οι καπνοί… Νόμιζα πως έφθανε το τέλος μας… Φτάσαμε κάποτε στη συνεχόμενη αίθουσα νι εκεί, πάνω στην πόρτα, βλέπουμε έναν Γερμανό που έτεινε το όπλο του καταπάνω μας. Πέσαμε ανάσκελα απ’ τον τρόμο μας, για να μην μας πάρουν οι σφαίρες… Εκείνος όμως – φαίνεται, δεν ήθελε να μας σκοτώσει… Βγήκαμε στο διάδρομο, προχωρήσαμε στη μεγάλη πόρτα του διαδρόμου και κατηφορήσαμε τα σκαλοπάτια. Κατεβαίνοντας στη μεγάλη πόρτα του προαυλίου, μας κοίταζαν οι Γερμανοί στρατιώτες και μας έκαναν με νοήματα να πάμε κάτω προς τα χωράφια. Καθώς έκανα να προχωρήσω για το σπίτι, τι αντίκρυσαν τα μάτια μου… Η φωτιά είχε περιζώσει τα Καλάβρυτα …» (Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ., (Αναδρομώντας),).

♦ Η Ελένη Τσάφου (Τσαφαλένη), 98 ετών. «Παντρεύτηκε 19 ετών ένα συγχωριανό της, που είχε πρόβατα και χωράφια. Έκανε 5 παιδιά και στα 27 της χρόνια έμεινε χήρα. Ο άντρας της πέθανε από πνευμονία. Μόλις σαράντησε ο άντρας της, γέννησε και το πέμπτο παιδί της, το Νάσο/ Δεν ξαναπαντρεύτηκε και μόνη της μεγάλωσε τα παιδιά της. Την βοήθησαν φυσικά και οι δικοί της. Τα πεθερικά της δεν τα γνώρισε».

♦ Η Αγγελική Ζηρογιάννη. (Στρέζοβα). «… Έχω 5 παιδιά, το Γεράσιμο, το Παναγιώτη, την Αντρούλα, το Βαγγέλη και τον Αντρέα. Έμεινα χήρα πολύ νιά, κουράστηκα να τα μεγαλώσω. Τον άντρα μου τόνε σκότωσαν οι Γερμανοί, ήτανε τσοπάνης και όργωνε τα χωράφια. Από τότε που πέθανε έμεινα ολομόναχη στο κόσμο με τα παιδιά μου….».

♦ Η Αγιανιτοπούλου: Μια μάνα, που ‘χε χάσει το παιδί της, γιατί είχε φύγει μόνο του, όταν έφθασαν οι Γερμανοί, πήρε το δρόμο, που πήγαινε στα Σουδενά, να ρωτήσει, μήπως το σκότωσαν. Ήταν αυτή, που την παραμονή της καταστροφής πέρασε όλη η οικογένειά της μια νύχτα αγωνίας, Όταν έφθασε στον Αι – Νικόλα των Σουδενών αντίκρισε Γερμανούς να κατεβαίνουν, Έτρεμε από το φόβο της. Τη σταμάτησαν και τη ρώτησαν που πηγαίνει. Εκείνη, μόλις σήκωσε το κεφάλι της, αντίκρισε τον Γερμανό αξιωματικό, που έδιωχνε την παραμονή της καταστροφής τον άνδρα της! Τότε αναλύθηκε σε κλάματα και αναφιλητά. Εκείνος κάτι της έλεγε αλλά η ίδια δεν  ήθελε να τον ξαναδεί. Προχώρησε ακολουθώντας τον άγνωστο δρόμο της».

♦ Η Νικολίτσα σύζυγος του Καλαβρυτινού Κυριάκου Μπαλαλά, ο οποίος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς όπως και τα δύο από τα 7 παιδιά της ο Νίκος 22 ετών και ο Ανδρέας μαθητής 13 ετών. Συγκλονίζει η περιγραφή της κόρης της Δώρας 16 ετών τότε, που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας»: «Στο σχολείο επικρατούσε μεγάλη οχλαγωγία, ανησυχία μεγάλη. Παιδιά, γέροι, γυναίκες, πλακωμένοι ο ένας πάνω στον άλλον. Δεν κοιτούσαμε και πολύ έξω απ’ τα παράθυρα. Θυμάμαι πως, αφού αρχίσανε να βάζουν φωτιά στα σπίτια, διέκρινα ότι έβγαινε καπνός μέσα απ’ το πάτωμα. Είπαν τότε πως θα μας κάψουνε κι εμάς. Συγκεκριμένα, ήταν η Χοντρονικόλα, η Νίτσα του Καλδίρη, του Αργύρη του Φερλελή η μάνα – ποια άλλη ήταν, δε θυμάμαι καλά – που είπανε: «Παιδιά, θα μας κάψουνε»… Και με το «θα μας κάψουνε», παραμερίζουν τις γυναίκες και τα παιδιά και πάνε στην πόρτα. Πιάνοντας και οι τρεις με τα χέρια τους, τραβήξανε με μεγάλη δύναμη κι ανοίξανε την πόρτα της αίθουσας που βρισκόμασταν. Με το που ορμήσαμε να φύγουμε, βλέπουμε μπροστά μας ένα στρατιώτη και τον κολλάμε στον προθάλαμο… Αυτός κοκάλωσε ούτε να ενεργήσει, ούτε να πυροβολήσει… Τίποτα. Μας κοίταζε κατάπληκτος… Τότε άρχισαν να σπάνε τα τζάμια. Άλλοι πηδάγανε απ’ τα παράθυρα κι άλλοι βγαίνουν απ’ την πόρτα. Όταν βγήκα έξω και κατέβηκα τις σκάλες, είδα μέσα στο μεγάλο καπνό να καίγονται τα σπίτια. Συγχρόνως, προς την Τράπεζα Αθηνών ήταν οι Γερμανοί παραταγμένοι στην αράδα. Φαινόντουσαν σαν να τάχανε χαμένα. Καθώς όμως έβγαινε ο κόσμος απ’ το σχολείο, τον σπρώχνανε προς το σταθμό και του λέγανε: «Προς τα κάτω, προς τα κάτω…». […] Σε λίγο έφτασε η είδηση της συμφοράς και πιάσανε τα ουρλιαχτά! Εκείνη την ώρα, εγώ δεν ανέβηκα αμέσως στον τόπο της εκτέλεσης. […]. Το βράδυ μείναμε με τη θεία μου κάτω από το σπίτι. Όλα ανοιχτά, τέντα… Ήμασταν και πενήντα γυναίκες και τα παιδιά μέσα στο σπίτι κι ακούγαμε τους Γερμανούς να περνάνε «κρακ, κρακ, κρακ» κι εμείς φοβόμαστε μη μας σκοτώσουνε… Τη νύχτα φύγανε. Λαγκάδι – λαγκάδι, ενώ καίγονταν δεξιά κι αριστερά τα σπίτια, πήγαμε στο Φουρναριό, στο σπίτι της μάνας μου και μείναμε εκεί μέχρι το πρωΐ. Ξημερώνοντας, η μάνα μου μας έδωσε μια μπουκιά ψωμί από εκείνο που είχε πάρει κοντά της και μου είπε: «Παιδάκι μου, να πάρουμε τα ξινάρια και να πάμε να τους τακτοποιήσουμε, για’ θα τους φάνε τα σκυλιά». Εκείνο που θυμάμαι απ’ τον τόπο της εκτέλεσης είναι κάτι φρικτό… Δεν ήταν μάτι ανθρώπου να το αντικρύσει. Ο πατέρας μου είχε κοντά του τα παιδιά και τους είδα όλους μαζί… Θυμάμαι τον μικρό που είχε μια τρύπα στο κεφαλάκι του απ’ τη χαριστική. Απ’ αυτήν σκοτώθηκε… Τη μεταφορά των σωρών την κάναμε με μια κουβέρτα – δεν υπάρχει δυστυχώς, αυτή η κουβέρτα σήμερα. Φέρναμε έναν – έναν πάνω σ’ αυτήν, γιατί δεν μπορούσαμε  να κουβαλήσουμε παραπάνω. Ήμουνα εγώ, η Θεώνη, η μάνα μου και η θεία μου ση Σωτηρούλα. Ο τάφος ήταν πολύ ρηχός ούτε πενήντα πόνους δεν τον ανοίξαμε. Τους σκεπάσαμε και ρίξαμε λίγο χώμα επάνω… Ούτε πενήντα πόντους ίσα που τους κάλυπτε το χώμα…».

♦ Η Αθηνά σύζυγος του Χρήστου Κουτσουρή, της οποίας τα παιδιά Δημήτριος 20 ετών, Γιάννης 26 ετών εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στις 13.12.1943. Η Φραντζ. Νίκα στο Χρονικό της, (Καλάβρυτα) αναφέρει τις στιγμές της μάνας μπρος στα σκοτωμένα παιδιά της: «… «Τρεχάτε», φωνάζει μια γυναίκα. «Κάποιος ζωντανός βογκάει κάτω απ’ τα πτώματα. Να τον σώσουμε». Τρέχουμε. Τραβάμε. Ένα – δύο – τρία – τέσσερα πτώματα. Είναι ο Γιάννος ο Κουτσουρής. Τι κίτρινος! Τον βαστά μια γυναίκα μ’ ανασηκωμένο το κεφάλι, κι όλες οι άλλες από πάνω του, προσπαθούμε να του δώσουμε πνοή από την πνοή μας. Εκείνος ανοίγει δυό τρεις φορές το στόμα του, προσπαθώντας να μας μιλήσει, κοιτά ένα γύρω με τα έκπληκτα και τρομαγμένα μάτια του και πέφτει βαρύς στην αγκαλιά της γυναίκας. Ξεψύχησε. Κάπου εδώ θα είναι κι ο Μήτσος, ο μικρότερος αδελφός του. Ο Κωστάκης γλύτωσε. Ο μεγαλύτερος γιός της Κουτσουρίνας είναι αντάρτης…».

♦ Η Ξακουστή σύζυγος του εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς Καλαβρυτινού Αναστασίου Κατσίνη και μητέρα του επίσης εκτελεσθέντα στις 13.12.1943 παιδιού της Σωτήρη. Να πως περιγράφει τη μεταφορά του νεκρού παιδιού της η Φραντζ. Νίκα (Καλάβρυτα…): «Η θεία Ξάκω έχει τακτοποιήσει το Σωτηράκη στην κουβέρτα και ξεκινάμε…. Είναι παιδί 17 χρονών. Θεέ μου γιατί τόσα παιδιά, γιατί; Προχωρούμε σιγά σιγά και προσεχτικά μη σκοντάψουμε και χτυπήσει ο Σωτηράκης. Η θεια – Ξάκω θα πονέσει αν συμβεί κάτι τέτοι. Νομίζω πως ο δρόμος είναι γρηγορότερος από την πρώτη φορά. Της θειας – Ξάκως όμως της φάνηκε ατελείωτος. Κάθε τόσο παρακαλεί να σταματήσουμε να πάρει ανάσα…».

♦ Η Χρυσούλα Χαρακτηνιώτου, σύζυγος του φαρμακοποιού Ιωάννη Κελαϊδίτη από τη Χίο, της οποίας οι Γερμανοί εκτέλεσαν στο λόφο Καπή τον άνδρα και τα τρία παιδιά: Λεωνίδα 22 χρόνων, Δημήτρη 20 χρόνων και Νίκο 18 χρόνων. Ήταν εγκατεστημένος στην Ηγουμενίτσα αλλά έφυγε για ν’ αποφύγει τον κίνδυνο των Ιταλών και πήγε στα Καλάβρυτα… Η Φραντζ. Νίκα στο Χρονικό της, (Καλάβρυτα…), αναφέρει: ««… Φτάνω και πάλι απάνω. Μα πώς θ’ αντέξουμε; Τι εφιαλτικές σκηνές!… Πλησιάζω τη μάνα του Λεωνίδα του Κελαηδίτη. Είναι ανάμεσα σε τέσσερα αγαπημένα κορμιά. Τον άντρα της. Τον Λεώνίδα που ήταν συμμαθητής μου. Τον Νικολάκη και το Δημητράκη… Στέκεται η μάνα τους σαν χαμένη, μαζί με μια αδελφή της, νομίζω μην ξέροντας τι να κάνει… Συνέρχεται κι η αδελφή της και προσπαθεί να τακτοποιήσει το Νικολάκη. Εμείς με τη μάνα τους κατεβάζουμε το Λεωνίδα… Φτάσαμε στο νεκροταφείο. Η μάνα κάθεται δίπλα στο παιδί της αμίλητη, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τι θα γίνουν οι άλλοι τρεις οι δικοί της που είναι απάνω. Σε λίγο έρχεται η αδερφή της κουβαλώντας, με κάποια άλλη γυναίκα, τον Δημητράκη. Έχει αρχίσει να νυχτώνει…».

♦ Η Όλγα Κοτσίρη δεύτερη σύζυγος του Βασιλείου Αναστόπουλου από τον Πριόλιθο, εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς στις 13.12.1943, μητέρα δύο παιδιών του Δημήτρη και της Βασιλικής η οποία γεννήθηκε το βράδυ της σφαγής των Καλαβρυτινών. «Οι Γερμανοί  σεβάστηκαν την ετοιμόγεννη και δεν έκαψαν το σπίτι της… Ήρθε στον κόσμο ένας καινούργιος άνθρωπος σε μια τόσο ζοφερή νύχτα…» (Φρ. Νίκα, Καλάβρυτα…).

♦ Η Ελένη σύζυγος του Γεωργίου Τσεκούρα, της οποίας ο 30χρονος γιός Βασίλης και ο 20χρονος Σπύρος εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στις 13-12-1943. Είχε 7 παιδιά. Η φρ. Νίκα (Καλάβρυτα…) αναφέρει: «Από πάνω μου είναι η Τσεκούραινα με τα δυο παιδιά της Το Βασίλη και τον Πίπη, αριστερά είναι η γριά Φιλιππίνα η Τσαπάραινα με το μονάκριβο παιδί της τον Αντρέα. Δεν έχουν ξινάρι ν’ αρχίσουν τουλάχιστον. Κάθονται και οι δυό με σταυρωμένα χέρια και περιμένουν αμίλητες, σκληρές, με τα χείλη σφιγμένα… Τώρα η μάνα του, μια ανήμπορη γριά, περιμένει μέσα στο κρύο ποιος θα τη βοηθήσει να θάψει το παιδί της…».

♦ Η Αγγελική σύζυγος του Φίλιππα Τσαπάρα και μητέρα δύο παιδιών του Ηλία και του Ανδρέα ο οποίος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13.12.1943 (βλ. και σχετ. Ελένη σύζυγος Γεωργίου Τσεκούρα). «… εγώ με το σκαλιστήρι [πάω να βοηθήσω] τη γριά Φιλιππίνα για τον τάφο του Αντρέα. Η γριούλα προσπαθεί να με βοηθήσει, δίνοντάς μου συγχρόνως χίλιες ευχές. Ποιος να μου τόλεγε πως θα ’παιρνα ευχές για μια τέτοια δουλειά…».

♦ Η Αναστασία σύζυγος του εκ Καλαβρύτων Γραμματέα της Εισαγγελίας και εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς Αλέκου Μπρε. Ήταν εννιά μηνών έγκυος. Η Βικτωρία Τσοκανά (Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ. (Αναδρομώντας…), διηγείται: «[…] Εκεί που κάθε φορά ανεβαίναμε, στο μαρτυρικό αυτό τόπο [Λάκκα Καπή], βλέπω την κ. Τασία Μπρε, η οποία έκλαιγε απαρηγόρητα και έλεγε: «Αλέκο μου, Αλέκο μου, τι θα μπορούσα να κάνω εγώ για σένα, αγαπημένε μου Αλέκο;». Δεν μπορούσε να τον σώσει γιατί ήταν εννιά μηνών. Πλησιάζω κοντά της και της λέω: «Τασία, μην κλαις άλλο. Εγώ θα ρθω να πάρω τον Αλέκο σου και θα τον πάω στο νεκροταφείο» και αφού τελειώσαμε όλους τους δικούς μας, πάμε και παίρνουμε τον Αλέκο Μπρε, και η κ. Τασία με την αγαπημένη μου μανούλα ’ρχόσαντε από κοντά. Τα παιδάκια της κ. Μπρε δεν τα θυμάμαι καθόλου αν ήσαντε εκεί στον πατέρα τους. Ηταν ο Σωτήρης, ο Γιώργος και άλλο ένα κοριτσάκι. Στο νεκροταφείο δε θυμάμαι που τον άφησα τον Αλέκο Μπρε. Ούτε θυμάμαι ποιος έσκαψε και τον ενταφίασε. Ίσως εγώ…[…]».

♦ Η Καστανιώτισσα, η οποία όπως η Φρ. Νίκα (Καλάβρυτα…) διηγείται: «… Μας πήρε μαζί της η Καστανιώτισσα και μας πήγε σε μια σπηλιά που είχε κρύψει τα παιδιά της. Πόσα μερόνυχτα μείναμε εκεί ούτε ξέρω. Ίσως έναν αιώνα. Η Καστανιώτισσα μας έφερνε κάθε μέρα λίγο ψωμάκι που το μοιραζόμασταν με τα παιδιά της. Κάποτε καταλάγιασε ο τόπος, είχαν φύγει οι Γερμανοί…».

♦ Η βασανισμένη μάνα που δεν έχασε την ανθρωπιά της. Η Φρ. Νίκα (Καλάβρυτα…) παραθέτει την περιγραφή της Γωγώς Σακκαλή: «… Με μαζεύει μια γειτόνισσα. Μια ταλαίπωρη μάνα που έχει χάσει τρία παιδιά και τον άντρα της, και προσπαθεί τ’ άλλα τρία παιδιά που της απόμειναν και μένα να μας ζεστάνει με φωτιά και να μας ταΐσει με ό,τι βρίσκει. Ώσπου την Τρίτη ημέρα μετά την καταστροφή, βλέπω στα ερείπια του σπιτιού μας τη μάνα μου κουλουριασμένη να κλαίει και να φωνάζει αναζητώντας τους ανθρώπους της και το βιός της…».

Τέλος,

θα πρέπει να αναφέρουμε ότι 33 βασανισμένες μανάδες παραμέρισαν το αβυσσαλέο μίσος κατά των Γερμανών και μπροστά στην πιθανότητα τα παιδιά τους να δουν μια καλύτερη τύχη, δέχτηκαν και πήραν τη σκληρή απόφαση τον Οκτώβρη του 1955 και 33 ορφανά Καλαβρυτινόπουλα, τα ονόματα των οποίων ακολουθούν, μετέβησαν στη Γερμανία για εκπαίδευση και δουλειά, ύστερα από προσπάθεια της Γερμανίδας πολιτικού και συγγραφέως Σραμ φον Τάντεν Έρενγκαρντ: Αγγελόπουλος Αλέκος, Αναστόπουλος Μίμης, Αντωνόπουλος Χρήστος, Γεωργακόπουλος Παναγιώτης, Δημόπουλος Σπύρος, Ιωαννίδης Ανδρέας, Ιωαννίδης Ιωάννης,  Καλδίρης Εμμανουήλ, Καλδίρης παναγιώτης, Καποτάς Ηλίας, Καποτάς Σπύρος, Καράγιωργας Περικλής, Καψοκαλύβας Χρήστος, Κυριακόπουλος Δημήτριος, Κυριακόπουλος Παναγιώτης, Κυριακόπουλος Χρήστος, Λούτσης Ιωάννης, Μαυρίδης Θεολόγος, Μπράτσικας Νίκος, Μπράτσικας Παναγιώτης, Παπαδιαμαντόπουλος Σόλων, Ρεκουνιώτης Δήμος, Ρεκουνιώτης Σταμάτης, Ρεκουνιώτης Φιλοποίμην, Ρεκουνιώτης Φώτιος, Σαμοθρακίτης Αλέκος, Σουρούκης Ιωάννης, Σταθούλιας Τάκης, Τάσσης Νικόλαος, Χαμακιώτης Ντίνος, Χαμακιώτης Σωτήριος, Χειλόπουλος Κώστας, Χονδρονικόλας Ιωάννης (Τα ονόματα από το βιβλίο των Χαμακιώτη Σ. – Αντωνόπουλου Χ., «Αναδρομώντας…»).

Πηγές: Όλα όσα παραπάνω έχουν αναγραφεί, έχουν αντληθεί από το «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων». Αν οι αναφερόμενες εδώ πηγές τους είναι ελλιπείς,  σ’ αυτό (το Λεξικό) υπάρχει η πλήρης αναγραφή των πηγών αυτών.

 

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Δρούλια Λουκία… αιωνία της η μνήμη.

Στις 18 του περασμένου μήνα Ιουλίου πέθανε η ιστορικός Δρούλια Λουκία.

Δρούλια Λουκία: ( Αθήνα 1931- Αθήνα 18 Ιουλίου 2019) Η Λουκία Δρούλια, απόγονος της παλιάς οικογένειας πολιτικών των Ζαΐμη (κόρη του Θρασυβούλου Α. Ζαΐμη) και σύζυγος του Κων. Α. Δρούλια.

«(Κερπινή), πολλές μελέτες για Πελοποννησιακά θέματα» (Ν. Π. Σακελλαρόπ.- Επετ. Καλ/των, τ. ΙΘ΄ 1996). Η οικογένεια Ζαΐμη ως τα 1840, αθησαύριστα κείμενα, ΕΚ 1 (1969), σ. 61-76. (Δημοσίευσις κειμένων εκ του αρχείου Ζαΐμη μετά τινων σχολίων). Πελοποννησιακά στρατεύματα στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου: μία μαρτυρία, ΕΚ 4 (1972), σ. 47-54. (Δημοσίευσις επιστολής του Ανδρ. Ζαΐμη προς τους αδελφούς Ράγκου και ιστορική πλαισίωσις αυτής). Δρούλια Λουκία – Μαλτέζου Χρύσα: Το αρχείον της ιεράς μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, «Σύμμεικτα», ΚΒΕ/ΕΙΕ εν Αθήναις 1970, σ. 1-20 + 9 πιν. (Α. Φωτόπουλος, Καλαβρυτινή βιβλιογραφία…, 5).

Από το ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη εκδόθηκε η παρακάτω ανακοίνωση:

«Με ιδιαίτερη λύπη αποχαιρετήσαμε το Σάββατο 20 Ιουλίου 2019 τη Λουκία Δρούλια, μια σπουδαία γυναίκα με επιστημονική διαδρομή διεθνούς κύρους. Η Λουκία Δρούλια ήταν ιστορικός, ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στον Τομέα Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και απέκτησε Διδακτορικό Δίπλωμα 3ου κύκλου από το Πανεπιστημίου Σορβόννης (Paris IV, 1974). Συνεργάστηκε με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στο οποίο διατέλεσε Διευθύντρια Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών (1981-1996) και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (1986-1996). Το ερευνητικό της έργο καθώς και οι δημοσιεύσεις βιβλίων, άρθρων και μελετών σε συλλογικούς τόμους είναι η παρακαταθήκη της στους νέους επιστήμονες, στους επερχόμενους ερευνητές αλλά και σε όλους εμάς. Πολύτιμο κομμάτι αυτής της παρακαταθήκης είναι η βιβλιοθήκη της Λουκίας Δρούλια, που αριθμεί περί τα 13.000 τεκμήρια και παραδόθηκε στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη τον Σεπτέμβριο του 2018. Κύριος προσανατολισμός της είναι η νεοελληνική ιστορία και λογοτεχνία, με έμφαση στον Ελληνικό Διαφωτισμό, την Επανάσταση και τον φιλελληνισμό, την περιηγητική λογοτεχνία και την ιστορία του ελληνικού βιβλίου και Τύπου.».

Από το ίδιο ίδρυμα μεταφέρω και τα εξής:

«Η Λουκία Δρούλια είναι [ήταν] ιστορικός, ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στον Τομέα Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και απέκτησε Διδακτορικό Δίπλωμα 3ου κύκλου από το Πανεπιστημίου Σορβόννης (Paris IV, 1974). Συνεργάστηκε με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Βοηθός έρευνας KNE/EIE, 1960-1974, Κύρια ερευνήτρια, 1974-1981), στο οποίο διατέλεσε Διευθύντρια Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών (1981-1996) και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (1986-1996). Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν σε θέματα κοινωνίας και παιδείας στην περίοδο του Ελληνικού Διαφωτισμού και τον 19ο αιώνα, στο κίνημα του Φιλελληνισμού στον 19ο αιώνα, στην ιστορία του ελληνικού βιβλίου και των ελληνικών βιβλιοθηκών (15ος-20ός αι.), στην περιηγητική λογοτεχνία για τη NA Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο (15ος-19ος αι.) και στην ιστορία του ελληνικού Τύπου (1784-1996). Διατέλεσε μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Ο Ερανιστής» (1969-1986), διαχειρίστρια (Γ. Γραμματέας) του Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού (1969-1977), καθώς και εκπρόσωπος του EIE στη μη κυβερνητική Επιτροπή Ανθρωπιστικών Σπουδών του European Science Foundation στο Στρασβούργο (1987-1996). Την περίοδο 1989-1996 υπήρξε εθνική συντονίστρια του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του ΕΙΕ και μέλος της Επιτροπής του προγράμματος της UNESCO «Δρόμοι του μεταξιού, δρόμοι επικοινωνίας». Διατέλεσε επίσης μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής του περιοδικού «Revue des Etudes S.E. Européennes» (Βουκουρέστι, 1990-2000), μέλος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (1995-1997) και μέλος της Εφορείας της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος. Έχει δημοσιεύσει εκτενώς βιβλία, άρθρα και μελέτες σε συλλογικούς τόμους, μεταξύ των οποίων: Philhellénisme. Ouvrages inspirés par la guerre de l’Indépendance grecque. Répertoire bibliographique, Αθήνα 1974 (βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, 1976), Modern Greek Culture. A Selected Bibliography, C. Th. Dimaras, C. Koumarianou και L. Droulia, Θεσσαλονίκη 1968 (4η αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα 1974), Tο ελληνικό βιβλίο (σε συνεργασία με την Αικ. Κουμαριανού και την Evro Layton), Αθήνα 1986 (βραβείο της Association pour l’encouragement des études grecques, Παρίσι 1987), H ιστορία του ελληνικού βιβλίου. Προσεγγίσεις και σύγχρονες κατευθύνσεις της έρευνας. Βιβλιογραφία των ελληνικών εργασιών (1965-2000), Αθήνα 2001, και Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 1784-1974. Εφημερίδες, Περιοδικά, Δημοσιογράφοι, Εκδότες, (επιμέλεια: Λουκία Δρούλια – Γιούλα Κουτσοπανάγου), Αθήνα 2008.».

 

Posted in Ειδήσεις | Σχολιάστε

Έφοδος των Ελλήνων κατά της Τριπολιτσάς την νύχτα της 27ης Δεκεμβρίου 1825.

Τον Ιούνιο του 1825 η Τριπολιτσά  κυριεύτηκε από τον Ιμπραήμ ο οποίος τη χρησιμοποίησε ως ορμητήριό του.

Όταν ο Ιμπραΐμ βρισκόταν στην εκστρατεία κατά του Μεσολογγίου, ο Θ. Κολοκοτρώνης έβαλε κατά νου, να επιχειρήσει να εισβάλλει στην Τριπολιτσά.

Σε έγγραφο του στις 2 Δεκεμβρίου 1825, από τους Μύλους Ναυπλίου έγραφε: «Προς το έξοχον υπουργείον του Πολέμου./ Αφ’ ής ημέρας έφθασα ενταύθα δεν έπαυσα να ζητώ παρά της επιτροπής την σπουδαίαν εκπλήρωσιν των συντεινούντων[;] δια την μελετουμέμην εισπήδησιν εις την Τριπολιτζάν μέσα, και παρ’ αυτής μεν άλλην απάντησιν δεν λαμβάνω, ειμή ότι στερείται της ευκολίας, ανεφέρθην μ’ όλα ταύτα δια του εξόχου υπουργείου και προς την Σ. Διοίκησιν προ πέντε ημερών δια να ευκολύνη και την επιτροπήν και ημάς, και έλαβα την απάντησιν ότι προβλέπονται όλα ταναγκαία, άχρι σήμερον όμως όχι μόνον το παξιμάδι, πολεμοφόδια και λοιπά εστάλησαν, αλλ’ ουδέ αι σκάλαι τας οποίας δια αναφοράς μου από Αλωνίσταιναν εζήτησα το μόνον ευκολώτατον και ολιγοέξοδον, αλλ’ αναγκαιότατον ζήτημα, έξοχον υπουργείον!…….».

Οι σκάλες βρέθηκαν και η απόπειρα για να μπούν οι Ελληνες από τα τείχη στην Τριπολιτσά, έγινε τη νύχτα της 27ης Δεκεμβρίου, αλλά απέτυχε. Για το γεγονός αναφέρουν μεταξύ άλλων και οι:

Οικονόμου Μ. (Ιστορικά … σ. 615), όστις την αποτυχία του κατά Τριπολιτσάς μελετηθέντος εγχειρήματος την τοποθετεί [λανθασμένα] την νύχτα 25-26 Δεκεμβρίου 1825.

Ο Σ. Τρικούπης (Ιστορία…, τ. Γ΄, 346) τοποθετεί το γεγονός περί το μεσονύκτιον της 27 Δεκεμβρίου 1825 αναφέροντας: «… Τρία σώματα [Πελοποννησίων] ώδευσαν περί το μεσονύκτιον της 27 Δεκεμβρίου προς την πόλιν, φέροντες κλίμακας εις ανάβασιν. Ήλπιζαν δε να επιπέσωσιν απροσδόκητοι, αλλ’ ηπατήθησαν, διότιοι Τούρκοι προειδοποιηθέντες ευρέθησαν πέριξ των επάλξεων άγρυπνοι, εν ώ προσήγγιζε το υπό τον Πλαπούταν και τον Νικήταν πρώτο σώμα, και κραυγάσαντες «σας είδομεν Ρωμαίοι» τους απεμάκρυναν απράκτους αυτοβοεί. Μόνο οι Τριπολιτσιώται, ως 250, επέμειναν και εξημερώθησαν πλησίον της πόλεως, αλλ’ εξήλθον 300 ιππείς και πεζοί και τους έτρεψαν  φονεύσαντες 28 και ζωγρήσαντες 3…». Ο Τρικούπης αναφέρει επίσης ότι ο Ιωάννης Φιλήμων «… εις κατασκοπήν της αληθούς καταστάσεως της πόλεως ταύτης εισήλθεν ριψοκινδύνως λήγοντος του Νοεμβρίου του 1825, υπό πρόσχημα υποταγής, εφιλοφονήθη, ενδιέμεινε δύο ημέρας, και επί λόγω προτροπής και άλλων εις υποταγήν εξήλθεν αβλαβής και ανέφερεν ό,τι παρετήρησε…».

Στο έντυπο «Ο Ελληνικός Αγών…, υπό Σ. Α. Εν Αθήναις 1860″,  σ. 38 αναφέρεται: «… Αναχωρήσαντος του Ιμβραήμη από την Πελοπόννησον, συνήχθησαν περί την Τριπολιτσάν πέντε περίπου χιλιάδες Ελλήνων προτιθέμενοι να εφορμήσωσι και να κυριεύσωσιν αυτήν. Τα σχέδια των Ελλήνων εννόησαν οι εν Τριπολιτσά Τούρκοι, και ότε κατά την νύκτα της 27 Δεκεμβρίου 1825 επεχείρησαν την έφοδον, εύρον τους Τούρκους όλους γρηγορούντας, και ούτως ανεχώρησαν χωρίς να εκτεθ.ωσιν εις ανωφελή κίνδυνον. Εφονεύθησαν εν τούτοις υπέρ τους τριάκοντα εξ ενός σώματος, το οποίον δεν ηθέλησε ν’ αναχωρήση συγχρόνως με τα λοιπά…».

Ας δούμε όμως τι λέει ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης και πού αποδίδει την αποτυχία:

Στις 28 Δεκεμβρίου 1825, έγγραφο του προς το υπουργείο του Πολέμου έχει ως εξής:

«… Ω! με πόσην της ψυχής μου θλίψιν κινώ κάλαμον ν’ αναφέρω προς το έξ. υπουργείον την αποτυχίαν του πολυθρυλλήτου κατά Τριπολιτζάς επιχειρήματός μας, δοκιμασθέντος απόψε την παρελθούσα νύκτα! Κρίνω περιττόν και ούτ’ έχω ευχαρίστησιν να περιγράψω [… 2. λ.] οπωσδήποτε γενόμενον, αφού έκβασις έλαβε την αποτυχίαν, τούτο μόνο λέγω ότι η ελληνική μοχθηρία έκαμε και τώρα να χάσωμεν ένα πόντον[;] ο οποίος ενομίζετο σχεδόν βέβαιος. Εν τοσούτω δεν φθάνει ότι αι κοιναί και αι ιδικαί μου ελπίδες εψεύσθησαν κατά τούτο, αλλά δια προσθήκην εις το δυστύχημα εχάσαμεν και είκοσι Έλληνες τους μεν φονευθέντας, τους δε συλληφθέντας εξ αδοκείας[;] των, και οι εχθροί έλαβον ακριβή διάγνωση πλέον του πράγματος. Οι ημέτεροι εβάλθησαν εις λιποταξίαν και μένει να ιδώ εις ποίον βαθμόν θα καταντήση και εις ποίαν κατάστασιν θα μείνη το στρατόπεδον, περί των οποίων ακολούθως πάλιν θέλει ειδοποιήσει το έξοχον υπουργείον. Μένω επί του παρόντος/ τη 28 Δεκεμβρίου 1825/ Από Μπερτζοβά./ Ο πατριώτης/ Θ. Κολοκοτρώνης».

Στις 30 Δεκεμβρίου 1825 έγραφε: «Προς το έξοχον υπουργείον του Πολέμου./ Κατά τας 28 του παρόντος πάλιν ανεφερόμην προς το έξ. υπουργείον τούτο, και με λύπην μου ειδοποίουν την αποτυχίαν του κατά της Τριπολιτζάς επιχειρήματός μας. Αίτια της αποτυχίας ταύτης κυρίως εστάθησαν η ηθική αταξία των στρατιωτών μας ούσα αδιόρθωτος δια τε την πληθύν[;] και την νύκτα, και επί τούτοις η μεγάλη αγρυπνία των εχθρών εις την οποίαν τους εύρομεν. Μ’ όλα ταύτα οι στρατιώται είχον την τόλμην και επιτηδειότητα, ώστε έστησαν τας σκάλας εις το τείχος, και εάν ήθελε συνδράμει και η ευταξία δεν ηθέλαμεν αποτύχει. Εν τοσούτω με την αναχώρησίν των άφησαν και τας σκάλας εις το τείχος, και εις τον αποσυρμόν των διασκορπισθέντες απροφύλακτοι εδώ κι εκεί μερικοί Τριπολιτζιώται περί την τετάρτην ώραν της ημέρας, πεντήκοντα ιππείς υπό τους εχθρούς επέπεσαν εις αυτούς αιφνιδίως και εφόνευσαν εξ’ αυτών και συνέλαβον και ζώντας ως και προχθές έγραφον. Το συμβάν τούτο όμως απεδόθη εις την ανοησίαν των παθόντων, και δεν ανάγεται ολικώς εις το στρατόπεδον δια τούτο και ουδέν αποτέλεσμα δειλίας επέφερεν. Το κακόν όμως είναι οπού η ανοικονομία των τροφών την οποίαν ο χειμών και η έλλειψις των ζώων κατέστησε δυσκολοτέραν επροξένησε την λειποταξίαν την οποίαν ήτο σχεδόν αδύνατον να δυσωπήσω[;], αγκαλά ούτε δυνατόν ήτο ούτε ωφέλιμον πλέον να εξακολουθήσωμε το αυτό σχέδιον, δια ταύτα οικονομώ το πράγμα ως αι περιστάσεις μου υπαγορεύουν, διέταξα δε Τριπολιτζότας των οποίων επικεφαλής διώρισα τον κ. Αλέξην και κ. Λάμπρον δια να σταθούν πέριξ της Τριπολιτζάς και ούτοι είναι ικανοί ν’ αντικρούσουν κάθε έφοδον των εν αυτή εχθρών, διέταξα και τους Καρυτινούς καπ. Αντώνην και […] να είναι έτοιμοι να συνυπακούωνται μετ΄αυτών ………………… Μένω εν τοσούτω./ τη 30 Δεκεμβρίου 1825/ από Μύλους Ναυπλίου/ ο πατριώτης/ Θ. Κολοκοτρώνης».

Πηγή: Τα έγγραφα προέρχονται από τα Γ.Α.Κ. και έχουν περιληφθεί ολόκληρα στο λ. Κολοκοτρώνης Θεόδωρος, στο «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων», όπως αυτό συμπληρώνεται.

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Αφιέρωμα στην Καλαβρυτινή μάνα (Μέρος 2ο).

Δημοσίευση στην εφημ. «Πελοπόννησος»  του Β΄μέρους της έρευνάς μου, για τις αναφορές της Λαογραφίας στην Καλαβρυτινή μάνα.

 

Posted in Ιστορία | Σχολιάστε

Αφιέρωμα στην Καλαβρυτινή μάνα.

Δημοσίευση στην εφημ. «Πελοπόννησος»  μέρους της έρευνάς μου (λόγω περιορισμένου χώρου), σχετικά με την Καλαβρυτινή μάνα κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Το πλήρες κείμενο του Α΄αυτού μέρους παρατίθεται μετά τις φωτογραφίες της δημοσίευσης της εφημερίδας.

Α. Η Καλαβρυτινή μάνα κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα του 1821.

Η ηρωική αυτή γυναίκα εκτός από την απώλεια του συζύγου της, όταν έμεινε μόνη και ανυπεράσπιστη με το φόβο όχι μόνο του εχθρού αλλά και όσων καραδοκούσαν να εκμεταλλευτούν την κατάστασή της, φορτώθηκε ένα βαρύ και δυσβάσταχτο φορτίο: Την πολυμελή οικογένεια, τα ανήλικα που έπρεπε να θρέψει, τη φτώχεια που την έπνιγε, τον αγώνα για επιβίωση.

Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα τέτοιων μανάδων, τέτοιων ηρωικών γυναικών:

♦ Η Παναγιώτα σύζυγος του αγωνιστού Πανάγου Αναστασοπούλου από Παγκράτι Κλειτορίας, έμεινε χήρα με δύο ανήλικα αγόρια, τον Κωνσταντίνο και τον Πανάγο και μία κόρη τη Βαρσάμω σε ηλικία γάμου, και με την εργασία της αλλά και λόγω της ανεπαρκούς περιουσίας που άφησε ο σύζυγός της, πάσχιζε να συντηρήσει την οικογένειά της, και ζητούσε την αποζημίωση του ανδρός της.

♦ Η Τρισεύγενη χήρα του Ανδριακόπουλου Αντώνη από Σοπωτό, ήταν έγκυος όταν ο άνδρας της έπεσε πολεμώντας ηρωικά στο Λεβίδι το 1821. Εκτός από το αγόρι που γεννήθηκε είχε και ένα ακόμη κορίτσι και έμεινε χωρίς εισόδημα ή περιουσία και δυσκολεύτηκε πολύ να συντηρήσει την φτωχή της οικογένειά. Ζητούσε από την επιτροπή μία αποζημίωση ανάλογη της προσφορά του άνδρα της.

♦ Η Δεσπούλα του Αναγνώστη Ανδρουτσόπουλου από Διακοφτό, όστις εσουβλίσθη υπό των Τούρκων, έμεινε χήρα με τρία ορφανά παιδιά και ζητούσε βοήθεια ανάλογη της προσφοράς του άνδρα της, όπως και η κόρη της Τασούλα.

♦ Η χήρα γυναίκα του εξ Αγίου Βασιλείου (Σουδενών) αγωνιστή του 1821 Αθανασίου Αμαράντου αναγκάστηκε να ζητήσει μετά του γιού της Βασιλείου βοήθεια από το Υπουργ. των Στρατιωτικών, διότι ήταν και κηδεμών της ανήλικης κόρης της Πηνελόπης.

♦ Η Παναγιώτα Γεωργοπούλου, γυναίκα του πεσόντος στην Πάτρα 22.10.1822 Παναγιώτη Ανδρουτσόπουλου από Αλέσταινα, έμεινε χήρα με πέντε παιδιά, με καμένο σπίτι και χωρίς περιουσία.

♦ Η Αναστασία χήρα Γεωργίου Αργυροπούλου ή Χαϊδοπούλου από Σουδενά Καλαβρύτων, όστις εφονεύθη μαχόμενος στη μάχη στα Δεμέστιχα της Βλασίας το 1827 και άφησε χήρα την Αναστασία με τρία ή τέσσερα ανήλικα παιδιά.

♦ Η Αναστασία σύζυγος του εκ Κυριτσόβης Ηλία Βαγενοπούλου, όστις αποθνήσκων την άφησε χήρα με τα εξής τέκνα: Αγγελέτο ετών 18, Γιάννη ετών 15, Αναστάση ετών 10, Χρυσάφω ετών 8 και Παναγιώτα ετών 5.

♦ Η σύζυγος του υπό τις διαταγές του Ν. Σολιώτη, αγωνισθέντος και πεσόντος, Γεωργίου Βασιλείου από Τσιβλό, έμεινε χήρα με τρείς κόρες τις Αναστασιά, Θεώνη και Αργυρή καθώς και ένα γιό τον Κωνσταντίνο.

♦ Η Αικατερίνη χήρα του εκ Βυσωκά αγωνιστή του 1821 Αθανασίου Βελούση η οποία επιτρόπευε τα ανήλικα τέκνα τους Γιάννη ετών 11 και Ανδριάνα ετών 8, ζητούσε διαγραφή των χρεών του αποβιώσαντος συζύγου της.

♦ Η Σταθούλα χήρα του εκ Στρεζόβης πεσόντος στα Τρίκορφα, άγωνιστή του 1821 Γαρουφόπιυλου Αναγνώστη έμεινε με τρία παιδιά. Το 1846 αναφέρεται ότι κατά την μετάβασή της από τα Τρίκορφα στη Στρέζοβα την αιχμαλώτισαν με τα τρία παιδιά της των οποίων αγνοείται η τύχη διότι η Ευσταθούλα ελευθερώθηκε στο Ναυαρίνο το 1828 αλλά δεν έχει ουδέ τα αναγκαία προς το ζήν.

♦ Η Βαρσάμω από το χωρίο Γκέρμπεσι του δήμου Βλασίας, χήρα του εκ Λαγοβουνίου Γιαννακόπουλυ Αναστασίου, φονευθέντος στη μάχη του Λεβιδίου, έμεινε με δύο κορίτσια και ένα αγόρι ανήλικα.

♦ Η Κανέλλα σύζυγος του εκ Λειβαρτζίου Δημητρίου Ν. Γιαννακόπουλου, έμεινε χήρα με τρεις άγαμες θυγατέρες (Ρουμπίνης, Αφροδίτη και Θεοχαρίστη) και ένα αγόρι και δεν έχει τα αναγκαία να ζήσει, ούτε περιουσία κινητή ή ακίνητη διαθέτει.

♦ Η Ελένη χήρα του εκ Χαλκιάνικων Παναγή Δελούκα, επίτροπος των παιδιών τους Σωτηρίου, Νικάνδρου, Σπυρίδωνος, Αγγελή, Γερασίμου, Ιωάννου και Γεωργίου, ζητάει αμοιβή για τους αγώνες του αποβιώσαντος συζύγου της.

♦ Μπροστά στα μάτια της μάνας του, οι Τούρκοι αφού μετέφεραν τον συλληφθέντα εκ Βιλιβίνας Αλέξη Δημητρακόπουλο (Διακοκαλόγερο) στα Καλάβρυτα, τον βασάνισαν κόβοντάς του τα άκρα, την οποία ο ίδιος ο καπετάν Αλέξης παρηγορούσε, λέγοντάς της πώς «τα παλικάρια τα καλά έτσι πεθαίνουν…».

♦ Η Αγγελική Γκολφινοπούλου, χήρα του εκ Σόλου Σωτηρίου Ζαφειρόπουλου πεσόντος στο Λεβίδι, έμεινε χήρα με την ανήλικη κόρη της Βασιλική.

♦ Η Θεοχαροπούλου Ειρήνη, σύζυγος του Α. Βουλγαρη, χιλιάρχου το 1821, όστις απεβίωσε και την άφησε χήρα με δύο ανήλικα τέκνα τον Λεωνίδα και την Αθηνά σε δεινή κατάσταση.

♦ Η Παρασκευή σύζυγος του εκ Σαββανών αγωνιστή του 1821 Δημητρίου Καλλιμάνη, έμεινε χήρα με 5 παιδιά (Γεώργιο, Βασίλειο, Ιωάννη, Γρηγόριο και Χαρίκεια)

♦ Η Μαρία σύζυγος του εκ Βερσοβά Καλπαντώνη ή Δραγατάκου, πεσόντος στην Πάτρα το 1822 πολεμώντας τους Τούρκους, έμεινε χήρα με πέντε αγόρια (Αγγελή, Αποστόλη, Κωνσταντίνο, Παύλο, Αντώνη) και τρία κορίτσια (Αναστασία, Παναγιού, Θανάσω), αλλά και αυτή πέθανε το 1842.

♦ Η Διαμάντω χήρα του εκ Νωνάκριδος Παύλου Καραϊσκάκη, υπολοχαγού της Φάλαγγος, έμεινε με την κόρη της Καλλιρόη.

♦ Η Αγγελική σύζυγος του εκ Τσιβλού Αργύρη Κατσαρού, αγωνιστού του 1821, έμεινε χήρα με 4 ανήλικα παιδιά (Αθανάσιο, Κων/νο, Βασίλειο και Κανελή).

♦ Η σύζυγος του Παναγιώτη Κατσώνη αγωνιστή του 1821 από Καλάβρυτα, έμεινε χήρα με πολλά κορίτσια ορφανά και φτωχά.

♦ Η Παναγούλα χήρα του εκ Πετσάκων αγωνιστή του 1821 Βασιλείου Κολοκυθά, έμεινε με 4 ανήλικα παιδιά.

♦ Η Κρίνας Γιαννακοπούλα, σύζυγος του εκ Σοπωτού Θεόδωρου Κούκα φονευθέντος κατά το πρώτο έτος της επανάστασης, έμεινε χήρα μητέρα μιάς ανήλικης κόρης της Σωσάνας.

♦ Η Αικατερίνη σύζυγος του εκ Σουδενών Χιλιαρχου Σπύρου Κουκουνάρα, έμεινε χήρα με ένα κορίτσι (Μαρία) με περιουσία η οποία δεν επαρκύσε ούτε για τις βασικές ανάγκες τους και γι’ αυτό δυστυχούσαν.

♦ Η σύζυγος του εκ Διακοπτού Αργύρη Κουλούμπα όστις έπεσε στην Πάτρα το 1823, έμεινε χήρα με τρία παιδιά.

♦ Η Ευαγγελίτσα σύζυγος του Ιωάννη Κουτζούκου από το Διακοφτό, αγωνιστή του 1821, έμεινε χήρα με έξι κορίτσια (Ζαχαρούλα ετών 16, Ελενίτσα[;] ετών 13, Παναγούλα ετών 10, Διαμάντω ετών 9, Χαρίκλεια ετών 7, Αλεξάνδρα ετών 6 ) και ένα αγόρι (Ιωάννη ετών 5) που δεν είχε ούτε τα αναγκαία για να ζήσει.

♦ Η Ανθούλα σύζυγος του εκ Λυκουρίας Γεωργ. Κυριακόπουλου ή Λυκουριώτη, αγωνιστή του 1821, έμεινε χήρα με 8 παιδιά και σε μεγάλη ακόμα ηλικία ήτο άπορη.

♦ Η Αγγελική χήρα του φονευθέντος το 1821 στο Λεβίδι ήρωα Αναγνώστη Στριφτόμπολα, μητέρα δύο ορφανών κοριτσιών και ενός αγοριού. «…ή χήρα γυνή του Αγγελική Στριφτομπολίνα, μείνασα με πολυάριθμον και αδύνατον οικογένειαν, έφθασεν ως εκ του θανάτου του ανδρός της, και ως εκ των κατά την διάρκειαν της επαναστάσεως ανωμαλιών εις την εσχάτην ένδειαν και στεναχωρίαν, στερουμένη και αυτού του επιουσίου άρτου…».

♦ Η Λεμονιά σύζυγος του εκ Χαμάκου Γεωργίου Λαμπροπούλου, αγωνιστή του 1821, πεσόντος κατά τον πόλεμο εναντίον του Ιμβραήμ, έμεινε χήρα με πολυμελή οικογένεια που δυστυχούσε

♦ Η Αναστασία χήρα του εκ Παγκρατίου Σπυρίδ. Λαμπρόπουλου, αγωνιστή του 1821, με τρία παιδιά.

♦ Η Βενέτα σύζυγος του γνωστού αγωνιστή του 1821 Γεωργίου Λεχουρίτη, μητέρα των Ευσταθίου, Ιωάννη, Κοντύλως και Καλλιρόης.

♦ Η Σοφία σύζυγος του εκ Λυκούριας Βασιλ. Λυκουριώτη (Καλαβέση) αγωνιστή του 1821, μητέρα των Δημητρίου Θανάσως, Παναγιώτας, Γεωργίου και Ευφροσύνης.

♦ Η Αναστασία χήρα του εξ Αραχώβης Καλαβρύτων Λυμπέρη Κυριαζή αγωνιστή του 1821 φονευθέντος στο Καστράκι, μητέρα δύο παιδιών, ζητούσε να της δοθεί το οικονομικό δικαίωμα του συζύγου της.

♦ Η Αικατερίνη, χήρα του εκ Καμενιάνων Ξενοχρήστου Νικολόπουλου, πεσόντος το 1822, έμεινε με 4 ανήλικα παιδιά (Νικόλαο, Ευφροσύνη, Ελένη, Γιαννούλα).

♦ Η χήρα του Μιχαήλ Ντουφεξή από Καλάβρυτα όστις εφονεύθη το 1829 στην επαρχία Λιδωρικίου, έμεινε με ορφανά παιδιά μη δυνάμενα να εξοικονομήσουν τα αναγκαία προς το ζην.

♦ Η Βασιλική σύζυγος του πεσόντος αγωνιστή του 1821 Ασημάκη Ντριμάλα από το Λιβάρτζι, έμεινε χήρα με τρία ανήλικα παιδιά σε μεγάλη φτώχεια.

♦ Η Αγγελική σύζυγος του αγωνιστή του 1821 Θεόδ. Οικονομόπουλου από το Σοπωτό, έμεινε χήρα με 4 παιδιά.

♦ Η Διαμάντω σύζυγος του εκ Τοπόριστας Πανάγου Οικονομόπουλου, όστις πέθανε το 1839 αφού είχε πολεμήσει σε πολλές μάχες και είχαν κάψει το σπίτι του, έμεινε χήρα με 4 αγόρια και 2 κορίτσια.

♦ Η Αναστασία σύζυγος του εκ Καλαβρύτων αγωνιστή του 1821 Αντωνίου Οικονόμου, έμεινε χήρα με 3 γιούς και δύο κόρες, όλοι άποροι.

♦ Η Βασιλική χήρα του εκ Κλαπατσούνης φονευθέντος στην πολιορκία των Πατρών Πανταζή Πανταζόπουλου, έμεινε με ορφανά παιδιά.

♦ Τα παιδιά του Γκολφίνου Παπαδόπουλου από τη Σελιάνα , Γεώργιος, Τρισεύγενη, Μαρία έμειναν ορφανά μετά τον θάνατο του εκατόνταρχου πατέρα τους.

♦ Η Μαρία σύζ. Ζαφειράκη Παπαζαφειρόπουλου από Κερπινή, έμεινε χήρα μετά του υιού της Νικολάου.

♦ Η Παναγούλα σύζ. του αγωνιστή του 1821 Διαμαντή Παπανικόλα από Κάτω Ποταμιά, έμεινε χήρα με δύο παιδιά.

♦ Η Παναγιώτα σύζυγος του εκ Δροβολοβού Παναγιωτάκη Παρασκευόπουλου, αγωνιστή του 1821, έμεινε χήρα με 6 παιδιά και ζουν σε μεγάλη φτώχεια.

♦ Η Ανθή χήρα του εκ Περιστέρας Παναγιώτη Πάτζιου ή Πάτσου φονευθέντος το 1828, του οποίου είχαν κάψει το σπίτι, έμεινε με πέντε ανήλικα παιδιά (Παναγούλα, Ελένη, Ελισάβετ, Γεώργιο, Σωτήριο).

♦ Η Άννα σύζ. του εκ Μεσορουγίου Αντώνη Ρηγάκη έχασε το παιδί της Αντώνη αγωνιζόμενο υπό τον Πετιμεζά, στη μάχη της Ακράτας. Είχε και ένα κορίτσι. Έμεινε και χήρα όταν πέθανε ο σύζυγός της.

♦ Η Βασιλική χήρα του εκ Λυκούριας αγωνιστή του 1821 Ρόδη Ροδόπουλου, μετά το θάνατό του έμεινε με τα παιδιά τους Δημήτριο, Χαράλαμπο και Αναστάσιο.

♦ Η χήρα του εκ Κερπινής Ανδρέα Σαρδελιάνου, μετά των παιδιών της Ανδρέα, Αθανασίου, Γεωργίου και Μιλτιάδη, ζητούσαν αμοιβή για την προσφορά του αποβιώσαντος συζύγου και πατρός.

♦ Η Σύρμο, χήρα δεύτερη γυναίκα του Ασημάκη Σκαλτσά, αναφέρει ότι τα ανήλικα παιδιά της στερούνται και αυτού του άρτου.

♦ Η Τρισεύγενη χήρα του εκ Περιθωρίου πεσόντος Δημητρίου Σκούρτη αγωνιστή του 1821, έμεινε με 3 παιδιά (Κων/νο, Ελένη και Παναγιώτα).

♦ Η χήρα του Νικολάου Σολιώτη, όστις πέθανε το 1841 έμεινε με 5 αγόρια και ένα κορίτσι ορφανά.

♦ Η Τρισεύγενη χήρα του εκ Κερτέζης αγωνιστή του 21 Αναστ. Σπηλιόπουλου ζούσε τα ετεροθαλή παιδιά του Σπήλιο και Θεοδώρα.

♦ Η Παρασκευή σύζ. του αγωνιστή του 1821 από την Φτέρη Γιαννάκη Σπηλιωτόπουλου, όστις έπεσε στο Ανεμοδούρι το 1821, έμεινε χήρα με 3 ή 4 παιδιά εξ’ ων το ένα διανοητικά καθυστερημένο, φτωχή.

♦ Η σύζυγος του από το Γκέρμπεσι αγωνιστή του 1821 Κυριάκου Τσαμπρού, όστις πέθανε το 1822, έμεινε χήρα με 3 ανήλικα παιδιά, ενώ το 1825-26 αιχμαλωτίστηκε και αυτή με την κόρη της από τους Τούρκους.

♦ Η χήρα του Στάθη τζετζεμπού από Νάσια, όστις εφονεύθη από τους Τούρκους το 1821, έμεινε με δύο παιδιά και στερείται ακόμα και τα αναγκαία.

♦ Η Δημητρούλα, σύζυγος του εκ Κερτέζης Παναγιώτη Χασάπη, φονευθέντος το 1821 στη μάχη των Πατρών, έμεινε χήρα με με δύο παιδιά (Γεώργιο και Ζωΐτσα).

♦ Η χήρα του Αγγελή Μαμάση από Ζαρούχλα, φονευθέντος στη μάχη του Λεβιδίου, έμεινε με 5 ανήλικ απιδιά σε μεγάλη φτώχεια.

Μια ιδιαίτερη περίπτωση.

Ο Γιάννης Χοντρογιάννης από το Μάζι των Καλαβρύτων, από τους πρώτους που ξεκίνησαν το ντουφέκι κατά των Τούρκων στην επαρχία αυτή υπό τους Πετιμεζαίους και τον Ασημάκη Ζαΐμη, κυνηγήθηκε ανελέητα στα δικαστήρια ως ληστής και πέθανε στο Μπούρτζι το 1830. Είχε 7 παιδιά, 6 αγόρια και μια κόρη τη Βασιλική που ήταν και η μεγαλύτερη. Όταν πέθανε ο πατέρας της, βρήκε την ευκαιρία ο παλιός κλέφτης και ύστερα μικροκοτζαμπάσης Σωτήρης Παπαδέας από το Μάζι και «προσέβαλε την Βασιλική». Όταν τα αγόρια μεγάλωσαν θέλησαν να εκδικηθούν τον Παπαδέα. Τα τρία αδέλφια, ο Λιάκος, ο Αντρούτσος και ο Γιώργης έγιναν ληστές. Ήσαν από τους ωραιότερους άνδρες του καιρού τους. Ο θρύλος έλεγε ότι ήσαν νεραϊδογεννημένοι…. Όλοι έφτιαξαν ομάδα με αρχηγό το Λιάκο, που το 1835 ήταν ο φόβος και τρόμος στο Μωριά…. Μεταξύ άλλων ο Τάκης Γιαννακόπουλος στην Επετηρίδα των Καλαβρύτων 1971, σελ. 168-173 αναφέρει περί αυτών. Συνελήφθησαν στις 15.1.1836 για τη ληστεία στο σπίτι του Αιγιώτη Μεσηνέζη, φυλακίστηκαν αλλά απέδρασαν και τον Οκτώβρη του 1836 τους ξανάπιασαν, τους πήγαν στ’ Ανάπλι, τους καταδίκασαν σε θάνατο και τους εκτέλεσαν στην καρμανιόλα. Η διαδικασία ήταν συνοπτική και η εκτέλεση έγινε 24 ώρες μετά την έκδοση της απόφασης. Η μάνα των Χοντρογιανναίων που είχε μείνει ολομόναχη, όταν έμαθε για την καταδίκη των παιδιών της, ξεκίνησε ξυπόλυτη από το Μάζι και πήγε στην Αθήνα στο Παλάτι και εκεί έπεσε στα πόδια του Όθωνα και της Αμαλίας ζητώντας χάρη για τα παιδιά της, προσπάθεια στην οποία τη βοήθησε, όπως λέγεται, ο παλιός αγωνιστής και μετέπειτα υπασπιστής του Όθωνα, Χατζή – Χρήστος. Ο Όθωνας δεν έδωσε χάρη και έδιωξε τη μάνα των Χοντρογιανναίων. Στο βασιλικό διάταγμα που είχε εκδώσει η κυβέρνηση δινόταν χάρη σε πολλούς αγωνιστές του 1821, αλλά εξαιρούσε τους Χοντρογιανναίους. Ένας θρύλος που υπάρχει στην επαρχία Καλαβρύτων σχετικά με το περιστατικό λέει, ότι ο Όθωνας έδωσε χάρη αλλά μόνο για το μικρό γιο της Χοντρογιάνναινας, το Τάσο. Εκείνη πήρε το διάταγμα, «το φίλησε, το τρύπωσε στον κόρφο της, έβαλε στα πόδια της φτερά…, ήρθε απ’ την Αθήνα στ’ Ανάπλι μέσα σε δύο μερόνυχτα μονάχα! Φανερώθηκε στον Αράπη στο Μπούρτζι, το φημισμένο μπουντρούμι στ’ Ανάπλι, όπου είχαν στημένη την καρμανιόλα αξημέρωτα ακόμη. Ο Παπαδέας μαθαίνοντας τον πηγαιμό της Χοντρογιάνναινας στην Αθήνα, πίεσε τον εισαγγελέα στ’ Ανάπλι ν’ αρχίσει την εκτέλεση πριν την ώρα της. Έτσι την ώρα που μπήκε η Χοντρογιάνναινα στον Αράπη, ο μακελλάρης (δήμιος) είχε πιά κόψει τα κεφάλια των παιδιών της, πριν λίγα λεπτά. Ο θρύλος συνεχίζει, ότι η Χοντρογιάνναινα, καθώς είδε τα κεφάλια των παιδιών της στο χώμα, έβαλε τις φωνές. Και σκύβοντας άδραξε τάχα στα χέρια το κεφάλι του Τάσου της,….Είδε λένε τα μάτια του ν’ αστράφτουν, να ρίχνουν σπίθες απ’ οργή. Κι η γλώσσα του μέσα στο στόμα του αναδευόταν σαν μαλώνοντας τάχα τη μάνα του για τη λιποψυχιά της. Κι η Χοντρογιάνναινα καταπίνοντας το δάκρυ ξαναγύρισε στο Μάζι…».

Πηγές: Όλα όσα παραπάνω έχουν αναγραφεί, έχουν αντληθεί από το «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων». Αν οι αναφερόμενες εδώ πηγές τους είναι ελλιπείς,  σ’ αυτό υπάρχει η πλήρης αναγραφή των πηγών αυτών.

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Οι Γκερμπεσιώτες πληροφορούν τον Ανδρέα Ζαΐμη για το στρατό του Ιμπραΐμ.

 

Στις 25 Νοεμβρίου 1825, ο Ανδρέας Ζαΐμης ευρισκόμενος στη Μαμουσιά[1] έστειλε έγγραφο προς το υπουργείο του Πολέμου, στο οποίο αφού ανέφερε για τις κινήσεις του Ιμπραΐμ όστις λεηλατούσε την Πελοπόννησο και έσπερνε παντού τον όλεθρο, και για τις δυνάμεις των Καλαβρυτινών γύρω από τη Βοστίτσα (200 υπό τον Β. Πετιμεζά και 800 υπό τον Ν. Σολιώτη στο Διακοφτό, με την προοπτική τις επόμενες δύο ημέρες να γίνουν 2.000) προσέθετε στο τέλος τα εξής:

«…Τελευθέντος του παρόντος [εγγράφου] ήλθον Γκερμπεσαίοι οι οποίοι με λέγουν ότι την Κυριακήν προχθές έφυγεν από το εχθρικόν στρατόπεδον το ευρισκόμενον περί το Καστέλι ένας αιχμάλωτος Γαστουνιώτης, και ήλθεν εις Νεζερόν. Ούτος αύθις εδιηγήθη ότι όλος ο εχθρικός στρατός δεν υπερβαίνει τας δέκα χιλιάδας. Ότι ο Ιμπραΐμπασιάς έστειλεν εξακισχιλίους εις Μεσολόγγι, τρισχιλίους επεβίβασεν εις τα πλοία δια τα Καλάβρυτα και ο ίδιος έμεινεν περί το Καστέλι».

Η αναφορά στα Νεζερά μου ενισχύει την άποψη ότι οι Γκερμπεσαίοι ήσαν εκ του Γκέρμπεσι (Προφήτη Ηλία) το οποίο είναι πολύ κοντά στα Νεζεροχώρια.

Βέβαια είναι σημαντικό  οι Γκερμπεσαίοι να διανύσουν μια τόσο μεγάλη απόσταση για να δώσουν μία πληροφορία στον προύχοντα των Καλαβρύτων Ανδρέα Ζαΐμη, τη στιγμή που κατά τις μέχρι τώρα γνωστές ενδείξεις στο Γκέρμπεσι «έκαναν κουμάντο» μάλλον οι Πετιμεζαίοι. Όμως η δίψα για την απελευθέρωση και ο πατριωτισμός τους ήσαν τα κίνητρα για την ενέργειά τους αυτή και αυτός είναι και ο λόγος της παράθεσης της πληροφορίας αυτής.

Πηγή: το έγγραφο προέρχεται από τα Γ.Α.Κ.

—————————————

[1] Η Μαμουσιά είναι χωριό της Αιγιαλείας και βρίσκεται στην επαρχιακή οδό Δικοπτού – Καλαβρύτων, όπως κατεβαίνουμε για την εθνική οδό, ώρες μακριά από το Γκέρμπεσι και μάλιστα με τις συνθήκες της εποχής εκείνης, όπου η πληροφορία μεταφερόταν με πεζό.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε